Κριτική: “Κατάβαση” του Μάριου Δημητριάδη

by Χριστίνα Λάσκη

Εν αναμονή της κυκλοφορίας του νέου βιβλίου του Μάριου Δημητριάδη, Κατάβαση, είπαμε να δώσουμε, ειδικά για εσάς, Nyctophiliacs, μια μικρή πρόγευση του βιβλίου.

Καταρχάς θα πρέπει να ειπωθεί ότι, καθώς η Κατάβαση θα κυκλοφορήσει σε λίγες μόλις μέρες, το άρθρο αυτό δεν περιέχει spoiler. Παρόλα αυτά δεν γίνεται να αντισταθείς σε λίγους μικρούς υπαινιγμούς, που μπορεί να καταλάβει όποιος γνωρίζει τη θεματική του βιβλίου ή έχει διαβάσει άλλα βιβλία του Μάριου.

 «Είπε, λοιπόν, ο Ηρ ότι, σαν βγήκε η ψυχή του, πορεύτηκε

με άλλους πολλούς κι έφτασαν σ’ έναν τόπο θαυμαστό,

όπου υπήρχαν δύο χάσματα στη γη, το ένα κοντά στο άλλο,

και δύο αντικριστά, επάνω στον ουρανό».

Πλάτων, Πολιτεία

Με αυτό το απόσπασμα ξεκινά το βιβλίο. Δεν είναι μυστικό ότι τα τελευταία βιβλία του Δημητριάδη αντλούν πολλά από το μυστήριο και τη μαγεία της ελληνικής παράδοσης, αρχαίας και νεότερης. Έτσι και η Κατάβαση συνεχίζει αυτή την πορεία που, ακόμα πιο εμπεδωμένη, βασίζεται σε δύο στοιχεία: την πλατωνική φιλοσοφία και τις αρχαιοελληνικές αντιλήψεις για τον Άλλο Κόσμο.

Ο Πλάτωνας, γνωστός μαθητής του Σωκράτη, αλλά και των Ελευσίνιων Μυστηρίων –και ένας από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες της Ελλάδας­– ήξερε καλά πώς να αναμειγνύει τη μυθολογία των Ολυμπίων με την ορφική διδασκαλία και τις μυστηριακές μεταθανάτιες δοξασίες, για να την περάσει έπειτα από το φίλτρο της φιλοσοφίας. Έτσι λοιπόν κάνει και στον μύθο του Ηρός, που ανήκει εξάλλου στην Πολιτεία, όπου προσπαθεί να ορίσει την έννοια της δικαιοσύνης. Ο Πλάτωνας παρουσιάζει εκεί μια γεωγραφία του επέκεινα μοναδική, μια κοσμοθεωρία που ταιριάζει με τη δική του φιλοσοφία για την ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου σχετικά με τη μοίρα του.

Σε αυτόν τον μύθο, που η Κατάβαση ζωντανεύει με κάθε λεπτομέρεια, οι ψυχές, αφού εκτίσουν τον χρόνο τους στα Τάρταρα ή στα Ηλύσια Πεδία, επιστρέφουν σε ένα Λιβάδι γεμάτο Ασφόδελους και Ασπάλαθους (θυμηθείτε τον Όμηρο και τον Σεφέρη). Εκεί επιλέγουν κάθε φορά την επόμενη ζωή τους, ώστε να εξελιχθούν στο μέγιστο δυνατό. Ουσιαστικά εδώ, και όχι μόνο, ο Πλάτωνας μιλάει για μετενσάρκωση (κάτι που, θυμάμαι, είχε εκνευρίσει αρκετά έναν καθηγητή μου της Φιλοσοφίας, όταν το επισήμανα στο αμφιθέατρο…):

«σφᾶς οὖν, ἐπειδὴ ἀφικέσθαι, εὐθὺς δεῖν ἰέναι πρὸς τὴν Λάχεσιν. προφήτην οὖν τινα σφᾶς πρῶτον μὲν ἐν τάξει διαστῆσαι, ἔπειτα λαβόντα ἐκ τῶν τῆς Λαχέσεως γονάτων κλήρους τε καὶ βίων παραδείγματα, ἀναβάντα ἐπί τι βῆμα ὑψηλὸν εἰπεῖν— “᾿Ανάγκης θυγατρὸς κόρης Λαχέσεως λόγος. Ψυχαὶ ἐφήμεροι, ἀρχὴ ἄλλης περιόδου θνητοῦ γένους θανατηφόρου. οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ’ ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε. πρῶτος δ’ ὁ λαχὼν πρῶτος αἱρείσθω βίον ᾧ συνέσται ἐξ ἀνάγκης. ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον, ἣν τιμῶν καὶ ἀτιμάζων πλέον καὶ ἔλαττον αὐτῆς ἕκαστος ἕξει. αἰτία ἑλομένου· θεὸς ἀναίτιος.”»

«Αυτοί λοιπόν, όπως έλεγε, σαν έφθασαν εκεί, έπρεπε υποχρεωτικά να πάνε στη Λάχεση. Και τότε ένας προφήτης, αφού πρώτα τους έβαλε να παραταχθούν με τάξη, πήρε έπειτα από τα γόνατα της Λάχεσης κλήρους και παραδείγματα βίων κι ανεβαίνοντας σ’ ένα ψηλό βήμα φώναξε: “Της κόρης Λάχεσης, θυγατέρας της Ανάγκης, είναι τούτος ο λόγος. Ψυχές εφήμερες, αρχίζει για το θνητό γένος άλλος ένας κύκλος με κατάληξη το θάνατο. Δεν θα σας πάρει με κλήρο κάποιος δαίμονας, θα τον διαλέξετε εσείς το δαίμονα. Οποιανού λάχει ο πρώτος κλήρος, αυτός πρώτος να διαλέξει τη ζωή που αναγκαστικά θα ζήσει. Δεν έχει δεσπότη η αρετή· ανάλογα αν την τιμάει κανείς ή την περιφρονεί, θα ‘ναι και πιο μεγάλο ή πιο μικρό το μερτικό του επάνω της. Η ευθύνη είναι αυτουνού που διαλέγει· ο θεός δεν φέρει ευθύνη”».

Πλάτων, Πολιτεία, μτφρ. Μ.Ν. Σκουτερόπουλος

Για καλύτερη κατανόηση, στο αρχαίο κείμενο «δαίμων» σημαίνει «μικρός ή εσωτερικός θεός» και δεν έχει την αρνητική έννοια που απέκτησε αργότερα. Στο βιβλίο βέβαια υπάρχουν και οι μικροί θεοί και οι χθόνιοι δαίμονες. Ο Δημητριάδης αντλεί από τα βάθη του Άλλου Κόσμου την ουσία των λόγων του Πλάτωνα για τη μοίρα που διαλέγει κάθε ψυχή για να ζήσει και ποτίζει τα δικά του εδάφη, όταν γράφει τον διάλογο των δύο πρωταγωνιστών του (στον λίγο χρόνο που προλαβαίνουν να φιλοσοφήσουν):

«Τώρα καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί είχαν εκείνη την έκφραση στο πρόσωπό τους καθώς έβγαιναν από το μεγάλο χάσμα στη γη. Δεν έδειχναν απλά ταλαιπωρημένοι. Έδειχναν συντετριμμένοι. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν έπινε κανείς από το νερό της Λήθης πριν επιστρέψει ανάμεσα στους ζωντανούς δε θα υπήρχε κακία στον κόσμο. Όλοι θα ζούσαν μία ήρεμη και ενάρετη ζωή χωρίς να ενοχλούν κανέναν. Τέτοιο μαρτύριο δεν το ξεχνάς ποτέ και κάνεις το παν για να μην το ξαναζήσεις. Αλλά τα σχέδια των θεών είναι διαφορετικά. Η κόλαση πρέπει να γεμίζει κάπως κάθε φορά…»

«Δεν είναι έτσι ακριβώς. Ο σκοπός είναι άλλος. Πρέπει να σφυρηλατηθεί η ψυχή σου, ώστε μετά να διαλέξεις τον σωστό δρόμο. Αν θυμάσαι την τιμωρία σου απλά σωφρονίζεσαι. Δεν είναι αυτό το νόημα. Πρέπει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος βαθιά μέσα σου. Να διάγεις πιο ταπεινό βίο δίχως το φόβο της τιμωρίας. Μακάρι η κόλαση να ήταν άδεια, κάθε φορά».

«Δεν είναι όμως».

«Δεν φταίνε οι θεοί γι’ αυτό […] Ο θεϊκός μηχανισμός προσπαθεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Η δική σου περίπτωση βέβαια είναι διαφορετική».

Η Κατάβαση, ακροπατώντας στα χνάρια της Πολιτείας, ξαναπλάθει δημιουργικά την ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία. Από τον μύθο του Ορφέα, που βλέπει την Ευριδίκη στον Κάτω Κόσμο, ως τις μορφές του ψυχοπομπού Ερμή, (που το μυστηριακό του όνομα ήταν «Αυτός που περνάει») και της μοχθηρής Στύγας. Οι θεοί, τα σύμβολα και οι ναοί τους, αποκτούν μια νέα λάμψη, πιο κοντινή σε εμάς που τα γνωρίσαμε από τις εικονογραφημένες μυθολογίες και τις ταινίες. Την ίδια λάμψη παίρνουν και οι αρχαίοι τόποι που επισκέπτονται οι πρωταγωνιστές, οι Δελφοί, η Σαμοθράκη, αλλά και άλλοι, λιγότερο γνωστοί. Είτε ο Δημητριάδης μελέτησε χάρτες είτε επισκέφτηκε ο ίδιος τα σημεία, η ιερή γεωγραφία της Ελλάδας, όπως την παρουσιάζει, είναι ακριβής.

Όχι μόνο ακριβής. Στο βιβλίο ξυπνά η μαγεία που έχουν τα μάτια ενός συγγραφέα, που μπρος του τα ερείπια υψώνονται ξανά σε κολώνες, βωμούς και αγάλματα ακέραια και που τα μάρμαρα –και τα χέρια των όντων που κατοικούν σε αυτά– ακτινοβολούν ενέργεια. Άλλες φορές πάλι, στο φως της νύχτας αχνίζουν από έναν τρόμο τόσο απτό, που πραγματικά σκέφτεσαι ότι η ελληνική μυθολογία, με τα απόκοσμα τέρατα, τους χθόνιους θεούς και τις φριχτές τιμωρίες, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα γοτθικά μυθιστορήματα. Κι όλες αυτές οι μορφές, είτε μέσα σε σκηνές μάχης θεών και δαιμόνων είτε μες σε όλο το ανεκδιήγητο splatter των Ταρτάρων, στήνονται στο βιβλίο με τέτοιο τρόπο που τα βλέπεις όλα να περνούν μπροστά σου, σαν σκηνές από ταινία ή video game. Αλλά πιο αυθεντικά από ότι έχουμε συνηθίσει.

Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα, μια Πύλη του Κάτω Κόσμου

Εδώ αξίζει να ειπωθεί ότι στο βιβλίο γίνεται μια τολμηρή διασταύρωση διαφορετικών ειδών. Το ένα είναι η μονομυθία (όπως την εισήγαγε ο δομισμός και την ανέπτυξε ο J. Campbell): μια επική αφήγηση, όπου ο ήρωας περνάει από δοκιμασίες και νικάει. Το άλλο είναι η τραγωδία: ο ήρωας έχει διαπράξει ένα σφάλμα, για το οποίο υποφέρει και καταδιώκεται, και από το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί. Στο ίδιο είδος ανήκει και η ιδιότυπη τεχνική της «αναγνώρισης» με την οποία παρουσιάζεται η ιστορία: από την τυφλότητα και την αδυναμία στην γνώση του ποιος είσαι. Ακόμα περισσότερο, για έναν χαρακτήρα βλέπουμε την αφήγηση να πηγαίνει μπρος και για έναν άλλο να πηγαίνει όλο και πιο πίσω, καθώς θυμάται… μέχρι που οι δύο συναντώνται σε ένα σημείο. Σε ένα σταυροδρόμι σαν αυτά όπου οι αρχαίοι τοποθετούσαν τις στήλες του Ερμή, προστάτη όλων των ταξιδιωτών, εκείνων που μετέφεραν μηνύματα ή εκτελούσαν αποστολές.

Αυτή η σταδιακή αποκάλυψη της ταυτότητας των χαρακτήρων –και της μοίρας που τους περιμένει– ταιριάζει και σε ένα άλλο είδος, στη αφήγηση μυστηρίου, στην οποία ο Δημητριάδης είναι ιδιαίτερα επιδέξιος. Είτε πρόκειται για ατμοσφαιρικά τοπία είτε για την ταυτότητα των ηρώων και την εξέλιξη της πλοκής. Και επειδή τα κεφάλαια είναι σκανδαλιστικά μικρά, δεν μπορείς να μην γυρίσεις τη σελίδα.

Ακόμα περισσότερο, όταν στην επόμενη μπορεί να βρεις ένα ίχνος από τους Μακάριους ή ένα προμήνυμα ενός επόμενου βιβλίου. Ενωμένα όλα σε ένα αόρατο νήμα που υφαίνει έναν μελλοντικό πόλεμο των θεών.

Τα βιβλία του Μάριου Δημητριάδη, “Κατάβαση”, και του Γιώργου Δάμτσιου, “Ο Κρυφός μας Εαυτός”, από τις εκδόσεις Bell, θα παρουσιαστούν στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 17/09 στις 19.00, στο καφέ του Βασιλικού Θεάτρου, με εισηγήτριες την Χριστίνα Λάσκη και τη Λένα Τσιούρδα.

Το Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου, στις 19.00, θα γίνει η βιβλιοπαρουσίαση στη Νάουσα, μαζί με τη Χρυσή Δεληχρήστου και τον Ηλία Τσιάρα, ενώ στις 2 Οκτωβρίου τα βιβλία θα παρουσιαστούν στην Αθήνα.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά