Κριτική: “Ξενοδοχείον Ελπίς” του Γιώργου Μπελαούρη

by Αργυρώ Χαρίτου

Το Ξενοδοχείον Ελπίς είναι διαφορετικό από τα συνηθισμένα του είδους του. Χτισμένο στα τέλη του 19ου αιώνα, γίνεται ένα από τα πιο γνωστά της Αγγλίας, παρά την ιδιαιτερότητά του. Ποια είναι αυτή; Μα να συναναστρέφονται οι θαμώνες του με φαντάσματα. Μπορεί να σας ακούγεται μακάβριο ή τρομακτικό, αλλά ποιος δεν θα ήθελε μια συνομιλία μ’ έναν άντρα που η ερωτική του ζωή θα επισκίαζε εκείνη του Δον Ζουάν, να συζητήσει με μαθηματικό για θέματα ζωής, αλλά και σπάνια θεωρήματα, ν’ ακούει μια σοπράνο να τραγουδάει και να ηρεμεί η ψυχή του με την υπέροχη φωνή της. Νεκροί, νέοι και γέροι, όλοι να θέλουν να πουν την ιστορία τους, όλοι να θέλουν ν’ αποκαλύψουν μυστικά δικά τους -και όχι μόνο.

Έχει πλάκα να κάνεις κάτι που δεν μπορεί να γίνει“.

Walt Disney

Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο «Ξενοδοχείο Ελπίς». Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο συγγραφέας μάς καλωσορίζει στο ξενοδοχείο του, παρουσιάζοντάς μας ένα πρωτότυπο πάντρεμα, αυτό του μυθιστορήματος με τη θεατρική γραφή, δημιουργώντας ένα υβριδικό αποτέλεσμα. Όταν το είδα αρχικά ομολογώ πως είχα τρομάξει. Πώς θα μπορούσε ο αναγνώστης εύκολα, χωρίς να χάνεται, να μεταπηδάει από το θεατρικό στην αφήγηση και πάλι πίσω;  Τελειώνοντας το βιβλίο, ο συγγραφέας είχε πετύχει να δημιουργήσει ένα βιβλίο που δεν κούραζε και δεν μπέρδευε. Λίγο στην αρχή, λόγω της πληθώρας των ονομάτων, μπορεί να χαθεί ο αναγνώστης, γιατί εμφανίζονται όλοι οι ήρωες μαζί. Θα ήταν πιο χρήσιμο, ίσως και ξεκούραστο, δίπλα στα ονόματα του θεατρικού κεφαλαίου να αναφερόταν το ποιοι είναι οι νεκροί, ώστε να μην χρειάζεται να επιστρέφει κανείς στην αρχή του βιβλίου και να διακόπτεται η ροή της ανάγνωσης.

Γνωρίζοντας τον συγγραφέα και την αγάπη που έχει για τη βικτωριανή εποχή, είχα τρομάξει μήπως και το βιβλίο ήταν αρκετά βαρύγδουπο και σκοτεινό σε ύφος και γραφή. Ολοκληρώνοντας, είχε κερδίσει το στοίχημα, παραδίδοντας ένα αποτέλεσμα που ναι μεν έχει την αισθητική του 19ου αιώνα και τον αέρα του 20ου, όμως δεν καταντά κουραστικό και φορτωμένο.

Πριν ξεκινήσω αναρωτιόμουν ποιο να ήταν το κυρίως θέμα, μιας και μας αποκαλύπτεται από την αρχή ότι συνυπάρχουν οι ζωντανοί με τους νεκρούς. Τελικά, για ακόμα μια φορά, ο συγγραφέας γράφει για έναν καταραμένο έρωτα.

Η ροή και η πλοκή δεν αλλοιώνονται από το πάντρεμα θεατρικού και μυθιστορηματικής γραφής. Μόλις νιώσουμε οικειότητα με τους ήρωες, οι σελίδες μοιάζουν πλέον να γυρίζουν από μόνες τους. Οι διάλογοι είναι πνευματώδεις και οι χαρακτήρες σκιαγραφημένοι με λεπτομέρεια. Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει κάποιον γνωστό του, ή και τον ίδιο του τον εαυτό, στους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας μέσα από την πλευρά του μυθιστορήματος μας παρουσιάζει τις ζωές των ηρώων, νεκρών και ζωντανών, μέχρι το σημείο που έφτασαν στο ξενοδοχείο και πόσο τους έχει επηρεάσει η παραμονή τος εκεί.  Μέσα από το θεατρικό εκτυλίσσεται η κεντρική ιστορία. Στην αρχή υπάρχει ο αφηγητής, κάτι που με παραξένεψε για θεατρικό κείμενο. Τελικά, υπήρχε λόγος που τον είχε τοποθετήσει ο συγγραφέας.

Υπάρχει αρκετό χιούμορ, αν και προσωπικά θα ήθελα περισσότερο μαύρο, κάφρικο χιούμορ γιατί και ο συγγραφέας θα το υποστήριζε, ενώ το θέμα του βιβλίου, η αισθητική του, αλλά και κάποιοι χαρακτήρες θεωρώ πως θα φαινόντουσαν ακόμα πιο δυνατοί με τις ανάλογες ατάκες.

Οι γκραβούρες που υπάρχουν μας ταξιδεύουν σε περασμένο αιώνα και οπτικοποιούν τις τραγικές καταστάσεις που βιώνουν οι χαρακτήρες. Ήταν πολύ ωραία απόφαση αισθητικά να είναι ασπρόμαυρες.

Ποια είναι η ιστορία πίσω από το ξενοδοχείοq Mοιάζει, άραγε, καθόλου με το Overlook Hotel της Λάμψης του Stephen King, από όπου οι επιρροές είναι σαφείς, ή έχουμε μια εντελώς νέα προσέγγιση;

Ζήτα αυτό που θέλεις και να είσαι προετοιμασμένος να το αποκτήσεις

Maya Angelou

Το βιβλίο ξεκινά με τον κύριο Λούθερ Χοπ, έναν μέθυσο που δεν είχε οικογένεια. Μια μέρα, ένας σακάτης καλοντυμένος άντρας ήθελε να τον «βοηθήσει» ώστε να γίνει ο κυρίαρχος του εαυτού του, χτίζοντας το ωραιότερο και καλύτερο ξενοδοχείο στην Αγγλία. Το μόνο αντάλλαγμα που ζήτησε ήταν να υπογράψει ένα συμβόλαιο και να του παρέχει ένα δωμάτιο όταν τον επισκεπτόταν. Το ξενοδοχείο ολοκληρώθηκε γρήγορα, μέσα σε λίγες μέρες, και ο κύριος Χοπ έγινε όντως κυρίαρχος του εαυτού, σταματώντας το ποτό και δημιουργώντας μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Με την ελπίδα ότι όλα πλέον πήγαιναν καλά, αποφάσισε ν’ αφήσει το ξενοδοχείο στον γιο του, για να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του ήρεμα.

Ο γιος του Λούθερ Χοπ ήταν και εκείνος που θα έπρεπε να διαχειριστεί το θέμα με τους νεκρούς, μιας και είχαν πρωτοεμφανιστεί σ’ αυτόν. Ο πρώτος νεκρός, που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το ξενοδοχείο, είχε προκαλέσει, όπως ήταν λογικό και τις πρώτες αναταραχές σε όλο το οίκημα. Τότε ήταν που επισκέφτηκε κι εκείνον ο σακάτης, επιβάλλοντας στον γιο Χοπ να υπογράψει ένα δεύτερο συμβόλαιο για τους νεκρούς που θα περιφέρονταν στο ξενοδοχείο. Όπως και τα φαντάσματα των νεκρών, ούτε εκείνος είχε την επιλογή να εγκαταλείψει το ξενοδοχείο.

Ο Ναθάνιελ, εγγονός του Λούθερ και τρίτη γενιά πια Χοπ, μεγάλωσε μαζί με τα φαντάσματα σαν να ήταν κάτι το φυσιολογικό. Θεωρούσε ότι σε όλα τα ξενοδοχεία οι θαμώνες είχαν συναντήσεις με νεκρούς.

Ο Νεαρός ξεχώριζε και από τον παππού και τον πατέρα του. Ο πρώτος δεν γνώριζε για την ύπαρξη των νεκρών, ενώ ο δεύτερος είχε θυμώσει με τον πατέρα του και τη συμφωνία που είχε κάνει. Ο Ναθάνιελ, απ’ την άλλη, λυπόταν τους νεκρούς. Τους έβλεπε αγκυροβολημένους μέσα στο ξενοδοχείο, χωρίς να είναι επιλογή τους η διαμονή τους εκεί. Γι’ αυτόν τον λόγο προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθήσει όποιον μπορούσε να προχωρήσει στο φως.

Κάποια στιγμή ο αναγνώστης αναρωτιέται τι θέλει να μας πει ο συγγραφέας μέσα από αυτή την υβριδική προσπάθεια, και ποιο είναι εν τέλει το νόημα αυτού το βιβλίου, άσχετα αν πρόκειται για μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας που ετοιμάζει. Λίγο πριν το τέλος μας αποκαλύπτει όλα όσα χρειάζονται για να μας λυθούν οι απορίες. Ως εκ τούτου, το βιβλίο τελειώνει μ’ έναν τρόπο που αγάπησα πολύ, καθώς εξηγεί πράγματα και καταστάσεις και βάζει τον αναγνώστη σε σκέψεις και σενάρια χωρίς εκνευριστικά αναπάντητα ερωτήματα.

Όλα είναι ισορροπημένα, σε σωστές δόσεις. Κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης νιώθει ένα βάρος, αλλά και μια ανακούφιση συγχρόνως. Πώς μπορεί να συμβεί αυτό; Θα καταλάβετε μόλις το ολοκληρώσετε.

Βρείτε το βιβλίο ΕΔΩ.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά