Ερινύες και Ψίθυροι: Το μαρτύριο της ψυχής σε έργα του E. A. Poe

by Βασίλης Καθάρειος

Πολύ συχνά, ιδιαίτερα στην λογοτεχνία του φανταστικού, η έννοια του τρόμου ταυτίζεται με την έννοια του ξενικού και του εισβολικού. Ένα κακό πνεύμα, μια επίθεση εξωγήινων ή ενός κακού μάγου αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του «εκεί», ενός δαιμονικού πολύποδα έτοιμου να κατασπαράξει το «εδώ» και όσα αντιπροσωπεύει. Σε όρους οικιακής οικονομίας τώρα, το «εδώ» ταυτίζεται με οτιδήποτε παραμένει στο εσωτερικό όταν η πόρτα κλείνει, με σαφές όριο απέναντι στο «εκεί» τους σκληρούς και ακλόνητους τοίχους ενός σπιτικού, που θα μπορούσαν να μεταφραστούν ως σύμβολα σταθερότητας, στοιχεία αρχιτεκτονικής, στιβαροί πυλώνες ή ένας ολόλευκος καμβάς έτοιμος να χρωματιστεί. Πέρα απ΄ αυτά όμως, ο τοίχος -και το κάθε τείχος- δεν είναι παρά μια τελευταία γραμμή άμυνας κόντρα στο κακό.

Παρ’ όλα αυτά, ανήκει στο «εδώ» ή στο «εκεί»; Για κάποιους η απάντηση είναι πολύ εύκολη. Την πρώτη φορά που θα συνειδητοποιήσουν ότι φιλοξενεί φωλιά ποντικών, θα αρχίσουν να αμφιβάλουν. Στην πρώτη φτερωτή κατσαρίδα που θα χαθεί σε κάποια ρωγμή του ίσως και να αρχίσουν πια να τον αποφεύγουν. Στην ησυχία της νύχτας θα τους χαρίσει ήχους και τριξίματα, βραχυκυκλώματα σε εκείνη την πρίζα πίσω απ’ το κομοδίνο, και ένα πρωί που θα έχουν αργήσει στην δουλειά θα τους προσφέρει ταπεινά το πρώτο πτώμα. Τότε πια θα είναι πολύ αργά· ίσως και για τη σωτηρία των ψυχών τους.

Harry Clarke – “The Fall of the House of Usher”, Tales of Mystery and Imagination (1919)

Κατά βάθος όμως, αυτός που κρύβει ένα πτώμα στον τοίχο του ξέρει πολύ καλά γιατί βρίσκεται εκεί. Ήταν μεθυσμένος και δεν θυμάται καλά, αλλά η σκέψη ότι σκότωσε μια νεαρή γυναίκα και την έθαψε στον τοίχο θα τον καταδιώκει αιώνια. Μπορεί πάλι να σήκωσε το χαλί και να έχωσε στο ξύλινο πάτωμα τα θλιβερά απομεινάρια μιας παρανοϊκής αμαρτίας, που έπειτα θα αρνηθεί· εκείνη, φυσικά, δεν θα τον απαρνηθεί ποτέ.

Ο Πόου όμως, πέρα από οποιαδήποτε έννοια τύψεων ή διαστροφής, στον ίδιο τον τοίχο και κατ’ επέκταση στο οίκημα προβάλει ατόφια την μετουσιωμένη ψυχή του ενοίκου. Απ’ όλες τις ιστορίες του οι εκτενέστερες περιγραφές του χώρου γίνονται στις λεγόμενες «γοτθικές» όπου η αρχιτεκτονική του σκηνικού ταυτίζεται πάντα με την αρχιτεκτονική του χαρακτήρα και της παράνοιας.

Στον «Μαύρο Γάτο», την πρώτη βραδιά μετά την δολοφονία του ζώου το σπίτι του πρωταγωνιστή φλέγεται, δίνοντας στην ψυχή μια πρώτη επαφή με την κόλαση, ενώ παράλληλα αποτυπώνει την αμαρτία πάνω της.

Στη «Λιγεία» το αβαείο που χτίζει για τον επόμενο γάμο του αντανακλά πλήρως τις αρετές της χαμένης συζύγου του, μέσα απ’ την εσωτερική του διακόσμηση, εγκλωβίζοντας μια για πάντα το πνεύμα της.

Στην «Πτώση του Οίκου των Άσερ» η λήξη του δράματος βρίσκει την φυσική στέγη του οίκου ρημαγμένη στα σπλάχνα της.

Ο τοίχος όμως, πέρα απ’ την υλική του σημασία ως το ίδιο το σώμα του οίκου και της ψυχής, αποτελεί παράλληλα το πλέον απόκρυφο σημείο του. Με υπομονή και θάρρος ένα σκοτεινό κελάρι αποενοχοποιείται, αλλά κανείς ποτέ δεν θα ερμηνεύσει το εφιαλτικό σύρσιμο ανάμεσα στα τούβλα.

Aubrey Beardsley – “The Black Cat”, Tales of Mystery and Imagination (1894)

Το βασικό θεμέλιο ενός σπιτιού, η πεμπτουσία του, μένει για πάντα κρυφό στο ένοικο· το βασικό θεμέλιο της ψυχής, η πεμπτουσία της, δεν θα αποκαλυφθεί ποτέ στην συνείδηση. Είναι λοιπόν ελεύθερη να κρύψει τα μεγαλύτερα κρίματα, λάθη και μυστικά, αφήνοντάς τα στην επιφάνεια ακριβώς όσο χρειάζεται για να μας εκθέσει. Η αμαρτία, στο πρόσωπο του γάτου, κρύφτηκε χωρίς άδεια πίσω απ’ τον σοβά και τελικά πρόδωσε. Η ηχώ μιας καρδιάς ακριβώς κάτω απ’ τα δοκάρια είναι αρκετή για να οδηγήσει στην παράνοια. Πλάι στον αλκοολισμό του Αμοντιλάδο έχει χτιστεί αλυσοδεμένη η αυτοταπείνωση, ο αδελφός Άσερ δεν μπόρεσε ποτέ να απαρνηθεί την τελευταία πηγή της ζωής, και σε μια άκρη της οδού Μοργκ το θύμα ενός αποτρόπαιου εγκλήματος βρέθηκε κατακρεουργημένο στην σκοτεινή εσοχή του ίδιου της του σπιτιού.

Πριν αναφερθώ όμως στις μυστικές κρύπτες του ίδιου του Πόου, αξίζει μια αναφορά στην επανάληψη του μοτίβου για την περίπτωση ενός σατανικού, σχιζοειδούς ετέρου εγώ. Στο διήγημα μυστηρίου «Γουίλιαμ Γουίλσον» ο συγγραφέας περιγράφει έναν παλιό συμμαθητή του αφηγητή, με τεράστιες μεταξύ τους ομοιότητες αλλά που μπορούσε μόνο να ψιθυρίζει, για τον οποίο μαθαίνουμε πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες:

«(…) παρά το οργανικό του ελάττωμα ούτε η φωνή μου δεν του ξέφευγε. Δεν επιχειρούσε, φυσικά, να μιλήσει δυνατά, όμως και έτσι η χροιά ήταν ολόιδια· και ο ιδιότυπος ψίθυρός του έγινε η ακριβής ηχώ του δικού μου. (…)

Υπήρχαν ωστόσο (σημ. στο σχολείο) -όπως είναι φυσικό να συμβαίνει σ’ ένα κτήριο τόσο αδέξια σχεδιασμένο- και πολλές μικρές εσοχές ή κόγχες, τα υπόλοιπα της οικοδομής· (…) Σε ένα απ’ αυτά τα καμαράκια κοιμόταν ο Γουίλσον»

Όπως είναι φυσικό, η ψιθυριστή αυτή ηχώ απ’ την κόγχη του παρελθόντος δεν παρέλειψε να ακολουθεί το alter ego της σε κάθε του βήμα (Λονδίνο, Ρώμη, Βιέννη, Βερολίνο, Μόσχα) και να το προδίδει με πανουργία. Χαρακτηριστική είναι η θαυματουργική αποκάλυψη της ατιμίας του στην διάρκεια μιας παρτίδας écarté.

Harry Clarke – “William Wilson”, Tales of Mystery and Imagination (1919)

Στο πλέον απόκρυφο και εφιαλτικό σημείο της ψυχής του όμως ο Πόου έκρυβε το μεγαλύτερό του παράπονο. Στη διάρκεια της σύντομης ζωής του, έχασε πρακτικά κάθε γυναίκα που αγάπησε, από κοντινές συγγενείς ως ερωμένες και συζύγους. Η νοσταλγική του αγάπη για το εξιδανικευμένο γυναικείο προσωπείο είναι διάχυτη στα έργα του, και σε τέτοιον βαθμό που οι αναφορές σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ανάγονται σε επιλεκτική εικονολατρία· χλωμά πρόσωπα, μαύρα μακριά μαλλιά, ίσια κατάλευκα δόντια, και πάνω απ’ όλα, εκτενής και υπεράνθρωπη μόρφωση. Όπως και στην ίδια του την ζωή, η ντελίκατη και αψεγάδιαστη πορσελάνη που πλάθει τα πρότυπά του είναι καταδικασμένη να χαθεί στον πρώτο βοριά.

Ο Πόου δεν παραλείπει να παραδεχτεί ευθέως την κορυφαία του αδυναμία. «Ο θάνατος μιας νεαρής γυναίκας είναι αδιαμφισβήτητα το πιο ποιητικό θέμα στον κόσμο» είχε γράψει, και φρόντισε να το επιβεβαιώνει τακτικά. Από εκεί και πέρα οι φοβίες του διακλαδίζονται σαν τα βάτα. Ο κυρίαρχος μακελάρης του, η αρρώστια, είναι και ο πιο τυφλός, με μια ιδιαίτερη προτίμηση σε ιδιοσυγκρασίες που τον προκαλούν. Περνάμε έπειτα στο μαρτύριο της ελπίδας, όπου κυριαρχούν η πρόωρη ταφή και η μετεμψύχωση. Η νίκη απέναντι στον θάνατο θα ήταν μια ιδανική πυρά αισιοδοξίας, αλλά ο απογοητευμένος συγγραφέας δείχνει να την αξιοποιεί κατά κανόνα απαισιόδοξα· παρά τον πόνο, ό,τι έχει διαβεί στην αντίπερα όχθη οφείλει να παραμείνει εκεί. Όταν η απώλεια συνδέεται με τύψεις, η πένα την επιστρέφει εκεί που γνωρίζει καλύτερα· στην απροσπέλαστη επιδερμίδα του οίκου.

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόου πάλεψε μια ολόκληρη ζωή με δαίμονες που αν και παράλογα ακατανίκητοι, πήγαζαν απευθείας απ’ τα απόκρυφα της ψυχής. Με τις εξαρτήσεις του απ’ το αλκοολισμό και τον τζόγο αναμετρήθηκε κατά μέτωπο, δημιουργώντας χαρακτήρες που πλήρωσαν αδιαμαρτύρητα τις συνέπειες των ελαττωμάτων και των αμαρτιών τους. Κάποιοι άλλοι όμως, οι άβουλοι κλήροι της μοίρας, δεν έκαναν τίποτα πέρα απ’ το να επιτρέψουν στα συναισθήματα να την προκαλέσουν. Σχεδόν όλοι τους δεν μπόρεσαν ποτέ να αποδεχτούν την απώλεια, και με έναν παρανοϊκό τρόπο κράτησαν κοντά τους το ιδεατό προσωπείο. Είτε πρόκειται για κατάλευκα δόντια, είτε για ένα επιπλωμένο δωμάτιο, είτε για ένα παιδί, μια αρρωστημένη σκιά ενός άπιαστου ονείρου βρίσκεται πάντα σε απόσταση αναπνοής· όπως το κενό ανάμεσα στα τούβλα. Ένα μαρτύριο του Ταντάλου πλασμένο από τύψεις και αναμνήσεις.

Harry Clarke – “Berenice”, Tales of Mystery and Imagination (1923)

Ένας άνθρωπος που έδωσε τόση αξία στην οικιακή αισθητική, όπως φαίνεται και στο δοκίμιο «Φιλοσοφία της επίπλωσης», δεν μπορούσε παρά να την θεωρεί αντανάκλαση της αισθητικής του πνεύματος. Αφιέρωσε ωκεανούς μελάνης περιγράφοντας κάθε πιθανή της πτυχή, από χαλιά και κουρτίνες έως λάμπες λαδιού και κηροπήγια, αλλά και λυσσασμένες Ερινύες ανάμεσα στα θεμέλια και τον σοβά. Με τον ίδιο υπερβάλλοντα ζήλο ανέλυσε διεξοδικά τις ανησυχίες του αληθινά πνευματικού ανθρώπου, που όπως και τα στοιχεία της διακόσμησης επιφέρουν ισορροπία και θαυμασμό. Στην περίπτωση μιας ιδεατής συζύγου, ζηλευτής στον ίδιο τον θάνατο, μιλάμε για την επιτομή της αρχαιοελληνικής χάρης και σοφίας. Κάποια νύχτα του Δεκέμβρη λοιπόν, όταν ένα μαύρο κοράκι εισέβαλε στο κονάκι της ψυχής του και κατέλαβε βίαια μια θέση στην εικόνα της Αθηνάς του, ο μόνος πραγματικός του φόβος ήταν -ίσως- η εκπλήρωση της κατάρας με αποδέκτη το πρόσωπό της· ποτέ πια!

Πηγές:

“21 Ιστορίες και το Κοράκι” (ανθολογία έργων του Πόε), Εκδόσεις Μεταίχμιο, Μετάφραση Κατερίνας Σχινά
“Αλλόκοτες Ιστορίες” (ανθολογία έργων του Πόε), Εκδόσεις Πέλλα, Μετάφραση Κοσμά Πολίτη
“Η φιλοσοφία της Ένδυσης και της Επίπλωσης” (Όσκαρ Γουάιλντ και Έντγκαρ Άλλαν Πόε), Εκδόσεις Κοβάλτιο, Μετάφραση Λαμπριάνας Οικονόμου

Cover image: Gustave Doré’s illustration for Edgar Allan Poe’s “The Raven” (1883)

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά