Κριτική: “Μοτέλ 430-71 (Βιβλίο 1ο) – Παράνοια” του Παντελή Μαυρομμάτη

by Γιώργος Τρίγκας

Οι εντολές του στρυφνού και αλκοολικού γερο – Ζακ προς τον βοηθό του ήταν απλές και σαφείς: να πάει στο εγκαταλειμμένο παλαιοπωλείο μετά το Γκαράουι και να περισυλλέξει ό,τι αντικείμενα αξίας βρει εκεί. Ο άγνωστος νεαρός πρωταγωνιστής της ιστορίας, δεν το πολυσκέφτηκε και υπάκουσε αμέσως στις εντολές του ανθρώπου που τον συντηρούσε από μικρό παιδί, νομίζοντας ότι θα ολοκλήρωνε την αποστολή του σύντομα. Αυτό που δεν γνώριζε, είναι ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, θα πρωταγωνιστούσε σ’ έναν εφιάλτη, έναν παραλογισμό, μια παράνοια, βιώνοντας την προσωπική του κατάβαση προς την Κόλαση ως άλλος Δάντης. Περίεργοι άνθρωποι κι ένα αλλόκοτο φυσικό περιβάλλον δημιουργούν ένα μόνιμο σκοτεινό και απειλητικό κλίμα, όχι κατ’ ανάγκη συνεκτικό σύνολο. Ο σύγχρονος ανθρώπινος πολιτισμός εξαφανίζεται σταδιακά, μόλις ο πρωταγωνιστής βγει από τα όρια της πόλης, και ο αναγνώστης μαθαίνει ταυτόχρονα με τον ήρωα την ιστορία μιας περιοχής, όπου κυριαρχεί ένα περίεργο αμάλγαμα προχριστιανικών και παγανιστικών καταβολών. Ανακαλύπτει στη συνέχεια διάφορα μυστικά, των οποίων οι ρίζες ανάγονται στην εποχή των Ναϊτών και την επιστροφή τους από την Ανατολή, φορτωμένοι με αιρετικές γνώσεις και απαγορευμένα αντικείμενα.

Η δομή της ιστορίας έχει  καλή ροή, με αποτέλεσμα ο ρυθμός της αφήγησης να βοηθάει τον αναγνώστη να μην χάνεται στα ονόματα και τα γεγονότα. Ο Μαυρομμάτης είναι συνεχώς παρών, δεν αφήνει λευκές σελίδες για να γεμίσουν από τον αναγνώστη, χρησιμοποιεί σύντομα κεφάλαια με ελάχιστους διαλόγους, απαραίτητα στοιχεία σ’ ένα έντονο κλειστοφοβικό περιβάλλον, ώστε να ελέγχεται ευκολότερα η κλιμακούμενη ένταση. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά βοηθούν την εξέλιξη της πλοκής, η οποία περιγράφει  το χρονικό αυτού του τόσο ιδιαίτερου ταξιδιού που κάνει ο βασικός χαρακτήρας προκειμένου να φτάσει στον προορισμό που του υπέδειξαν. Ταυτόχρονα, βιώνουμε και εμείς ως αναγνώστες την αγωνία του κατά την παραμονή του στο αλλόκοτο Μοτέλ, το αποτρόπαιο θέαμα των βλάσφημων τελετών στον λόφο του Χάλντρι ή τη ζεστασιά της φιλοξενίας του μοναδικού καλόγερου της Αρμάντου.

Επίσης, ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία του μυθιστορήματος είναι οι καλοδουλεμένοι συμπληρωματικοί χαρακτήρες, οι οποίοι είναι εξίσου τρομακτικοί με το περιβάλλον. Ο φόβος κυριαρχεί μέσα στο μυαλό όλων των χαρακτήρων, παρουσιάζοντας το κακό όχι ως μια εξωγενή, κακόβουλη οντότητα, αλλά ως ένα σημάδι μίσους και άγνοιας ως προς το ξένο και το καινούργιο. Η ιδέα πίσω απ’ όλα αυτά είναι, φαντάζομαι, ότι αυτοί οι άνθρωποι αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο ή αγνοώντας εσκεμμένα (;) τις ραγδαίες επιστημονικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής τους, ζουν διαρκώς μέσα στη δίψα για αίμα και τον φόβο του θανάτου σ’ ένα κόσμο σαδιστικό, γκροτέσκο και γεμάτο δεισιδαιμονίες. Τα πρόσωπα είναι υποταγμένα σε αρχαίες δοξασίες προηγούμενων αιώνων, χωρίς σαφή ταυτότητα, εξορισμένα μέσα στη μόνιμη δυστυχία, δίχως προοπτικές εξέλιξης. Ίσως, γι’ αυτό τον λόγο διατηρούν ανέπαφη τη σχέση τους με το παρελθόν, εγκλωβισμένα μέσα σ’ ένα ατέρμονο λαβύρινθο, διότι με αυτό τον τρόπο έχουν λόγο ύπαρξης στο παρόν και στο μέλλον.

Η εξέλιξη της δράσης ακολουθεί έναν γρήγορο ρυθμό, ο οποίος, ενώ αρχικά εστιάζει στα γεγονότα της εξωτερικής πραγματικότητας, σταδιακά, στρέφει το ενδιαφέρον στην εξέταση των μύχιων της ανθρώπινης ψυχής του πρωταγωνιστή. Ο Μαυρομμάτης μεταφέρει εξίσου, με ωραίο τρόπο και με κάθε λεπτομέρεια, και τα συναισθήματα ή τις προσωπικές αντιδράσεις των συμπληρωματικών χαρακτήρων. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι, παρά τη συνεχή παρουσία του μακάβριου, δεν μας εμποδίζει τίποτα να ταυτιστούμε με τον πρωταγωνιστή. Παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, δίχως χαρίσματα και ιδιαίτερες δυνάμεις, κερδίζει αμέσως τη συμπάθειά μας, διότι προβάλλει συνεχώς τον φόβο του και την αγωνία του για το άγνωστο. Ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας όπως ο Lovecraft το πρώτο πρόσωπο, αποκαλύπτει σταδιακά πτυχές της προσωπικότητάς του. Βασιζόμενος στην αγγλοσαξονική σχολή συγγραφής, δεν παρέχει περιττές πληροφορίες, αλλά δημιουργώντας ισχυρές εικόνες, μας βοηθάει να παρακολουθήσουμε τις προσπάθειές του  να καταπολεμήσει την άγνοιά του για τη λειτουργία του εξωτερικού κόσμου, τον σκοτεινό ψυχισμό των ανθρώπων. Εξίσου σημαντικά είναι και τα σχόλια που κάνει για τον κοινωνικό περίγυρο, τον αστικό τρόπο ζωής, δίχως να καταφεύγει στην εύκολη λύση της ηθικολογίας.

«Αν υπήρχε κόλαση, βρισκόμουν ήδη σε αυτή», γράφει κάποια στιγμή ο Μαυρομμάτης, δείχνοντας ξεκάθαρα το φόβο του πρωταγωνιστή, αλλά και τις προθέσεις του για τον τόνο του μυθιστορήματος. 

Η τεχνική του Μαυρομμάτη, αν και βασισμένη πάνω στο λογοτεχνικό σύμπαν του H. P. Lovecraft, περιέχει πολλά στοιχεία από τη φιλοσοφία του Φραντς Κάφκα, ακόμη και του Ντοστογιέφσκι. Και αυτό είναι το μέγιστο επίτευγμά του. Η πλοκή, ο χρόνος και τα πρόσωπα δίνουν την αίσθηση ότι περιβάλλονται από μια αρνητική δύναμη, τείνοντας προς το απόλυτο μηδέν. Αλλά, η συμπονετική παρουσία του καλόγερου και η καλοσυνάτη παρουσία κου Σμόγκλι, ίσως αφήνουν ένα περιθώριο ισχνής αισιοδοξίας για το τι μέλλει γενέσθαι του βασικού χαρακτήρα και τον κόσμο του «Μοτέλ 430-71».

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά