Η Σπηλιά (Μέρος Α’)

by Μαρία Δανιήλ

Αν κανείς μπορούσε να παρατηρήσει την πόλη μας από ψηλά, θα έβλεπε πως το σχήμα της μοιάζει μ’ εκείνο ενός φασολιού. Μακρόστενο, κάπως στρογγυλεμένο και μ’ ένα μικρό βαθούλωμα στην μια του πλευρά. Γύρω του η λίμνη τυλίγει τα χέρια της, κλείνοντας το σε μια όμορφη αγκαλιά φτιαγμένη από τα τρία ποτάμια που κατεβαίνουν από τις κορυφές των βουνών για να χυθούν ορμή μέσα της. Αλήθεια, γνωρίζετε πως δημιουργήθηκε το βαθούλωμα αυτό; Στοιχηματίζω την καλή μου γούνα από βιζόν πως όχι!

Κάποτε, όταν ήμουν νέα και τα κάστρα της πόλης έστεκαν επιβλητικά, προστατεύοντας την από τους εχθρούς, όταν το εμπόριο με τις παραδουνάβιες ηγεμονίες άνθιζε και όλοι είχαν εξασφαλισμένο το ψωμί τους, τότε που ο χειμώνας πάγωνε τα νερά της λίμνης για πέντε ή και έξι πολλές φορές μήνες, το σχήμα της πόλης ήταν διαφορετικό. Εκεί που σήμερα η ακτογραμμή της μπαίνει προς τα μέσα, βρισκόταν η είσοδος της Σπηλιάς. Η σπηλιά αυτή δεν είχε κάποιο άλλο όνομα, οι ντόπιοι την έλεγαν απλά “Σπηλιά”. Κανείς μπορούσε να μπει σ’ αυτή με βάρκα κι, έπειτα, να περπατήσει στο πυκνό σκοτάδι, σε έδαφος ασταθές, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να πέσει σε κάποια από τις λίμνες. Η είσοδος της Σπηλιάς βρισκόταν ακριβώς εκεί, διακόπτοντας τον παράκτιο δρόμο. Το σημείο εκείνο ήταν τόπος συνάντησης για τους ψαράδες και τα βράδια με φεγγάρι νεαρά ζευγάρια κωπηλατούσαν ως εκεί. Τα βραχάκια στις δυο πλευρές του ανοίγματος προσφέρονταν για λίγη ξεκούραση από κουπί, για συζητήσεις σχετικά με τα άστρα, τις νεράιδες και νηριήδες, για τις γοργόνες και του καλικάντζαρους, για τα πνεύματα και το Θεριό της Σπηλιάς.

Ο μύθος έλεγε πως χρυσάφι ήταν κρυμμένο στη Σπηλιά, τόσο πολύ που με δαύτο έχτιζες ολόκληρο παλάτι με χρυσούς τοίχους και χρυσά πατώματα, χρυσές πόρτες και παράθυρα, όμως το χρυσάφι αυτό το φυλούσε νύχτα και μέρα το Θεριό. Πως ήταν το Θεριό και πότε πήγε εκεί, κανείς δεν γνώριζε. Η γνώση για την ύπαρξη του περνούσε από γενιά σε γενιά, μαζί με τα οικογενειακά κειμήλια, τα τραγούδια, τις συνταγές και τις τεχνικές γουνοποιίας. Κάποιοι έλεγαν πως το Θεριό υπήρξε κάποτε άνθρωπος, ωστόσο υπέπεσε σε μεγάλη αμαρτία και ο Θεός το μεταμόρφωσε σε… Θεριό. Άλλοι έλεγαν πως το θεριό το έβαλε εκεί μια μάγισσα για να φυλάει τον θησαυρό της χρόνο με τον χρόνο αυξανόταν, ενώ κάποιοι άλλοι πως το θεριό ήταν σταλμένο από τον Εωσφόρο για φυλάει τα δικά του πλούτη μέχρις ότου να επιστρέψει εκείνος από τα βάθη της γης, όπου τον είχε στείλει ο Μέγας Αλέξανδρος. Έτσι, φοβούμενοι την φαντασία που στεφάνωσε τον μύθο με φόβο και τρόμο, οι ντόπιοι δεν τολμούσαν να περάσουν το κατώφλι της Σπηλιάς, ώσπου ένα βράδυ του Μαΐου, που το φεγγάρι ήταν στη χάση του και που ο χειμώνας δεν έλεγε να δώσει τη θέση του στην άνοιξη, ένας νεαρός ψαράς τόλμησε αυτό που άνδρες με την διπλάσια διάπλαση και τα διπλά του χρόνια δεν τολμούσαν: μπήκε στην Σπηλιά.

Ο ψαράς, που το όνομα του εδώ δεν έχει καμία σημασία, όπως είπα ήταν νέος. Ήταν το μικρότερο παιδί σε μια οικογένεια με εννιά παιδιά. Δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα όμορφος, ούτε ιδιαίτερα έξυπνος, ούτε δυνατός ή θαρραλέος. Η μητέρα του πέθανε στη γέννα και όταν μεγάλωσε λιγάκι αποκαλούσε την λίμνη «μάνα». Έτσι, δεν είναι καθόλου περίεργο που επέλεξε να γίνει ψαράς. Εκεί, στα νερά, ένιωθε ασφάλεια, με την ησυχία να τον τυλίγει και τον απαλό παφλασμό των κουπιών ν’ ακούγεται πότε- πότε.

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, έκανε τόσο κρύο που η ανάσα το έβγαινε σε αχνά συννεφάκια. Τα ψάρια δεν τσιμπούσαν, έτρεμε ολόκληρος, ένιωθε την υγρασία να του τρυπάει τα κόκαλα και σαν να μην έφτανε αυτό, σύννεφα έκρυβαν τ’ άστρα, για να ξεσπάσει δυνατή μπόρα μετά από λίγο. Ο ψαράς πανικόβλητος άρχισε να κωπηλατεί. Η βροχή έπεφτε με ορμή στην βάρκα, στο πρόσωπο του και έκανε την επιφάνεια της λίμνης να μοιάζει με δαντέλα. Ο ουρανός από πάνω του φωτιζόταν από αστραπές και κεραυνούς, οι βροντές αντηχούσαν παντού γύρω του. Μέσα στον φόβο του, ξέχασε τον άλλο φόβο, εκείνον για το Θεριό.

Μόλις η βάρκα του πέρασε την είσοδο της Σπηλιάς, άφησε τα κουπιά και αναπνέοντας βαριά, τυλίχθηκε σ’ ένα κουβάρι για να σταματήσει το τρέμουλο. Όταν οι μανιασμένοι χτύποι της καρδιάς του κόπασαν, σήκωσε το κεφάλι και προσπάθησε να διακρίνει κάτι, το οτιδήποτε, αλλά το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό γύρω του που πίστευε πως μπορούσε να το αγγίξει, να νιώσει την υφή του, να το κόψει με το μαχαίρι. Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, βρέθηκε σε δίλημμα Να έμενε εκεί ώσπου να σταματήσει η βροχή να επιστρέψει στη λίμνη και να κωπηλατήσει μέχρι το σπίτι του, στην αντίπερα όχθη; Πριν προλάβει να αποφασίσει, ένα μουγκρητό ακούστηκε από το βάθος της Σπηλιάς, για να επαναληφθεί ύστερα από λίγο πιο κοντά του. Ο ψαράς τινάχτηκε και η βάρκα ταλανίστηκε παφλάζοντας απαλά. Με τα μάτια μισόκλειστα, επικαλέστηκε τον Θεό και τότε μια φλόγα φάνηκε στον βράχο απέναντι του. Η Σπηλιά λούστηκε στο φως, πονώντας τα μάτια του. Παρά τον πόνο, μπόρεσε και είδε την πηγή του φωτός, το Θεριό της Σπηλιάς, έναν μεγάλο δράκο με καφέ φολιδωτό δέρμα που έλαμπε πορφυρό στις φλόγες που έβγαιναν από το στόμα του.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά