Όταν ο ψαράς άνοιξε τα μάτια του, βρισκόταν ξαπλωμένος στο σκληρό και υγρό πετρώδες έδαφος. Φλόγες που έτρεμαν φώτιζαν την Σπηλιά και γέμιζαν τα τοιχώματα με σκιές, άλλες μεγάλες και άλλες μικρές. Από κάπου, κοντά ή μακριά δεν μπορούσε να καταλάβει, ακουγόταν σταγόνες νερού που έσταζαν στο έδαφος, ο μαλακός ήχος των κυμάτων και μάλλον ένα μικρό ρυάκι. Ανακάθισε και κοίταξε γύρω του απορημένα και κάπως φοβισμένα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, το στόμα του είχε ξεραθεί, τα μάτια του ήταν διάπλατα ανοιχτά και σάρωναν το τοπίο γύρω του, η αναπνοή του  έβγαινε γρήγορα από τα χείλη του και ένιωθε ένα ρίγος να διαπερνάει τα άκρα και την σπονδυλική του στήλη κάθε τόσο. Με χέρι του οποίου τις κινήσεις δεν έλεγχε εκείνος, πήρε μια κοφτερή πέτρα από κάπου δίπλα του και την έσφιξε.

Τότε, λες και ο πόνος τον έβγαλε από τον πνευματικό του λήθαργο, άρχισε να θυμάται. Η μπόρα, το κρύο, η Σπηλιά και… και… Κούνησε το κεφάλι του γρήγορα και αρνητικά, μην μπορώντας να το πιστέψει. Η παλάμη του ανέβηκε στο μέτωπο του και έλεγξε την θερμοκρασία του. Αν και του φάνηκε φυσιολογική, ήταν πεπεισμένος πως ψηνόταν στον πυρετό. Μόνο εξαιτίας αυτού μπορούσε να είχε δει τέτοια οράματα, τέτοιες ψευδαισθήσεις. Όμως πως είχε φτάσει ως εκεί; Γιατί δεν βρισκόταν ακόμα στην βάρκα του; Δίχως δεύτερη σκέψη και με την καρδιά του ν’ ανεβάζει παλμούς, σηκώθηκε και με το βλέμμα του έψαξε την έξοδο.

Στην άλλη άκρη της Σπηλιάς βρήκε δυο ανοίγματα. Τρέχοντας πλησίασε και ενστικτωδώς πέρασε από εκείνο στ’ αριστερά. Για αρκετή ώρα περπατούσε στο σκοτάδι σχεδόν. Το αχνό, χλωμό φως του φεγγαριού περνούσε από μερικά ανοίγματα στην οροφή. Κάποτε έφτασε σε μια μεγάλη αίθουσα. Η οροφή της ήταν διάτρητη και το φως της σελήνης έφτανε σ’ εκείνο ψυχρό αλλά και γλυκό τυλίγοντας τα πάντα γύρω του με μαγευτικού του πέπλο. Στο κέντρο της αίθουσας βρισκόταν μια λίμνη. Η επιφάνεια της έτρεμε στο φύσημα κάποιου περίεργου και σκοτεινού ανέμου. Ο ψαράς με αργά βήματα πλησίασε και γονάτισε. Βούτηξε το χέρι του στο νερό και έπειτα έβρεξε το πρόσωπο του, ελπίζοντας πως αυτό θα τον ξυπνούσε από τούτο άσχημο όνειρο. Αντ’ αυτού, ωστόσο ένας βρυχηθμός ακούστηκε από τις σκιές και ο ψαράς ένιωσε κάτι μέσα τους να σαλεύει. Σύρθηκε μακριά από την λίμνη και κόλλησε σε κάποιον βράχο.

Στο μισοσκόταδο είδε δυο ασημιά μάτια να γυαλίζουν, δυο τεράστια, πανέμορφα μάτια που κρύβονταν κάθε που ο δράκος ανοιγόκλεινε νωχελικά τα βλέφαρα του. Το πλάσμα με βήματα βαριά πέρασε μέσα από την λίμνη παφλάζοντας και στάθηκε πάνω από τον ψαρά που έτρεμε τώρα σαν να’ ταν ένα από τα θηράματα του. Την στιγμή που ήταν έτοιμος να ουρλιάξει, μια φωνή ακούστηκε μέσα στο κεφάλι του, λες και ήταν η φωνή της συνείδησης του ή δική του φωνή, όμως όχι! Πρώτη φορά την άκουγε και ποτέ δεν θα την ξεχνούσε. Ήταν μεστή, μπάσα, ζεστή και βαθιά. Θολωμένα σκέφτηκε πως αν ο Χρόνος μπορούσε ποτέ να μιλήσει να μεταδώσει τη σοφία του, έτσι θα’ ταν η φωνή του. Ο Δράκος του είπε να μην φοβάται. Η μπόρα και η παγωνιά τον είχε φέρει εκεί και όχι το χρυσάφι. Μπορούσε να μείνει μέχρι την αυγή, εκτός κι αν επιθυμούσε να επιστρέψει αυτήν την στιγμή στην βάρκα του.

Ο ψαράς έμεινε να κοιτάζει τα γκρίζα και ασημιά μάτια απέναντι του που έδειχναν να περιμένουν μιαν απάντηση. Όταν βρήκε την μιλιά του ψέλλισε κάτι ακατάληπτο και ο Δράκος κρύφτηκε ξανά στις σκιές. Με τον φόβο και τον τρόμο να τον ζώνουν, τσακισμένος από την κούραση, έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε. Το πρωί, όταν ξύπνησε βρισκόταν ξανά στην βάρκα του.

Μέρες πολλές πέρασαν και ο ψαράς δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Τιναζόταν με τον παραμικρό θόρυβο, τα βράδια έβλεπε εφιάλτες, ήταν αφηρημένος και ο κόσμος γύρω του έμοιαζε ψεύτικος. Υπήρχαν φορές που αναρωτιόταν αν αυτή ήταν η πραγματικότητα ή αν όλα όσα έβλεπε κι άκουγε ήταν ένα όνειρο. Μια εβδομάδα αργότερα επέστρεψε στην Σπηλιά. Μπήκε με την βάρκα του και περίμενε ώρα πολλή, το ίδιο έκανε την επόμενη και την μεθεπόμενη μέρα. Τελικά, αποφάσισε να περιμένει ως το ξημέρωμα. Αφού η σελήνη μεσουράνησε άκουσε τα βήματα του Δράκου. Σηκώθηκε όρθιος στην βάρκα του και εκείνη ταλανίστηκε. Ο Δράκος ξεφύσησε ξερνώντας καπνό από τα πελώρια ρουθούνια του. Ρώτησε τον ψαρά τι γύρευε και εκείνος απάντησε: «Την αλήθεια.». Ο Δράκος έβγαλε έναν περίεργο ήχο από το λαρύγγι του, κάτι σαν γέλιο και αφού κάθισε απέναντι από τον ψαρά, του είπε την ιστορία του.

Είχε έρθει πριν πολλά χρόνια σ’ αυτό το μέρος. Είχε πετάξει από την αρχαία γη των προγόνων του μαζί με τον Μεγάλο Αφέντη που πρόσταζε όλους τους δράκους. Όταν έφτασε εκεί, ο Αφέντης βρήκε για τους δυο τους αυτό το μέρος, την Σπηλιά. Ευτυχισμένα έζησαν για λίγο καιρό, τουλάχιστον για τον τρόπο που αντιλαμβανόταν ο Δράκος τον χρόνο. Κάποτε όμως ο Αφέντης έφυγε και δεν γύρισε, αφήνοντας πίσω του όλους τους θησαυρούς που είχε φέρει από την αρχαία γη. Έκτοτε, ο Δράκος φυλούσε την Σπηλιά περιμένοντας τον γυρισμό του Αφέντη. Πολλοί άνθρωποι είχαν προσπαθήσει να μπουν μέσα, όμως εκείνος τους είχε σταματήσει. Ήξερε τι γύρευαν. Ο ψαράς παρόλα αυτά ήταν διαφορετικός, γι’ αυτό είχε επιστρέψει άλλωστε.

Ο ψαράς συγκινημένος καθώς ήταν από την ιστορία του Δράκου, υποσχέθηκε πως θα τον επισκέπτεται κάθε βράδυ κι έτσι έκανε. Πέρασαν αρκετοί μήνες κι ανάμεσα στον Δράκο και τον ψαρά δημιουργήθηκαν δεσμοί φιλίας. Μια μέρα ο Δράκος είπε πως ναι μεν του έλειπε ακόμη πολύ ο Αφέντης, αλλά τώρα δεν ήταν μόνος.

Ωστόσο, οι επισκέψεις του ψαρά δεν έμειναν κρυφές. Οι άλλοι ψαράδες είχαν παρατηρήσει πως πλέον ψάρευε πάντα κοντά στην Σπηλιά, πως τα περισσότερα βράδια δεν τους συντρόφευε, ούτε γύριζε στο σπίτι του. Έτσι αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν και το έκαναν. Είδαν πως μπήκε στην Σπηλιά και πως βρήκε ώρες αργότερα. Το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό τους ήταν το χρυσάφι. Πίστεψαν πως είχε ανακαλύψει τον θησαυρό και κρυφά άδειαζε την Σπηλιά. Η φήμη διαδόθηκε στους κύκλους των ανδρών της πόλης και σύντομα αποφάσισαν να ψάξουν κι εκείνη στη Σπηλιά.

Το δεύτερο βράδυ της πανσελήνου, αφού ο μικρός μας ψαράς μπήκε στην Σπηλιά, η λίμνη γέμισε βάρκες. Με φανάρια κρεμασμένα στην πλώρη, η επιφάνεια του νερού έμοιαζε με πιστή αντανάκλαση του έναστρου ουρανού. Πέρασαν με τις βάρκες στο εσωτερικό κι έπειτα με τα πόδια χωρίστηκαν και εξερεύνησαν τα δωμάτια και τις αίθουσες.

Ο Δράκος και ο ψαράς άκουσαν θόρυβο μονάχα αρκετές ώρες αργότερα, όταν οι άνδρες είχαν ήδη ξεκινήσει το σκάψιμο. Ο ψαράς ανέβηκε στην ράχη του Δράκου και πέταξαν ως τις μπροστινές αίθουσες. Κάποιοι από τους άνδρες βλέποντας το θεριό τρόμαξαν, μάλιστα το έβαλαν στα πόδια, παρόλα αυτά πολλοί ήταν εκείνοι που δεν φοβήθηκαν. Στράφηκαν εναντίων του Δράκου και του ψαρά. Εκείνος με φωνές που πνίγονταν στον ορυμαγδό του πλήθος προσπάθησε να τους συνετίσει. Φοβήθηκε για τον φίλο του και γέμισε με οργή βλέποντας το μίσος στα πρόσωπα των ανδρών που συναναστρεφόταν σχεδόν κάθε μέρα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε ξανά αν όλα όσα ζούσε ήταν πραγματικά. Την απάντηση βρήκε για ακόμα μια φορά στον πόνο. Οι άλλοι ψαράδες άρχισαν να πετροβολούν τον Δράκο και μια από τις πέτρες τον βρήκε στον ώμο. Το πουκάμισο του σκίστηκε και αίμα ανάβλυσε από την πληγή.

Ο Δράκος, βλέποντας το αυτό βρυχήθηκε, καπνός ξεχύθηκε από μέσα του και για μια στιγμή οι φωνές σταμάτησαν. Σήκωσε το κεφάλι και τα μεγάλα του μάτια κοίταξαν τα ανοίγματα της οροφής. Το βλέμμα του μετά βρήκε εκείνο του ψαρά. Έκανε μερικά βήματα πίσω και φυσώντας με δύναμη έφτιαξε μια πύρινη γραμμή ανάμεσα σ’ εκείνον και τον όχλο. Οι ντόπιοι, αυτή τη φορά πραγματικά τρομαγμένοι, έφυγαν τρέχοντας. Σύντομα ακούστηκαν οι παφλασμοί των κουπιών.

Ο ψαράς χαμογέλασε στον Δράκο, όμως εκείνος ήταν θλιμμένος, τότε ο ψαράς αναρωτήθηκε και τι συνέβαινε, αλλά απάντηση δεν πήρε παρά αρκετή ώρα αργότερα. «Θα επιστρέψουν», είπε: «η Σπηλιά ανήκει σ’ αυτούς, όχι σ’ εμένα ή τον Αφέντη». Αυτά είπε κι ύστερα ζήτησε από τον ψαρά να φύγει. Εκείνος υπάκουσε, μόνο που αφού είχε αρχίσει να κωπηλατεί, ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε, τον έκανε να πεταχτεί από την θέση του. Γύρισε αρκετά γρήγορα ώστε να δει την είσοδο της Σπηλιάς να καταρρέει και τον Δράκο να πετάει μακριά, ψηλά στον ουρανό. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδε.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά