Θρύλοι του Νερού: Δροσουλίτες, Γοργόνες και Δράκοι του Αχέροντα

by Χριστίνα Λάσκη

Άχρωμο, άοσμο και άγευστο, κι όμως το νερό, πέρα από μήτρα της ζωής, είναι και το κύριο στοιχείο πολλών παράξενων θρύλων. Ανάμεσα στους καύσωνες και τις πυρκαγιές, ίσως είναι απαραίτητο να θυμηθούμε τη δροσιά και τη δύναμη που κατέχει αυτό το πολύτιμο υγρό, που αναγεννά όχι μόνο το σώμα μας και τη φύση, αλλά γονιμοποιεί και τον νου, κάνοντας να αναδύονται δεκάδες παραδόσεις. Σήμερα θα μιλήσουμε για θρύλους που αναπτύχθηκαν γύρω από το νερό, από διάφορα μέρη της Ελλάδας: για τον Δράκο του Αχέροντα στην Ήπειρο, τη Γοργόνα της Μακεδονίας και τους Δροσουλίτες της Κρήτης. Τέτοιες ιστορίες έχουν πάντοτε πολλαπλά επίπεδα και χρήζουν αφηγηματικής ανάλυσης, μα εδώ απλώς θα τις αφηγηθούμε, για να βγάλετε εσείς τα δικά σας συμπεράσματα.

Εξάλλου κάνει ζέστη και το νερό πρέπει να πίνεται γρήγορα…

Αχέροντας, το πικρό, μαύρο ποτάμι

Ποιος δεν έχει ακούσει για τους ζοφερούς θρύλους του που κρύβονται στα παγωμένα νερά του Αχέροντα; Άλλωστε στη αρχαιότητα αυτό το μαιανδρικό ποτάμι ήταν ο δρόμος που ακολουθούσαν οι νεκροί, με τη συνοδεία του Ερμή, για τον Κάτω Κόσμο. Η σκοτεινή πύλη, φυλασσόμενη άγρυπνα από τον Κέρβερο, στεκόταν εκεί που ο Αχέροντας συναντούσε τον ποταμό των θρήνων, τον Κωκυτό και τον καυτό Πυριφλεγέθοντα. Από κι έπειτα αναλάμβανε ο Χάρων και δεν υπήρχε γυρισμός και ελπίδα. Μονάχα κάτω από ειδικές τελετουργικές συνθήκες, στο πανάρχαιο Νεκρομαντείο του Αχέροντα, μπορούσαν οι ζωντανοί να έρθουν σε επικοινωνία με τους νεκρούς. Ακόμα πιο ελάχιστοι ήταν ικανοί να κάνουν το ταξίδι πίσω – ήταν εκείνοι οι μυημένοι, οι ήρωες, που τους είχαν δοθεί οι χρησμοί και οι κώδικες της υποχθόνιας Γεωγραφίας:

Και σαν αράξεις το καράβι σου στο βαθιορεματάρη

τον Ωκεανό, στον Άδη κίνησε να πας το μουχλιασμένο.

Χύνουνται εκεί ο Πυριφλεγέθοντας κι ο Κωκυτός, που βγαίνει

από τη Στύγα, στον Αχέροντα τα δυο ποτάμια σμίγουν

λίγο πιο πάνω τα βροντόλαλα, στη μέση κι ένας βράχος.

(Οδύσσεια, Ραψωδία κ΄, μτφρ. Δ. Μαρωνίτη)

Αχέροντας, ο ποταμός των στεναγμών

Πώς όμως έλαχε ο κλήρος στον Αχέροντα να γίνει το ποτάμι που οδηγεί στον Άδη; Η αιτία είναι το γνωστό μας μοτίβο, το «ένα απαγορευμένο πράγμα», που θα αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο. Ο μύθος λέει ότι ο ποταμός Αχέροντας έκανε το μοιραίο σφάλμα να προσφέρει νερό στους διψασμένους Τιτάνες, κατά τη διάρκεια της Τιτανομαχίας. Οργισμένος ο Δίας, μαύρισε και πάγωσε τα νερά του και τον καταδίκασε να είναι ποτάμι του θανάτου και των στεναγμών. Μάλιστα λέγεται πως, όσοι νεκροί δεν είχαν να δώσουν τον οβολό, το κόμιστρο, στον περαματάρη Χάροντα, καταδικάζονταν σε αιώνια περιπλάνηση στις χαράδρες και τις σπηλιές του Αχέροντα. Ακόμα και σήμερα πιστεύεται ότι οι περιοχές αυτές είναι στοιχειωμένες, ενώ η λαϊκή ονομασία του Αχέροντα είναι Μαυροπόταμος.

Όπως συνηθίζεται, τη σκυτάλη της αρχαίας δοξασίας παρέλαβε ο χριστιανισμός. Έτσι, η παράδοση αφηγείται πώς στη σπηλιά του βουνού Γκορίλα, απ’ όπου πήγαζε ο ποταμός, κατοικούσε ένας φοβερός δράκοντας, που έκανε το νερό πικρό και δηλητηριώδες. Για τον εξευμενίσουν οι κάτοικοι της περιοχής, δοκίμασαν το κλασικό κόλπο –  του πρόσφεραν κάθε χρόνο μια κόρη, που για εκείνη γράφονταν μοιρολόγια:

Στο χαροπόταμο πλέει η κόρη

σκιά ωχρόλυπη με τ’ άξιο αγόρι

Στη μαύρη βάρκα του στέκετ’ ο Χάρος

και στον Αχέροντα πάει κουρσάρος.

Ακούει το μούγκρισμα το ερημάδι

του στοιχειού τ’ άγριου κάτου στον Αδη

και τρέμει σύγκορμη κατασκιασμένη

που παίνει η άμοιρη, τι την προσμένει.

Όπως οι παλιοί ήρωες, βρέθηκε κάποιος που στη συνέχεια έγινε τοπικός άγιος, ο Αϊ-Δονάτος (προσέξτε την ετυμολογική συγγένεια με το Ἅιδης) που σκότωσε τον δράκο και έτσι τα νερά του ποταμού έγιναν γλυκά – το χωριό εκεί κοντά ονομάστηκε Γλυκή, ενώ η περιοχή της Παραμυθιάς λεγόταν Αϊδονάτι.

Ο δρακοντοκτόνος ήρωας Κάδμος
Αναπαράσταση σε αγγείο, Μουσείο Λούβρου

Δεν είναι σπάνιο το μοτίβο του ποταμού ή των νερών ως περάσματα που οδηγούν σε άλλους κόσμους, στον Άδη ή στα πέρατα του Κόσμου, στον Ωκεανό.  Για αυτό και το νερό, φορέας της ζωής, είναι παράλληλα και σύμβολο του χαώδους, του επικίνδυνου και η απόσταση από το ένα στο άλλο είναι συχνά μικρή. Για παράδειγμα, το πρωταρχικό ζεύγος στην Μεσοποταμία είναι η Τιαμάτ, ένα θαλάσσιο τέρας του αλμυρού νερού και ο Απσού, ο θεός προστάτης  των γλυκών νερών. Οι δυο τους εντέλει σχεδιάζουν τον αφανισμό της ανθρωπότητας, μέχρι που ο ήρωας Μαρδούκ σκοτώνει την δρακόντισσα Τιαμάτ.

Ο θρύλος του θηρίου του Αχέροντα είναι ακόμα μια παραλλαγή του αρχαίου μύθου του δρακοντοκτόνου ήρωα, που μαζί με άλλους, όπως αυτός του Ώρου με τον Σεθ, του Απόλλωνα με τον Πύθωνα, περνάει στην χριστιανική παράδοση, με τον Αϊ Γιώργη, και εδώ με τον Αϊ-Δονάτο. Πάντοτε υπάρχει κάποιος άλλος για να μας γλιτώσει από τον δράκο, έτσι; Είναι ίσως ένα ακόμα σύμβολο της αγωνίας και του αγώνα του «ανθρώπινου» (ή αυτών που προστατεύουν τον άνθρωπο) να επιβιώσει σε ένα χαώδη, εχθρικό κόσμο. Αγώνα και αγωνία που εμείς σήμερα τείνουμε να ξεχνάμε.

Ο Αλέξανδρος και το αθάνατο νερό

Είναι αμέτρητα τα τέρατα που φιλοξενούν τα απύθμενα βάθη και που φοβούνται οι ναυτικοί, αλλά και τα επικίνδυνα όντα που καραδοκούν στις λίμνες και τα ποτάμια. Για τα στοιχειά του γλυκού νερού θα γράψουμε σε επόμενο άρθρο μας, ενώ για τα όντα του αλμυρού νερού και ιδιαίτερα για τις γοργόνες μπορείτε να διαβάσετε το πολύ κατατοπιστικό άρθρο της Μαρίας Κοσμανίδου, στο Nyctophilia.  

Μια ιδιαίτερη ναυτική παράδοση, που συνδυάζει τη μορφή της γοργόνας με το μοτίβο του αθάνατου νερού, είναι ο μύθος της Γοργόνας, της αδελφής του Μέγα Αλέξανδρου. Ξέρουμε ότι ο Αλέξανδρος είχε αρκετές αδερφές, μεταξύ των οποίων και η «Νύμφη του Θερμαϊκού», η Θεσσαλονίκη. Ίσως βέβαια,  τουλάχιστον σύμφωνα με τον, κάπως πιο πραγματιστή, Σαλονικιό ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο συσχετισμός με το πραγματικό ιστορικό πρόσωπο έγινε από μια …παρεξήγηση.

Ο Αλέξανδρος αναζητά το αθάνατο νερό.
Περσική αναπαράσταση σε πιάτο

Αλλά για τους περισσότερους ποιητές και παραμυθάδες ανάμεσα σε δεκάδες αιώνες, αυτή η Νύμφη, λοιπόν, ήταν και Γοργόνα. Ταιριαστό. Στη συνείδηση του λαού, ένας βασιλιάς-πολεμιστής, που η κυριαρχία και η φήμη του έφτανε ως τα πέρατα της γης, δεν θα μπορούσε να μην έχει και μια αρχόντισσα του νερού για αδερφή, του νερού που τυλίγει τον κόσμο και είναι το όριο και ο δρόμος για ακόμα πιο απέραντα ταξίδια. Οι θρύλοι γύρω από τον Αλέξανδρο επιβίωσαν πολλούς αιώνες μετά τον θάνατό του, στα στόματα των ποιητών και των παραμυθάδων. Κάποιους από αυτούς διασώζονται σε ένα από τα πρώτα, θα λέγαμε, έργα fantasy στην Ελλάδα, το «Βίος Αλέξανδρου του Μακεδόνος», του Ψευδο-Καλλισθένη, ένα ελληνιστικό έργο του 3ου μ.Χ. αιώνα, που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και κυκλοφόρησε τον Μεσαίωνα ως «Η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου». (Μπορείτε να τη βρείτε εδώ σε μια καλή εκδοχή για όσους θέλουν να συνδυάσουν το πρωτότυπο με την αγγλική μετάφραση).

Αλλά σε αυτόν τον θρύλο παίζει ρόλο και αυτό που λαχταρούσαν να πιουν όλοι, από τους μυθικούς ήρωες ως τους νεότερους ποιητές και διανοητές: το αθάνατο νερό. Σύμφωνα με αυτόν τον θρύλο που μπορείτε να βρείτε εν συντομία και εδώ, ο Αλέξανδρος ρωτά τους σοφούς της Ανατολής πώς μπορεί να βρει το νερό της αθανασίας – δεν ήθελε να πεθάνει νέος, είχε τόσα πράγματα να κάνει (…). 

Έκανε λοιπόν ένα μεγάλο ταξίδι με πολλές δοκιμασίες: έφτασε στα πέρατα του ωκεανού, πέρασε ανάμεσα σε δυο βουνά που ανοιγοκλείνουν, και μετά σκότωσε έναν ακοίμητο δράκοντα με αναρίθμητα μάτια, που φύλαγε το νερό. Όταν ο Αλέξανδρος γύρισε στο παλάτι με το δοχείο με το αθάνατο νερό, η αδελφή του, που δεν ήξερε τι είναι, το ήπιε εκείνη –ή κατά άλλες εκδοχές το έχυσε– και από την αγωνία της, μην έγινε η αιτία να πεθάνει νέος ο αδελφός της, μεταμορφώθηκε σε γοργόνα και από τότε γυρνά στα πέλαγα και ρωτάει τραγουδιστά τους ναυτικούς αν ζει ακόμα ο βασιλιάς Αλέξανδρος.

Μια γλαφυρή εκδοχή της αφήγησης δίνει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στα Λόγια της Πλώρης (1899):

«Και άξαφνα ο θεότρεμος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κορώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τ’ αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια έχυ­ναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια πηρηφάνια βασιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλλε στο αριστερό την ασπίδα κι έπαιζε στο δεξί τη Μακεδόνικη σάρισα.

Δεν είχα συνέρθει από την απορία και φωνή γλυκεία, ήρεμη και μαλακή άκουσα να μου λέει:

– Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο Βασιλιάς Αλέξαντρος;

Ο Βασιλιάς Αλέξαντρος! ψιθύρισα με περισσότερη απορία. Πώς είναι δυνατό να ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξερα τι ρώτημα ήταν εκείνο και τι να της αποκριθώ, όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε:

– Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;

– Τώρα, Κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δε βρίσκεται στη γη.

Ωϊμέ! κακό που το ’παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε μεμιάς φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κι έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα σηκώθηκαν περδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κι έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σα να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού. Τώρα καλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν ο Χάρος της Γης, ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, τ’ Αλέξαντρου η αδερφή, που έκλεψε το αθάνατο νερό και γύριζε ζωντανή και παντοδύναμη. Η Δόξα ήταν του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη κι αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνο για Κείνης τον ερχομό έχυσε ο Πόλος το Σέλας του, να στρώσει τον αθέρα με της πορφύρας το χρώμα. Δε ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα στην άκριτη μου απόκριση μανιασμένη έριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κι έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο.

– Όχι, Κυρά, ψέματα!… τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξαναρώτησε:

– Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;

– Ζει και βασιλεύει· απάντησα ευθύς. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.

Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κι έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και γύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.

Με αθάνατο νερό ή χωρίς, η Γοργόνα και ο Μεγαλέξαντρος ζουν και βασιλεύουν στη συνείδηση του κόσμου και είναι τόσο πραγματικοί, όσο είναι ο ήλιος για τα τζιτζίκια του καλοκαιριού:

«Ο Μεγαλέξαντρος με την αδελφή του την γοργόνα», Μπoστ (Μέντης Μποσταντζόγλου)

Κι εγώ μέσα στους αχινούς

Από την άκρη του καιρού

  και πίσω απ’ τους χειμώνες

Άκουγα σφύριζε η μπουρού

  κι έβγαιναν οι Γοργόνες

  στις γούβες στ’ αρμυρίκια

Σαν τους παλιούς θαλασσινούς

  ρωτούσα τα τζιτζίκια:

– Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι

  γεια σας κι η ώρα η καλή

Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;

  κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί:

– Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει

Oδυσσέας Eλύτης, Τα ρω του έρωτα, «Τα τζιτζίκια»

Δροσουλίτες, οι πολεμιστές της πρωινής δροσιάς

Μια άλλη, πιο αέρινη μορφή του νερού γεννά τον επόμενο θρύλο. Η δροσιά στην Κρήτη, λένε, παρόμοια με τη δροσερή ρακή, το άλλο αθάνατο νερό, άλλοτε προσκαλεί τα φαντάσματα του παρελθόντος και άλλοτε τις ψευδαισθήσεις. Ένας πολύ νεότερος λαϊκός θρύλος, βασισμένος σε πραγματικό ιστορικό γεγονός είναι εκείνος που μιλά για τους Δροσουλίτες. Εκτενείς αφηγήσεις του θρύλου μπορείτε να βρείτε εδώ και εδώ.

Φραγκοκάστελλο, Σφακιά Κρήτης

Οι Δροσουλίτες είναι ένα οπτικό φαινόμενο που παρατηρείται γύρω από το μεσαιωνικό βενετικό φρούριο Φραγκοκάστελλο, στα Σφακιά. Ανάμεσα στον Μάιο και τον Ιούνιο, Τα ξημερώματα που βγαίνει η δροσιά, οι κάτοικοι αντικρίζουν κινούμενες σκιές να κατεβαίνουν από τα βουνά προς το κάστρο, σκιές θυμίζουν φιγούρες καβαλάρηδων ή πολεμιστών. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, είναι τα φαντάσματα της αιματηρής μάχης, που έγινε στις 17 Μαίου  του 1828, ανάμεσα σε 10.000 Τούρκους στρατιώτες και τους εξεγερμένους κατοίκους της περιοχής (περί τα 600 άτομα). Λέγεται μάλιστα ότι και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η γερμανική φρουρά άνοιξε πυρ εναντίον τους. Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί στο φαινόμενο εκτείνονται από την οφθαλμαπάτη (fata morgana) μέχρι τα απόκρυφα ψυχικά φαινόμενα.

Army of the Dead, Lord of the Rings,
The Return of the King, 2003

Αυτές οι οπτασίες δεν είναι μάλιστα μόνο τοπικό φαινόμενο, καθώς παρόμοιες παραδόσεις υπάρχουν και σε άλλες χώρες όπως η Αγγλία, η Ιρλανδία, η Γαλλία και η Γερμανία, οι σκανδιναβικές χώρες, αλλά και η Ρωσία και η Πολωνία. Οι θρύλοι των σκιωδών πολεμιστών έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για την λογοτεχνία και την pop-culture – για παράδειγμα από αυτούς θεωρείται πως εμπνεύστηκε ο J.R. R. Tolkien τους Dead Men of Dunharrow του Lord of the Rings και ο A. Sapkowski το Wild Hunt του The Witcher).

Για τα δικά μας μέρη πάντως, οι Δροσουλίτες είναι επιβλητικοί, αλλά δεν έχουν σκοπό να μας τρομάξουν. Είναι τα πνεύματα των Κρητών μαχητών του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, που υψώνονται, περνώντας από τα κοιμητήρια και καταλήγουν στη θάλασσα, δροσίζοντας τα μέτωπα των Κρητικών με το νερό της μνημοσύνης, της μνήμης του ηρωισμού και των αγώνων τους για ελευθερία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

– Burkert W. Homo Necans, Ανθρωπολογική προσέγγιση στη θυσιαστήρια τελετουργία και τους μύθους της αρχαίας Ελλάδας, ΜΙΕΤ 2011
– Davaras C., Guide to Cretan antiquities. Noyes Press, 1976
– Dupré Al., Παγκόσμια Μυθολογία, εκδ. Νίκας, 2008
– Βελουδής Γ. (επιμ.), Η Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου. Διήγησις Αλεξάνδρου του Μακεδόνος εκδ. Ερμής, 1977.
paramythia-online.gr
users.uoa.gr
attalus.org
parallaximag.gr
sansimera.gr
kimintenia.wordpress.com

Cover art by igreeny (deviantart)

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά