Κριτική: “Γυναίκες που επιστρέφουν” των Φώτη Βάρθη & Χρυσόστομου Τσαπραΐλη

by Γιώργος Τρίγκας

Μια πρωτότυπη ιδέα είχε ο χαράκτης Φώτης Βάρθης πριν από λίγα χρόνια, η οποία ολοκληρώθηκε επιτυχώς πέρυσι με τη κυκλοφορία αυτού του τόσο ιδιαίτερου βιβλίου. Όπως μας ενημερώνει ο ίδιος στο προλογικό σημείωμα, σκοπός του ήταν η ανάδειξη εννέα σπαρακτικών ιστοριών βασανισμένων γυναικών, εμπνευσμένες από γνωστές δημοτικές παραλογές της επαρχίας, σε ισάριθμα χαρακτικά έργα. Αυτούς τους γεμάτους πόνο θρήνους, βασισμένους σε περιστάσεις της λαϊκής προφορικής παράδοσης, κλήθηκε στη συνέχεια να αποδώσει λογοτεχνικά σε νέα αφήγηση ο γνωστός συγγραφέας του ελληνικού folk horror Χρυσόστομος Τσαπραΐλης. Και τι αποκαλύφθηκε ξεκάθαρα στο τέλος; Αυτές οι τόσο ανθρώπινες ιστορίες με τα τόσο ισχυρά κοινωνικά μηνύματα περικλείουν σε μεγάλο βαθμό το υπερφυσικό στοιχείο. Τέλος, να αναφέρω ότι η κυκλοφορία του εν λόγω βιβλίου αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια κορυφαία στιγμή, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά, ότι ο κόσμος των γραμμάτων μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με τις εικαστικές τέχνες, παρουσιάζοντας στο αναγνωστικό κοινό ένα άρτιο αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής.

«Όταν όμως κλεινόταν (η Κιρίσα) στην ντουλάπα με τα γόνατα μαζεμένα, καθισμένη πάνω στο σωρό από κουβέρτες, κοιτάζοντας με τις ώρες το σκοτάδι πάνω στην πόρτα, μέχρι που ξεχνούσε που είναι ο ουρανός και η γη, το μέσα και το έξω, τότε το σώμα της θυμόταν τον Κάτω Κόσμο και ο πόνος από τα σημάδια της έσβηνε.» (σελ. 26)

Η παραλογή αποτελεί μια ιδιαίτερη υποκατηγορία των παραδοσιακών τραγουδιών, ταυτισμένα όμως με το υπερφυσικό. Όπως συνέβη γενικότερα με το δημοτικό τραγούδι στην απλή ποιητική του μορφή, την απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας όπως θα έλεγε ο σοφός λόγιος Θ. Δημαράς, επειδή προσέδωσε στην καθημερινότητα το ύψος που χρειαζόταν, η ιδιαίτερη αυτή ταξινόμηση προσφέρει άφθονο υλικό στους αφηγητές για ερμηνείες διάφορων πολιτισμικών συμπεριφορών. Μπορεί το τραγούδι ή η μπαλάντα να είναι συνδεδεμένα με τη μουσική και τον ρυθμό, αλλά ο στίχος διαθέτει την ποιότητα, ακόμη και τη δύναμη να αποτελέσει πρώτης τάξεως υλικό για καλλιτεχνικό και ηθικό προβληματισμό. Μεγάλα θέματα κοινωνιολογικής φύσεως, πολύ σημαντικά για να παραμείνουν κρυμμένα, έπρεπε κάπως να διαιωνιστούν στις επόμενες γενιές. Η παραλογή έδωσε λοιπόν την έμπνευση στους λαϊκούς καλλιτέχνες να παρουσιάσουν ιδιωτικές εμπειρίες ανθρώπων ως ποιητικά οράματα, με τη μορφή θρήνων. Βασισμένα στον φόβο ή στον πόνο και εμπεριέχοντας διάφορα μοτίβα (π.χ. της ανταπόκρισης των στοιχείων της φύσης στα ανθρώπινα αισθήματα ή οι κατάρες), ο λόγος γίνεται σπαρακτικός και η ανθρώπινη ωραιότητα μετατρέπεται σε μοιρολόι. Ο πόνος αυτών των άτυχων πλασμάτων, δίχως φωνή τις περισσότερες φορές, πραγματικοί όμηροι ξεπερασμένων κοινωνικών αντιλήψεων, αποτελούν ένα καλό παράδειγμα για να παρατηρήσουμε τους τρόπους που η θλίψη και η αδικία μετατράπηκαν σε κομμάτι της προφορικής παράδοσης.

Αυτή την παράδοση τιμάει ο συγγραφέας με το γνωστό του ύφος, όπως αυτό το γνωρίσαμε στο πρώτο του βιβλίο (Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, 2017), εντάσσοντας διάφορα στοιχεία του φαντασιακού και του τρόμου. Βέβαια, ο πυρήνας του βιβλίου αφορά βιώματα γυναικών ταυτισμένες με τη βία, την κακοποίηση, τη προσμονή, ακόμη και τη θυσία, τοποθετημένες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Με αυτό τον τρόπο μετατρέπονται οι στίχοι σ’ ένα στιβαρό λογοτεχνικό κείμενο με πολλές ποιητικές στιγμές. Ο συγγραφέας όμως δεν στέκεται μόνο στην επιφάνεια, στην απλή εξιστόρηση των ιστοριών. Εμβαθύνει και μάλιστα πολύ στη διήγησή του. Γνωρίζει ότι ο ψυχικός πόνος δεν περιγράφεται εύκολα με λόγια. Μέσα από μια χαμηλόφωνη αφήγηση, παρατηρεί πόσο εύκολα σκοτεινιάζει μια ψυχή. Τονίζει την επιρροή του περιβάλλοντος πάνω στους χαρακτήρες του, περιγράφοντας τον κόσμο της υπαίθρου ως σκοτεινό και ζοφερό, να κινείται στους δικούς της αργούς ρυθμούς, βυθισμένο στη δεισιδαιμονία και στις προλήψεις. Ενσωματώνει επιτυχώς στη διήγησή του διάφορα πλάσματα του αλλόκοσμου και άλλες αθέατες μυστηριακές οντότητες. Οι πρωταγωνίστριες, ξεφεύγοντας πολλές φορές από την ανθρώπινη πραγματικότητα, επειδή βιώνουν μια ψυχική και ηθική αποσύνθεση, βρίσκουν συμπόνοια και κουράγιο στις Σκιές, οι οποίες, αν και είναι μόνιμα καταδικασμένες να κινούνται ανάμεσα στους δύο κόσμους, παρατηρούν σιωπηλές τον τραγικό πόνο των ζώντων. Έτσι, η γοτθική παράδοση προσαρμόζεται στο περιβάλλον μιας επαρχίας που ζει σύμφωνα με τη μαγική σκέψη.

«Γρήγορα όμως ο ύμνος αλλοιώθηκε κι έγινε ένα τραγούδι που κάποτε είχε ακουστεί στα παράθυρα κάποιου νοσοκομείου. Η φωνή του Κάτω Κόσμου απλώθηκε σαν πέπλο ολόγυρα στο πλοίο, διαπερνώντας πόρτες και φινιστρίνια, τους λεπτούς τοίχους και τα σφραγισμένα αυτιά – όλο το πλήρωμα άκουσε. Έτσι, πάνω σε ένα ετοιμοθάνατο πλοίο, έφτασε στη μεγάπολη, εκεί που ο κόσμος ρυτίδωνε με το βάρος του τους δρόμους κι οι βιτρίνες μιλήσαν ένα σμάρι από γλώσσες.» (σελ. 62)

Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο είναι, κατά τη γνώμη μου, είναι ο ιδιαίτερος τρόπος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας την αλληγορία που σχετίζεται με την ελεγεία του θρήνου, ώστε να διαπραγματευθεί με το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Δένει αρμονικά το κείμενο με την ένταξη πολλών λέξεων από διάφορα ιδιώματα, προκειμένου να αποτυπωθεί ρεαλιστικά η γλώσσα των χαρακτήρων και να αναδειχθεί το λαογραφικό στοιχείο μιας απόκρυφης θέασης του κόσμου μας. Με αυτό τον τρόπο, κάνοντας πολύ καλή χρήση της γλώσσας, που είναι άλλωστε και το μεγάλο πλεονέκτημά του, επιλέγει να χρησιμοποιήσει την αφηγηματική τεχνική του μελαγχολικού στοχασμού, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη λογοτεχνία στα τέλη του 19ου αιώνα. Η απεικόνιση της σκληρότητας της καθημερινής ζωής της και η αναπαράσταση του περιβάλλοντος χώρου, είναι όλες διαποτισμένες από το πνεύμα του Edgar Allan Poe. Εντοπίζουμε παράλληλα και την αινιγματική αφήγηση του μελετητή του σκοτεινού υποσυνειδήτου και ανθρωπίνων παθών Γιώργο Βιζυηνό.  Αυτό γίνεται αντιληπτό στον αναγνώστη από την παράθεση των πολλών λεπτομερειών του τρόπου ζωής των πρωταγωνιστών και του κοινωνικού τους περίγυρου. Έτσι, δεν γίνονται στιγμή θαμποί ή ουδέτεροι. Ενώ ο εκλεπτυσμένος τρόπος αφήγησης διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον για την αγωνία/μαρτύριο των χαρακτήρων σε όλα τα διηγήματα. Οι περιγραφές των συμπεριφορών, των τοπίων και των στοιχείων της καθημερινής ζωής δένουν αρμονικά με τα μοιραία γεγονότα. Ο μαρασμός της φύσης, τα σπαρακτικά λόγια, το θέλγητρο του τρόμου δημιουργούν πανίσχυρες εικόνες, κάνοντας τον αναγνώστη να συμπάσχει δίπλα σ’ αυτές τις τραγικές φιγούρες που βρίσκονται αιχμάλωτες στα ανυπέρβατα όρια του φυσικού κόσμου. Και δυστυχώς, τις περισσότερες φορές δεν έρχεται ούτε η κάθαρση ούτε η λύτρωση. Καθαρίζει απλώς το βλέμμα και αφυπνίζονται οι συνειδήσεις.  

    

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά