Η δωδέκατη ώρα. Η ώρα των φαντασμάτων. Η μητέρα μου συνήθιζε να λέει ότι μετά την δωδέκατη ώρα τα φαντάσματα επιστρέφουν στον κόσμο μας για να στοιχειώσουν όσους δεν κοιμόντουσαν. Μου πήρε αρκετό καιρό ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι αυτό ήταν ψέμα. Αν και, κάποιες φορές, συνεχίζω να ανατριχιάζω όταν το μεγάλο, παλιό ρολόι χτυπάει μεσάνυχτα.

Μετά τον θάνατό της συνήθιζα να πηγαίνω για ύπνο πριν τις δώδεκα, εφόσον δεν βρίσκεται εκείνη εδώ για να με προστατέψει. Όμως απόψε είναι διαφορετικά. Κάθομαι στο γραφείο μου και κοιτάζω απελπισμένη την άδεια οθόνη του υπολογιστή μου μην μπορώντας να σκεφτώ τίποτα κατάλληλο για να γράψω στη νέα μου ιστορία. Ο τρόμος ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο, αλλά κάθε φορά κατάφερνα με κάποιον τρόπο να αντεπεξέλθω στις προσδοκίες της αρχισυντάκτριάς μου. Δεν έχω πάψει ν’ αναρωτιέμαι γιατί αποφάσισα να γράψω άρθρα τρόμου. Φοβάμαι το σκοτάδι και τα πλάσματα που δημιουργεί η ζωηρή φαντασία μου, ενώ στα είκοσι χρόνια της ζωής μου συνεχίζω να κοιτάζω κάτω από το κρεβάτι και μέσα στις ντουλάπες πριν ξαπλώσω.

Τελικά, αποφασίζω να κλείσω τον υπολογιστή μου και να πάω για ύπνο. Θα συνεχίσω αύριο το πρωί, όπου το μυαλό μου θα είναι καθαρό και ξεκούραστο. Περνώντας από το σαλόνι βλέπω τον σκύλο μου, ένα μικρό σπιτζ, να κοιτάζει επίμονα το ταβάνι και να γρυλίζει, παρόλο που δεν υπάρχει τίποτα εκεί για να δεις. Οι φίλες μου λένε ότι τα σκυλιά διαισθάνονται τα φαντάσματα και με την παρουσία τους προστατεύουν τους ιδιοκτήτες τους ενάντια στις επιθέσεις τους. Ανοησίες λέω εγώ.

«Έλα αγόρι μου ώρα για ύπνο», μουρμουρίζω κλείνοντας τα φώτα τριγύρω στο σπίτι.

Μια σκιά διασχίζει αστραπιαία την απόσταση του γραφείου έως το δωμάτιό μου και ο σκύλος μου τρέχει να την κυνηγήσει. Δεν δίνω σημασία. Κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο θα την δημιούργησε, όμως στο φοβισμένο του κλάμα αναστατώνομαι. Τι τον έχει πιάσει βραδιάτικα;

Το υπνοδωμάτιό μου είναι ήσυχο, όπως πάντα, και κανένας δεν βρίσκεται εκεί για να του κάνει κακό. Ή σκύλος μου είναι χαλασμένος ή εγώ στοιχειωμένη. Παρ’ όλα αυτά, η συμπεριφορά του φέρνει στο μυαλό μου τις ιστορίες της μητέρας μου για τα χέρια που βγαίνουν κάτω από το κρεβάτι, τον μπαμπούλα που κρύβεται μέσα στην ντουλάπα και τα κόκκινα μάτια που λάμπουν στις χαραμάδες των σκοτεινών δωματίων. Μια ανατριχίλα με διαπερνάει αστραπιαία και σκαρφαλώνω πάνω στο κρεβάτι μου για να ξεντυθώ. Η αλήθεια είναι πως μου πέρασε από το μυαλό ότι κάτι μπορεί να με αρπάξει κάτω από το κρεβάτι.

Ξαπλώνω και κουκουλώνομαι με το πάπλωμα, πείθοντας τον ύπνο να έρθει γρήγορα και να με πάρει, και ο σκύλος μου κουρνιάζει δίπλα μου, ακουμπώντας τη μουσούδα του στο στήθος μου. Τα μάτια του με κοιτάζουν επίμονα και, κάποια στιγμή νιώθοντας άβολα, τον διώχνω. Δεν υπάρχουν φαντάσματα και σίγουρα δεν τον χρειάζομαι για προστασία.

Το ρολόι δείχνει τρεις όταν το ξυπνητήρι μου αποφασίζει με δική του πρωτοβουλία να χτυπήσει. Με ταράζει, όμως το κλείνω αμέσως εφόσον δεν κοιμάμαι. Κάποιοι αμυδροί ήχοι που φτάνουν ως τ’ αυτιά μου με κρατούν ξύπνια και σφίγγομαι από φόβο. Ένα γρατσούνισμα μέσα στους τοίχους, ένα σύρσιμο κάτω από το κρεβάτι και το τρίξιμο μιας πόρτας που ανοίγει.

«Κίμπα», ψιθυρίζω το όνομα του σκύλου μου. Πού είναι;

Ένα απόκοσμο χέρι με μακριά δάχτυλα και μαύρα γαμψά νύχια εμφανίζεται από το άνοιγμα της πόρτας. Τυλίγεται στο κούφωμα γδέρνοντας το κόκκινο ξύλο. Σηκώνω πανικοβλημένη το κινητό μου και ανοίγω τον φακό. Ρίχνω φως προς το μέρος του, όμως τίποτα δεν υπάρχει εκεί. Έπειτα, ένας γδούπος ακούγεται έξω από το παράθυρό μου και ένα ζευγάρι κόκκινα μάτια λάμπει στο τζάμι με φόντο τη νύχτα. Όμως όταν ο φακός μου στρέφεται προς τα εκεί, τα πάντα εξαφανίζονται.

Τίποτα δεν υπάρχει και εγώ είμαι η ανόητη που κάθομαι και τα πιστεύω. Εν τέλη, αποφασίζω να σηκωθώ και κρεμάω τα πόδια μου κάτω από το κρεβάτι. Κάτι με αρπάζει και με τραβάει, πριν προλάβω να αντιδράσω. Το κεφάλι μου χτυπάει στο πάτωμα με έναν υγρό, αηδιαστικό ήχο. Προσπαθώ να αποτραβηχτώ, αλλά αυτή τη φορά δεν είναι μόνο η φαντασία μου. Το χέρι με τα γαμψά, μαύρα νύχια σφίγγει με δύναμη τον αστράγαλό μου. Σκίζει το πόδι μου, ενώ το ζευγάρι με τα κόκκινα μάτια γυαλίζει ικανοποιημένο σε ένα πρόσωπο σάπιο και λευκό. Σκουλήκια τρυπούν τα χείλη και στριφογυρίζουν στα μάτια του.

Φωνάζω πανικοβλημένη, όταν η μορφή ορθώνεται από πάνω μου. Γλιστράω στο πηχτό, κόκκινο αίμα του σκύλου μου και πέφτω κάτω. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν φαγωθώ.

Σαν σε όνειρο, παρακολουθώ το σώμα μου να κατασπαράζεται και να ξεσκίζεται από ένα σωρό θυμωμένα τρομακτικά φαντάσματα, ενώ η ψυχή μου κρύβεται στις σκιές. Μια σκέψη στριφογυρίζει στο μυαλό μου…

Όταν η δωδέκατη ώρα φτάνει, τα φαντάσματα επιστρέφουν από τους νεκρούς για να στοιχειώσουν και να σκοτώσουν όποιον τα δει για να τα καλωσορίσει. Ένας θόρυβος, ένα βλέμμα… και είσαι νεκρός.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά