Η Ματωμένη Μαρία: “Η αφήγηση της Δώρας Μονσελάτου”

by Βασίλης Γιαννάκης

Το παρακάτω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου “η ματωμένη Μαρία”. Πρόκειται για μία από τις τρεις αφηγήσεις του δεύτερου ιντερλουδιου που έχει τίτλο “οι μαρτυρίες γι’ αυτό που εισέβαλε”. Τις επόμενες βδομάδες, σκοπεύω να παραθέσω και τις άλλες δύο μαρτυρίες.

bias

Η αφήγηση της Δώρας Μονσελάτου

«Δεν έχει νόημα να μάθεις οτιδήποτε, αν δεν σου μιλήσω πρώτα για κάτι που μου έτυχε όταν ήμουν μικρή και όπως θα καταλάβεις, έχει άμεση σχέση με αυτό που είδα στη σκεπή του σπιτιού του Γκατζάνα, το πρωινό εκείνο.

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και τώρα που σου μιλάω, τρέμω σύγκορμη στην ανάμνηση εκείνου του… πλάσματος –δεν έχει νόημα να το αποκαλέσω «σκυλί», αφού μονάχα το γεγονός ότι το γνώρισα κάποτε σαν σκυλί με κάνει να το παρομοιάσω με κάτι τέτοιο. Ευτυχώς ήταν και η φίλη μου η Κική δίπλα μου και το είδε μαζί μου, παρόλο που ο τρόπος που το περιγράφει δεν είναι ο ίδιος με τον δικό μου. Τι να πεις; Σημασία έχει ότι εκείνη λιποθύμησε από τη τρομάρα που πήρε και ότι δεν δέχεται να μιλάει σε κανέναν γι’ αυτό όπως διαπίστωσες και μόνος σου όταν την επισκέφτηκες. Καλά έκανε και σε έστειλε σε μένα, γιατί η καημένη υποφέρει ακόμη όταν το θυμάται. Για να μην αναφερθώ στους εφιάλτες που βλέπει κάθε τόσο και στα χάπια που παίρνει. Χάλια μαύρα η κατάσταση.

Άκου τώρα τι έγινε όταν ήμουν εννιά χρονών. Το θυμάμαι ακόμη και τώρα που έχει περάσει μια εικοσαετία, έτσι ακριβώς όπως είχα ζήσει. Ο Γκατζάνας ήταν τότε ακόμη στο χωριό και το σκυλί το είχε ξαμολημένο να τρομοκρατεί εμάς τα μωρά, που διαρκώς τον κοροϊδεύαμε και τον πειράζαμε όταν τον πετυχαίναμε στον δρόμο. Τόσοι και τόσοι του είχανε πει τότε, ότι το ζώο ήταν πολύ άγριο και επιθετικό, αλλά εκείνος δεν άκουγε κανέναν. Έλεγε τα τρελά του ως συνήθως. Ο Γκατζάνας δεν είχε καμία σχέση με τους τρελούς των χωριών που ενδεχομένως έχεις γνωρίσει ή να έχεις ακούσει να μιλάνε οι άλλοι για δαύτους. Ήταν ειδική περίπτωση. Πώς να στο πω… ήταν αλλόκοτος. Λένε ότι διάβαζε τη Σολομωνική και άλλα τέτοια και ότι είχε στη βιβλιοθήκη του διάφορα βιβλία του σατανά. Εγώ δε πιστεύω σε αυτά – για να εξηγούμαστε- αλλά εκείνο τον καιρό αυτά μου αφηγούνταν οι θείες μου. Μία από αυτές τον είχε δει μια μέρα να βαστάει ένα δερμάτινο χοντρό βιβλίο στο παράθυρό του και να μουρμουράει κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα. Όταν τον ρώτησε τι ήταν αυτά που έψελνε, της έδειξε το βιβλίο και της είπε ότι το έγραψε κάποιος άραβας που τρελάθηκε. Αυτός λέει, ήξερε τόσα πολλά που τον κατασπάραξε ένα αόρατο θεριό για να τον τιμωρήσει, γιατί είχε γνώσεις που κανείς άνθρωπος δεν έπρεπε να έχει. Από τότε, λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν το όνομά του. Ο Γκατζάνας θεωρούσε πως ήταν ένας από αυτούς.

dog4Για να μη στα πολυλογώ, ο τύπος ισχυριζόταν ότι είχε επικοινωνία με το υπερπέραν! Μίλαγε λέει με κάποιους που έλεγε ότι βρίσκονται κάπου έξω, που θα εισβάλλουν κάποτε στη γη και άλλα τέτοια. Τι να σου πω… σάμπως έβγαλε ποτέ κανείς άκρη με αυτόν τον τύπο;

dog2

Έτυχε λοιπόν και πέρναγα κι εγώ μια μέρα έξω από το σπίτι του γυρνώντας από το σχολείο. Τι το ‘θελα; Το σκυλί ήταν απ’ έξω και μόλις με είδε, άρχισε να κάνει σα λυσσασμένο. Πήρα τέτοια τρομάρα, που έβαλα αμέσως τα κλάματα και άρχισα να τσιρίζω. Δεν πρόλαβε όμως κανείς να με βοηθήσει, καθώς ήταν μεσημέρι και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Όταν οι πρώτοι γείτονες έσπευσαν στο σημείο πανικόβλητοι από τις φωνές και τα κλάματά μου, αυτό το κοπρόσκυλο με είχε βάλει ήδη κάτω και ξέσκιζε το χεράκι μου. Ξέρεις πόσο αίμα είχα χάσει; Άλλο να στο λέω και άλλο να το βλέπεις. Ορίστε, δες το σημάδι που μου άφησε και που το έχω ακόμη … Κοίτα το… Το διανοείσαι; Το σκυλί ήταν τρεις φορές ίσα με μένα σε μέγεθος. Αλλά δεν έφταιγε το ζώο που ήταν έτσι, γιατί αυτός ήταν που το έκλεινε στο υπόγειο του σπιτιού του νηστικό, επί πολλές μέρες κάθε βδομάδα, έτσι ώστε να το κάνει άγριο.

Ένιωσα ότι με γλίτωσαν από του Χάρου τα δόντια. Και από τότε, έκανα δέκα χρόνια να περάσω από εκείνο το… το… κωλόσπιτο… Ε, συγνώμη πια, αλλά αγανάχτησα που το θυμήθηκα! Πάντως αυτό που συνέβη σε μένα, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Το σκυλί κάποιοι λένε ότι του έριξαν φόλα τρεις μέρες αφότου με έχει δαγκώσει. Άλλοι πάλι λένε ότι άνοιξε η γη και το κατάπιε. Πάντως κανείς δεν είδε τον Γκατζάνα να το πενθεί, αλλά αν θες τη γνώμη μου εγώ το θεωρώ δεδομένο ότι κάτι τέτοιο συνέβη, καθώς το είχε μεγάλη αδυναμία του ζωντανού.

dog1Όσο για μένα, από τότε τα φοβάμαι όλα τα σκυλιά. Όλα σου λέω! Ακόμη και τα τσιουάουα. Μη το γελάς καθόλου! Γι’ αυτό και με βλέπεις να έχω γάτα. Την λένε Κορνηλία και τη λατρεύω. Για τον άντρα μου δε βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι αισθάνεται το ίδιο γι’ αυτή, αλλά εφόσον αγαπά εμένα, την ανέχεται μια χαρά.

Ένα χρόνο αφότου χάθηκε ο σκύλος, ο Γκατζάνας έγινε άφαντος κι ο ίδιος. Εν ψυχρώ! Ξαφνικά ένα πρωινό, κατάλαβαν όλοι, ότι ο Γκατζάνας δε βρισκότανε πλέον ανάμεσά μας. Απλά σηκώθηκε και έφυγε και κανείς μέχρι σήμερα δε γνωρίζει που βρίσκεται.  Ίσως να τον πήραν μαζί του εκείνοι που βρίσκονται απ’ έξω και τους οποίους κάθε τόσο επικαλούνταν. Ξέρω γω; Κάτι τέτοια λέγανε οι θείες μου και με φοβίζανε.

Και φτάνουμε τώρα, φίλε μου, σε εκείνο το πρωινό του Μαΐου που το θυμάμαι σα να ‘ταν χθες, γιατί είχα έρθει για δεύτερη φορά αντιμέτωπη με αυτό το ζώο. Ναι, καλά άκουσες. Το ξαναείδα! Το ίδιο σκυλί που είχε χαθεί για μία εικοσαετία περίπου. Κάτι μου έλεγε μέσα μου ότι επρόκειτο για το ίδιο πλάσμα, παρόλο που έτσι όπως μου εμφανίστηκε, όποιος κι αν το έβλεπε μαζί μου δεν θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι ήταν σκυλί. Η Κική, ας πούμε, το πέρασε για αρκούδα.

Εκείνο το πρωινό λοιπόν, είχα πάει για ψώνια και επέστρεφα σπίτι κρατώντας δύο γεμάτες σακούλες. Κάποια στιγμή βρέθηκα να περνάω έξω από το ερείπιο που κάποτε ήτανε το σπίτι του Γκατζάνα. Η θέα του ξύπνησε, αμέσως και με κάποιο ανεξήγητο τρόπο, τα όσα είχα θαμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού μου από τότε που ήμουν εννιά χρονών. Οι αναμνήσεις ήταν τόσο έντονες που μπορούσα να νιώσω ξανά τα σουβλερά δόντια όπως τότε που μασουλούσαν τη σάρκα μου. Τον ανυπόφορο πόνο. Τον τρόμο. Την αγωνία ότι απειλούνταν η ζωή μου και ότι μέσα σε λίγες στιγμές ο λαιμός μου θα ξεσκιζόταν από ένα πανίσχυρο πλάσμα, μπροστά στο οποίο ήμουν ένα τίποτα. Έτσι ένιωσα, Βασίλη και δε σου κάνω πλάκα.

Τότε, άκουσα τη γνώριμη φωνή της Κικής που με επανέφερε στην πραγματικότητα. Εκείνη πήγαινε να ανοίξει το κατάστημα υποδημάτων που έχει μαζί με τον άντρα της. Φαίνεται από το παράθυρό μου. Αν θέλεις, μετά θα στο δείξω. Αυτές τις μέρες έχουν καλές προσφορές στα σπορτέξ. Είναι και καλής ποιότητας, να πας να πάρεις, θα σου αρέσουν. Τι  έλεγα; Α, ναι… Με την Κική μιλήσαμε για τούτο και για κείνο και για το άλλο, και σύντομα η κουβέντα μας πέρασε σε διάφορα που είχαν να κάνουν με το χωριό. Οκ, το παραδέχομαι. Κουτσομπολεύαμε. Αν και ομολογώ ότι δεν επιδίδομαι συχνά στο άθλημα.

Εκεί λοιπόν που και οι δυο μας ήμασταν απορροφημένες στη συζήτηση, είδα ξαφνικά την Κική να χάνει το χρώμα της. Ασφαλώς και ταράχτηκα, καθώς μια τέτοια αντίδραση στα καλά του καθουμένου δεν είναι συνηθισμένη από πλευράς της και μάλιστα κάτω από το άπλετο φώς του ηλίου. Έδειχνε έτοιμη να μπήξει τα ουρλιαχτά από κάτι που θωρούσε και το οποίο βρισκόταν πίσω μου.

Έχε υπόψη σου ότι την ώρα εκείνη, ήμασταν μοναχές μας στον δρόμο. Αν τύχει και πας κατά εκεί, θα καταλάβεις ότι πρόκειται για ένα μικρό δρομάκι που σε καμία περίπτωση δε το λες πολυσύχναστο. Αχ, να υπήρχαν και άλλοι που να έβλεπαν τη φρίκη που αντίκρισα όταν έστρεψα το κεφάλι μου! Αχ και να μπορούσα να σβήσω από το μυαλό μου αυτό που είδα! Αυτό το πράγμα ήταν ανεβασμένο πάνω στη σχετικά χαμηλή στέγη του ερειπίου. Στεκόταν εκεί και μας κοίταζε λες και ήταν έτοιμο να χιμήξει ανά πάσα στιγμή. Και τα μάτια του λαμπίριζαν με ένα διαολεμένο κόκκινο φως. Το λέω και μου σηκώνεται η τρίχα. Ήταν πιο μαύρο κι από πίσσα, όπως το ήξερα από παλιά και είχε επιστρέψει! Είχε επιστρέψει για μένα.

dog3

Η Κική άρχισε να ουρλιάζει και τα ουρλιαχτά της μπερδεύτηκαν με τους σιχαμένους ήχους που έβγαιναν από το πελώριο και αφρισμένο εκείνο στόμα. Το σκυλί του Γκατζάνα ζούσε και πάλι, μόνο που αυτή τη φορά, έδειχνε διαφορετικό στην όψη του. Μπορούσες να το πεις και δαιμόνιο έτσι όπως έμοιαζε ή και… δε ξέρω… δε ξέρω ειλικρινά. Αν άκουγες μόνο εκείνα τα γρυλίσματα θα καταλάβαινες. Έμοιαζαν με λόγια. Λόγια φερμένα από τα βάθη των αιώνων. Μιλούσαν κατευθείαν μέσα στο μυαλό μου και όταν προσπάθησα να συγκεντρωθώ σε αυτά, άκουσα το ίδιο μου το ουρλιαχτό που πλέον συνόδευε αυτό της Κικής. Ήταν οι φρικαλέοι ύμνοι εκείνων των άθλιων θεών που προσκύναγε ο Γκατζάνας κάποτε. Δε θέλω να θυμάμαι… Συγνώμη…. Δε θέλω να θυμάμαι.

Όταν συνήλθα που λες, μας περιέβαλαν τρεις άντρες που ήρθαν να βοηθήσουν. Μας είχαν ακούσει να φωνάζουμε και είχαν προστρέξει ανήσυχοι, γεμάτοι απορία για να μάθουν τι μας είχε συμβεί. Έστρεψα και πάλι το βλέμμα μου στη χαμηλή στέγη. Το σκυλί είχε εξαφανιστεί λες και δεν υπήρξε ποτέ. Έπειτα το έστρεψα στην Κική. Κειτόταν λιπόθυμη στο έδαφος. Κόντεψα και γω να σωριαστώ, αλλά κάποιος με βάστηξε.

Τι άλλο θες να σου πω; Τα νέα για αυτό που είχαμε την ατυχία να δούμε το πρωί εκείνο, διαδόθηκαν παντού στο χωριό. Κάποιοι μας πίστεψαν, άλλοι θεωρούν μέχρι και σήμερα ότι μας είχε βαρέσει ο ήλιος και χαζέψαμε προς στιγμήν. Υπάρχουν ακόμα και μερικοί που λένε ότι το βγάλαμε όλο το σκηνικό από το μυαλό μας. Ναι, καλά!  Ας ήταν στη θέση μας και τα λέμε. Δε νομίζω ότι έχω να σου πω κάτι άλλο. Ό,τι ήταν να ακούσεις, το άκουσες. Ας αλλάξουμε θέμα σε παρακαλώ… μίλησέ μου για σένα. Πώς είπες ότι λέγεται η ιστορία που γράφεις; “Ματωμένη Μαρία”;»

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά