Κριτική: “Μυστήριο στο Άλυκο – Λυκόφως” των Α.Ίτσιου και Μ.Δαγκλή

Το “Μυστήριο στο Άλυκο – Λυκόφως” είναι ένα ενδιαφέρον έργο. Στα χέρια μου ήρθε ως ένα ελληνικό light novel και ως τέτοιο θα το κρίνω. Βέβαια, να πω ότι επισήμως υπάγεται στην κατηγορία της εφηβικής λογοτεχνίας από τον εκδοτικό. Σαν αναγνώστης light novel θα με χαροποιούσε πολύ απλά να το θεωρούσαμε ένα light novel και όχι μια απόπειρα σε κάτι που μοιάζει με ένα. Όπως και να είναι τα πράγματα, θα αξιολογήσω αυτό το έργο ως ένα light novel και όχι ως κάτι άλλο, μιας που θεωρώ αυτή είναι η επιθυμία των συγγραφέων για το έργο τους και όχι μικρές τυπικότητες (που ωστόσο μόνο το αναγνωστικό κοινό θα επωφελούσαν).  

Κάνοντας λόγο για light novel, θεωρώ ότι πρέπει κατά μία έννοια να αναφερθώ στο είδος. Δεν έχω σκοπό να κάνω ιστορική αναδρομή, να δώσω ορισμό ή κάτι τέτοιο. Όλες αυτές οι πληροφορίες είναι εύκολα προσβάσιμες για όλους όσους ενδιαφέρονται. Μιλώντας ως αναγνώστης του είδους και έχοντας διαβάσει κάμποσα βιβλία και σειρές, όσα θα πω είναι για να εξηγήσω την δικιά μου αντίληψη και εμπειρία.

Το γεγονός ότι αυτά τα βιβλία είναι κατά μία έννοια «ανάλαφρα», «απλά», «σύντομα» και άλλα παρόμοια επίθετα, δεν συνεπάγεται ότι είναι απλοϊκά ή πρόχειρα. Πάμπολλες σειρές light novel καταπιάνονται με περίπλοκα θέματα, βαριά θέματα και αναπτύσσουν αριστοτεχνικά σχεδιασμένες ιστορίες που απασχολούν πάρα πολλούς τόμους. Και ας είναι λίγες εκατοντάδες σελίδες το κάθε βιβλίο, η κάθε σειρά έχει συνήθως δεκάδες βιβλία. Δεν μπορώ να θυμηθώ, προσωπικά, την τελευταία φορά που διάβασα light novel που να μην ήταν κομμάτι δεκαλογίας ή εικοσαλογίας (σαφώς υπάρχουν και αυτοτελή έργα και σειρές που αγγίζουν την πενταλογία, μα συνήθως αν ζητήσετε προτάσεις δημοφιλών ή καλών σειρών, θα έρθετε αντιμέτωποι με τους διπλάσιους τόμους). Επομένως, παρότι ο σκοπός τους είναι να αποτελούν ένα ανάγνωσμα «τσέπης» που να μπορεί να καταναλωθεί εύκολα και γρήγορα, σε καμία περίπτωση αυτό δεν υποβαθμίζει τις ίδιες τις ιστορίες που μπορούν να ειπωθούν. Η έκταση, η κλίμακα λοιπόν ξεκάθαρα φαντάζει εδώ μικροσκοπική. Όταν είδα στο τέλος του βιβλίου ότι το «Μυστήριο στο Άλυκο» πρόκειται για τριλογία, ξαφνιάστηκα ομολογώ. Καμία σημασία δεν έχει αυτό στην ουσία, μα αν όντως πρόκειται μονάχα για τρία βιβλία, σαφώς το βρίσκω πιο φιλικό σε αναγνώστες νέους στο είδος και μπορώ να το προτείνω σε κάποιον που δεν θέλει μια μεγάλη δέσμευση. Πριν πω οτιδήποτε άλλο, το ένα δεδομένο είναι ότι αυτό το βιβλίο είναι μικρό, ανάλαφρο και βγαίνει μέσα σε μια μέρα για κάποιον που το θέλει.

Πριν ξεκινήσω τα σχόλια επί τούτου, θέλω να σημειώσω πως δεν υπάρχουν σπόιλερ. Σε κάθε κριτική προσπαθώ να μην κάνω σπόιλερ και το τηρώ και εδώ. Ωστόσο, σε σημεία που κάνω αναφορές για στοιχεία της πλοκής ή αναφέρω κομμάτια του κειμένου για να εξηγήσω τη θέση μου, κατά 90% πρόκειται για περιεχόμενο των πρώτων κεφαλαίων (ούτε καν πέρα από τις σαράντα πρώτες σελίδες). Οπότε διαβάστε άφοβα.

Ας μιλήσουμε για τη γραφή

Για ένα τόσο μικρό βιβλίο, συνάντησα έναν αιφνιδιαστικό αριθμό επαναλήψεων και ασυνέχειας.

Τόσο στον τεχνικό τομέα, για παράδειγμα:

Ίσως κάποιο άγριο ζώο να είχε σκοτώσει πρώτα τα σκυλιά και μετά να τα βρήκαν κάποιος ή κάποιοι, οι οποίοι να τα τοποθέτησαν μετά έτσι.

Το μαθηματικό του μυαλό κράταγε τα χαλινάρια της θλίψης του και τον βαστούσε δυο βήματα μακριά από τη θλίψη.

Έπρεπε να ηρεμήσει και να πνίξει τον πανικό του, αλλιώς θα γινόταν ανεξέλεγκτος και θα τον έπνιγε σε έναν στρόβιλο φόβων

Όσο και στον νοηματικό τομέα, με επαναλήψεις πληροφοριών ή νοημάτων. (Εδώ δεν θα παραθέσω κάτι συγκεκριμένο λόγω σπόιλερ, μα ας πούμε ότι δεν είναι ευχάριστο ή πετυχημένο σε μια σκηνή που προσπαθεί να χτίσει ένταση να επαναλαμβάνεται ένα μονάχα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του θηρευτή).

Επιπλέον, υπάρχουν κομμάτια που μας δίνονται οι εσωτερικές σκέψεις του Λάιου στα πρώτα κεφάλαια. Είναι μικρές προτάσεις που παρεμβάλλονται, όπως συνηθίζεται σε πολλά έργα, και ξεχωρίζουν διότι εξηγείται από το κείμενο ότι ο χαρακτήρας το σκέφτηκε και από τα πλάγια γράμματα των συγκεκριμένων προτάσεων. Μόνο που είναι τζόγος αν θα τηρηθεί αυτή η φόρμουλα. Σε άλλα σημεία παρουσιάζονται με italics και σε άλλα όχι. Χρειάστηκε να διαβάσω δυο φορές κάμποσες μικρές παραγράφους απλά και μόνο επειδή δεν είχα το οπτικό queue ότι διαβάζω σκέψεις και χάθηκα μέχρι να μου το επισημάνει το κείμενο ρητά. Έχω να πω όσο προχωράει το βιβλίο, αυτά μειώνονται γιατί εισάγονται διάλογοι, περισσότεροι χαρακτήρες και η πλοκή κυλάει ομαλότερα. Ωστόσο, μου ήταν ενοχλητικό να φτάσω μέχρι τη μέση και να διασχίσω αυτές τις σελίδες χωρίς να υπάρξουν φορές που να υψώσω τα μάτια απ’ το κείμενο για να επεξεργαστώ αυτό που διάβασα.

Πέρα απ’ αυτές τις μικρές αστοχίες οι οποίες δεν με έκαναν μακροπρόθεσμα να μην απολαύσω την ιστορία, έχω να πω ότι η γραφή είναι καλή. Υπάρχουν σημεία που καταλήγουν cheesy, μα και αυτά καλοδεχούμενο κομμάτι είναι, μιας που το έργο έχει ένα χαλαρό ύφος με διαλείμματα σοβαρότητας. Οι σκηνές που περιέχουν δράση είναι γρήγορες και κατανοητές, τα σημεία που χτίζουν ατμόσφαιρα είναι σε γενικές γραμμές πετυχημένα και οι περιγραφές που φλερτάρουν με τον τρόμο ήταν όλες καλοδουλεμένες. Να πω βέβαια ότι σε καμία περίπτωση το βιβλίο δεν είναι θρίλερ ή τρομακτικό, για τα δικά μου στάνταρτ έστω. Οφείλω να τονίσω ότι πρόκειται για ένα βιβλίο δύο συγγραφέων και δεν φαίνεται πουθενά διαχωρισμός ανάμεσα στους δημιουργούς. Κατάφεραν να λειτουργήσουν σαν μία οντότητα και το κείμενο διατηρεί το ίδιο στυλ, ύφος και τρόπο γραφής σε όλη του την έκταση. Αυτό είναι εξαιρετικά θετικό και με εντυπωσίασε.

Δυο λόγια περί χαρακτήρων

Οι πρωταγωνιστές μας είναι τρεις – ο Λάιος, η Κλειοδώρα και ο Μιχάλης. Και οι τρεις είναι έφηβοι, μαθητές λυκείου κοντά στην ενηλικίωση. Βέβαια, αν ήταν μερικά χρόνια μικρότεροι το έργο θα ήταν εξίσου πιστευτό. Δεν έχουν ιδιαίτερο βάθος (εξάλλου βρισκόμαστε στο πρώτο μέρος τριλογίας), μα έχουν ηχηρά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τους ξεχωρίζουν και τους προσδίδουν ένα ενδιαφέρον. Επιπροσθέτως, όλοι τους έχουν διαφορετικούς στόχους και λόγους που μπλέκονται με την βασική πλοκή. Οι μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις είναι ως επί το πλείστον επιφανειακές, μα ικανοποιητικές και διασκεδαστικές για το μέτρο αυτού του βιβλίου και τον χρόνο που διαρκεί.

Δεν έχω να σχολιάσω πολλά για τους χαρακτήρες, πέραν του ότι μπορώ να πω ότι με ενδιαφέρει να τους γνωρίσω περισσότερο μετά από αυτήν την πρώτη επαφή και να μάθω για εκείνους και τις ανοιχτές υποθέσεις των οικογενειών και των παρελθόντων τους για τις οποίες έχουν γίνει αναφορές. Ειδικά μετά από το τέλος αυτού του βιβλίου, το οποίο ας είμαστε ειλικρινείς ήταν εντελώς βιαστικό, άκυρο και χωρίς ικανοποιητική κλιμάκωση, ελπίζω στα επόμενα έργα να λάβουν περισσότερη προσοχή και ανάπτυξη και οι τρεις τους.

Όσον αφορά το setting

Μπορώ να διακρίνω ότι σε κάποιον βαθμό χτίζεται μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, μάλιστα βρίσκω ότι σε ορισμένα κεφάλαια προς το τέλος το βιβλίο είναι στα καλύτερά του. Εκτιμώ επίσης το ότι η χρονολογία των γεγονότων είναι το 1998, με μικρές αναφορές και νύξεις στην εποχή των 90s. Γενικώς, μου φαίνεται ότι ο κόσμος του βιβλίου έχει φτιαχτεί με αγάπη και καλή πρόθεση. Υπάρχει προσοχή σε μερικές λεπτομέρειες, οι περιγραφές είναι ταιριαστές ως επί το πλείστον και οι αφηγήσεις κυλάνε αρκετά όμορφα προσφέροντας το υπόβαθρο. Υπάρχει όμως ένα ευρύτερο πρόβλημα το οποίο σπάει τη συγκέντρωση και με βγάζει από την ατμόσφαιρα, υπενθυμίζοντάς μου ότι πρόκειται για ένα κείμενο.

Εξαιτίας του μεγέθους του, πολλά πράγματα συμβαίνουν γρήγορα. Η πλοκή εξελίσσεται γρήγορα, οι χαρακτήρες συστήνονται γρήγορα, οι σχέσεις τους οικοδομούνται εντός ελάχιστων ημερών, οι ανταγωνιστικές φιγούρες εισάγονται αργά και δεν έχουν ενδιαφέρουσες διαστάσεις στις προσωπικότητές τους, όλη η πλοκή γενικά κρατάει λίγο και αυτό φαίνεται. Δεν το θεωρώ απαραίτητα αρνητικό αυτό. Για τις δικές μου απαιτήσεις από αυτό το βιβλίο και από τη στιγμή που κατάλαβα μετά από μερικά κεφάλαια τον βηματισμό και την εξέλιξη, με ικανοποίησε. Υπάρχουν πράγματα που συμβαίνουν σε fast forward και μπορώ να τα δεχτώ, επειδή αυτό είναι το βιβλίο. Παρότι λοιπόν είμαι ευχαριστημένος από τους γοργούς βηματισμούς της ιστορίας, αυτό κάνει πιο έκδηλα τα σημεία εκείνα που αποτελούν παρακάμψεις σε ένα ήδη μικρό και ταχύ έργο.

Η προβληματική του χωριού ως παράδειγμα

Το σχολείο του χωριού, παρότι δεν βλέπουμε τη σχολική ζωή, είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Είναι ένα παράδειγμα ενός στοιχείου αυτού του έργου που δεν μπορώ με τίποτα να δεχτώ και να χωνέψω ως κάτι που στέκει και είναι καλό. Το σχολείο είναι ένα σύμπλεγμα γενικού και τεχνικού λυκείου, καθώς και γυμνασίων. Υποθέτω τα δημοτικά του χωριού θα βρίσκονται αλλού, αν και ο πρόχειρος χάρτης του βιβλίου δεν σημειώνει άλλα σημεία ενδιαφέροντος πέρα από ένα τεράστιο σχολείο, μια τεράστια βιβλιοθήκη και οικήματα. Μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να μην σας φάνηκε περίεργο αυτό, οπότε επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω.

Οπότε έχουμε ένα χωριό που κατά τα άλλα παρουσιάζεται ως μια μικρή κοινωνία με: τοπικούς αστυνομικούς που δεν νοιάζονται, χωριάτες που συχνάζουν συνήθως στο κεντρικό καφενείο, παραδόσεις ριζωμένες σε προϊδεασμένους, κουτσομπολιά και παρατσούκλια για τον κάθε έναν κάτοικο εφόσον όλοι λίγο-πολύ γνωρίζονται και γενικώς όλα όσα μπορεί κανείς να περιμένει από μια καρικατούρα της ελληνικής επαρχίας. Στο μικρό λοιπόν αυτό χωριό, το βιβλίο προσπαθεί να μας πείσει ότι έχει χτιστεί ένα τέτοιο σύμπλεγμα σχολικών υποδομών ικανό να στεγάσει (μάλιστα αναφέρεται ότι μπορούν να μείνουν (!) εκεί μαθητές) τουλάχιστον επτακόσια παιδιά από το Άλυκο και τα γύρω χωριά. Μάλιστα υπάρχει μια εκτενής εξήγηση και περιγραφή που προσπαθεί να εκλογικεύσει αυτό το εντελώς παράλογο κόνσεπτ για ένα χωριό τριών χιλιάδων κατοίκων.

Αυτά τα δύο είναι θεματικά αντίθετα και όχι μόνο δεν στέκουν, αλλά συγκρούονται. Δεν μπορώ να ρίξω τόσο χαμηλά το suspension of disbelief μου ώστε να μην μου φανεί περίεργο ακόμα και με την εξήγηση που δίνεται (η οποία δεν έχει κανέναν λόγο που καταναλώνει παραγράφους πέρα απ’ το ότι είναι τόσο εξωπραγματικό το ζήτημα του σχολείου που απαιτείται μια εξήγηση). Είναι λες και η πλοκή δημιουργεί προβλήματα και έπειτα πρέπει να τα λύσει χωρίς έναν τελικό σκοπό. Δεν μου φαίνεται ξεκάθαρα τι εξυπηρετεί αυτό το συγκεκριμένο στοιχείο ενός γελοίου mega-σχολείου σε στυλ πανεπιστημιούπολης, από τη στιγμή που δεν βλέπουμε τους χαρακτήρες με την ιδιότητα του μαθητή κιόλας.

Ούτε βλέπω πως είναι δυνατόν σε ένα τέτοιο μέρος που αποτελεί κόμβο συνάντησης τόσων εφήβων να μην υπάρχει τίποτε άλλο. Σ’ ένα κομμάτι που γνωρίζουμε καλύτερα τα ενδιαφέροντα του Λάιου, χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι επιλογές που έχει για τον ελεύθερό του χρόνο είναι η πεζοπορία και τα βιντεοπαιχνίδια, γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνει πέρα από ποδόσφαιρο. Μου είναι αδύνατον να πιστέψω ότι σε ένα χωριό που φιλοξενεί καθημερινά τόσους μαθητές και πόσο μάλλον όταν κάποιοι μένουν εκεί, η μόνη πηγή δραστηριοτήτων που όλοι τους έχουν επιλέξει είναι η μπάλα. Εξυπηρετεί μεν το επαρχιώτικο, περιορισμένο ύφος που θα είχε ένα μικρό χωριό… μα το Άλυκο απλά δεν μπορεί να είναι κάτι τέτοιο με τα δεδομένα που παρουσιάζει το βιβλίο για αυτό. Το γεγονός ότι αυτό το χωριό μόνο χωριό δεν είναι προκύπτει ξανά όταν φτάσουμε στο κομμάτι που θα μιλήσω για τις εικονογραφήσεις.

Κατά κάποιον τρόπο, νιώθω ότι αναλώνεται χρόνος σε επιφανειακά και τεχνικά ζητήματα αντί για την εξερεύνηση σοβαρότερων πτυχών της ιστορίας που θα την ανέβαζαν επίπεδα. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι το gimmick του Λάιου να σημειώνει τα «στατιστικά» των χαρακτήρων σε διάφορες κατηγορίες (όπως εξυπνάδα, δύναμη, τύχη κ.α.) και να βαθμολογεί το καθένα. Αυτό πηγάζει από την nerdούλικη πλευρά του και δεν διαφωνώ ότι προσθέτει ένα χαρακτηριστικό στο άτομό του. Από την άλλη, μας δίνονται αναλυτικά όλα όσα σημειώνει και μάλιστα υπάρχει ένα κεφάλαιο όπου εξηγεί γιατί το κάνει αυτό, με ποια κριτήρια και τι του προσφέρει. Ουσιαστικά όμως αυτές οι πληροφορίες δεν μας προσέφεραν τίποτα, δεν μας δίδαξαν κάτι καινούργιο και το ευρύτερο κόνσπετ της σημείωσης στατιστικών ποτέ δεν απέκτησε μια ικανοποιητική διάσταση που να δικαιολογεί την ύπαρξή του στο έργο. Ίσως κάποιος να το εκτιμούσε διαφορετικά, εγώ όμως δεν θεωρώ ότι προσφέρει κάτι στον αναγνώστη γιατί δεν υπάρχει σύνδεση με τα κριτήρια του Λάιου, οι βαθμοί δεν εξυπηρετούν κάποια προϊκονομία ή οτιδήποτε σαν τέχνασμα της πλοκής και καταλήγει μια ιδέα που απλά υπάρχει. Δεν πιστεύω ότι η αναγνωστική μου εμπειρία θα ήταν λειψή αν δεν υπήρχε.

Η εικονογράφηση

Οι εικονογραφήσεις αποτελούν σημαντικό κομμάτι της κουλτούρας των light novel. Πολλές φορές, ένα βιβλίο είναι πιο γνωστό χάρη στα σχέδια και τον εικονογράφο του παρά λόγω της ιστορίας ή του συγγραφέα. Οι εικονογραφήσεις απεικονίζουν καίριες στιγμές από την πλοκή, με έναν τρόπο που τις κάνει ακόμη πιο αξιομνημόνευτες και ελκυστικές στον αναγνώστη. Είναι μια μοναδική ευκαιρία οι χαρακτήρες και τα γεγονότα να πάρουν ζωή με έναν τρόπο άρρηκτα συνδεδεμένο με το ίδιο το έργο. Ως αναγνώστης light novel θέλω να μπορώ εκτιμώ τις εικόνες του, να ανατρέχω σε αυτές και να τις συνδυάζω με τα εκάστοτε κεφάλαια.

Δυστυχώς, το εικαστικό κομμάτι αποτελεί το χειρότερο μέρος αυτού του βιβλίου. Θα ήθελα να τονίσω ότι δεν είχα καλλιτεχνικές απαιτήσεις ξεκινώντας αυτό το έργο. Δεν με ένοιαζε το στυλ των σχεδίων, αν θα είχαν χρώμα ή όχι, ο αριθμός και η τοποθέτηση. Μπορώ να πω ότι θεωρώ αρκετά τίμιες δουλειές όλα τα καλλιτεχνήματα που υπάρχουν σε αυτό το έργο και προς τιμήν τους να πω ότι είναι και αρκετά, τα περισσότερα έγχρωμα. Παρουσιάζεται και ποικιλία, αφού τα εύσημα ανήκουν σε δύο δημιουργούς, Orubito και Nadhir Mezghiche, που μας συστήνονται στο τέλος του βιβλίου (επίσης ως εικονογράφος αναφέρεται και ο Diogo Mane). Επιπλέον, υπάρχει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ένα τμήμα με concept art ορισμένων σκίτσων που συναντάμε στις σελίδες. Δεν θέλω λοιπόν να σχολιάσω τους αρτίστες και τη δουλειά τους, αλλά κάτι διαφορετικό που με οδήγησε να γράψω την πρώτη πρόταση αυτής της παραγράφου.

Το ζήτημα της εικονογράφησης πλήττεται από μια τεράστια, οδυνηρή ασυνέχεια

Όπως είπα πριν, δεν είναι μόνο ένας καλλιτέχνης και μας παρουσιάζονται διαφορετικά στυλ εντός του βιβλίου. Το ένα είναι ένα ασπρόμαυρο σκίτσο που φέρνει περισσότερο σε στυλ manga και το άλλο είναι ένα χρωματισμένο scenery piece που φέρνει περισσότερο σε στυλ κόμικ ή manhwa. Δεν με πειράζει κανένα απ’ τα δύο στυλ, δεν με ενοχλεί τόσο καν η ανάμειξή τους στο ίδιο έργο (αν και θεωρώ πως μία μοναδική κοινή γραμμή θα βοηθούσε αρκετά στη συνοχή του εγχειρήματος). Αυτό που δεν μου αρέσει είναι η ασυνέχεια και η απροσεξία που υπάρχει. Τόσο ασυνέχεια μεταξύ εικόνας – κειμένου, όσο και ασυνέχειας εικόνας – επόμενης εικόνας. Φυσικά, δεν εννοώ από το ένα στυλ εικονογράφησης στο επόμενο (είναι λογικό ότι από τον έναν καλλιτέχνη στον άλλο θα υπάρχει απόκλιση), αλλά εντός του ίδιου στυλ. Θα σας εξηγήσω πώς αυτό, κατά τη γνώμη μου, βλάπτει το βιβλίο.

Μιλώντας για τις έγχρωμες εικονογραφήσεις: Η πρώτη απεικόνιση του Λάιου που μας δίνεται τον απεικονίζει με μαύρα μάτια. Οποιαδήποτε ύστερη απεικόνισή του τον απεικονίζει ωστόσο με μοβ. Σταθερά σε όλες τις απεικονίσεις η Κλειοδώρα και ο Μιχάλης έχουν μοβ μαλλιά. Εντός του κειμένου, δεν ισχύει όμως αυτό – η Κλειώ έχει μαύρα μαλλιά που λάμπουν μπλε και ο Μιχάλης πυρόξανθα. Γιατί αφαιρείται αυτή η ατομικότητα που βλέπουμε στο κείμενο ώστε όλα να τυποποιηθούν από μοβ; Την πρώτη φορά που απεικονίζεται ο Μιχάλης, φοράει ένα μπουφάν με κίτρινα μανίκια και κουκούλα και πράσινο σώμα. Την επόμενη φορά που τον βλέπουμε η πράσινη απόχρωση έχει αλλάξει, παραμένοντας στο φάσμα αλλά σε πιο μουντό, γκρι χρώμα. Ακόμη τα μανίκια πλέον δεν είναι κίτρινα, μόνο η κουκούλα είναι. Ίσως να άλλαξε μπουφάν – εύλογη σκέψη. Στην αμέσως επόμενη εικονογράφηση όμως, δυο σελίδες μετά και στο ίδιο κεφάλαιο/γεγονός του βιβλίου, τα μανίκια πάλι επέστρεψαν στο κίτρινο μαζί με την κουκούλα.

Μιλώντας για τις ασπρόμαυρες εικονογραφήσεις: Υπάρχει μια καταπληκτική, δισέλιδη εικονογράφηση με τους πρωταγωνιστές στα ποδήλατά τους, όταν κάνουν μια συνάντηση στο χωριό. Είναι ένα σκίτσο που προσφέρει αρκετό σκηνικό, ένα ολόκληρο τετράγωνο του χωριού σχεδόν. Αυτή ήταν πραγματικά η ευκαιρία να αποσαφηνιστεί και να δηλωθεί η ταυτότητα του χωριού (που όπως ανέφερα μόνο για χωριό δεν μοιάζει) μέσω σχεδίου. Μόνο που, λειτουργεί υποδαυλίζοντας το κείμενο. Προτρέπω όσους έχουν το βιβλίο να ανατρέξουν σε αυτό το σκίτσο και να αναλογιστούν εάν αυτό το σκηνικό είναι σκηνικό χωριού. Αν το δείχναμε σε κάποιον χωρίς κανένα context αμφιβάλω αν θα το έβλεπε ως επαρχιακό χωριό τριών χιλιάδων κατοίκων με μονάχα ένα εξωπραγματικό κτίσμα. Για παράδειγμα, ο άνδρας με το κοστούμι και την βαλίτσα πού ακριβώς πηγαίνει σε αυτό το χωριό που έχουμε συνδυάσει τόσο ελάχιστα μέρη με τους κατοίκους που η μοναδική πιθανότητα εξόρμησης είναι το καφενείο για κουτσομπολιό;

Κατανοώ ότι σε πολύ κόσμο αυτά δεν θα έχουν σημασία. Νιώθω ότι οι περισσότεροι θα προσπεράσουν τις εικόνες και θα τις θεωρήσουν απλά ένα πρόσθετο στοιχείο που απλώς υπάρχει. Όπως είπα όμως, για μένα ήταν ένας τρόπος σύνδεσης και αναζωογόνησης του κειμένου εικαστικά. Ίσως σας φαίνεται ότι παραπονιέμαι ασκόπως, μα δεν έχω σκοπό να κάνω την τρίχα τριχιά – δεν κάθισα να σχολιάσω ή να ελέγξω τις αναλογίες των σωμάτων, το depth of field, τις σκιάσεις ή οτιδήποτε εικαστικό. Το μόνο που με στενοχωρεί είναι ότι δεν υπάρχει μια απλή συνοχή που να δικαιώνει το κείμενο ή να το βελτιώνει. Πίστευα ότι είχα στα χέρια μου ένα έργο γραμμένο με μεράκι και προσπάθεια, μα δεν συνάδει με τέτοια λάθη στις εικονογραφήσεις που εντόπισα εγώ στην πρώτη μου ανάγνωση. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να υπάρχει μια προσοχή και φροντίδα και σε αυτό το κομμάτι, γιατί ίσως η έλλειψη αυτής πληγώνει αυτό το βιβλίο, αν είναι light novel, πολύ περισσότερο από ένα κακό σκίτσο.

Συμπερασματικά

Θεωρώ πως το «Μυστήριο στο Άλυκο» είναι μια καλή ιδέα, με προοπτικές και ενδιαφέρον. Η εκτέλεση όμως εδώ και εκεί ήταν αρκετά τσαπατσούλικη. Είμαι σίγουρος πως ο καθένας μπορεί να ξοδέψει την ώρα του με αυτό το βιβλίο, ειδικά αν το διαβάζει συναναγνωστικά με έναν φίλο και να περάσει καλά. Ίσως όντως να είναι πιο οικείο στους φαν της εφηβικής λογοτεχνίας, αυτού του πιο ανάλαφρου είδους με εικόνες.

Μιλώντας για light novel όμως, είναι μάλλον αυτό που ειπώθηκε στην αρχή – μια απόπειρα. Μία που για εμένα άφησε πολλά να επιθυμώ. Ελπίζω και εύχομαι αυτή η πρώτη κάπως ανώμαλη βουτιά στο είδος να αποτελέσει το θεμέλιο για καλύτερα έργα για τους συγγραφείς.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά