Κριτική: “Το πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει” του Θεόδωρου Καραδιαμαντή

by Γιώργος Τρίγκας

Ακόμη και ο πάνσοφος Ησίοδος επικαλέστηκε τη βοήθεια των Μουσών για να εξιστορήσει τη Θεογονία, τον τρόπο δημιουργίας του κόσμου μας. Μέσα στο Χάος, όπως και στις υπόλοιπες ξακουστές μυθολογίες της πάντα μυστηριώδους Ανατολής, γεννήθηκαν πλάσματα, όχι πάντα ανθρώπινα. Αν και ο γνωστός ποιητής της αρχαιότητας παρέθεσε ολόκληρους καταλόγους ονομάτων των όντων που προέρχονταν από αυτό το τρομερό μέρος, είχε την πρόνοια να μην αναφέρει τα πάντα. Δεν μπορούσε να αναλύσει ολόκληρη τη γραμμή της πανάρχαιας παράδοσης που η πιο παλιά της εκδοχή φτάνει στην εποχή των Σουμέριων. Μίλησε μόνο για τα όντα εκείνα που αργότερα οι αρχαίοι Έλληνες τα λάτρεψαν ως θεούς και περπάτησαν μαζί τους κάτω από έναν μόνιμο καταγάλανο ουρανό. Οι ανατολίτικες παραδόσεις όπου κρύβονται και πλάσματα που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, δεν είχαν θέση σε αυτό το κομμάτι της γης. Υποχθόνια όντα τόσο καταραμένα που ακόμη η μελαγχολική θεώρηση του κόσμου δεν τους έδωσε καν ονόματα.  

Κάποια στιγμή στο μυθιστόρημα το πλάσμα της υπόθεσης αναφέρει την προέλευσή του. Δεν ανήκει στη διάστασή μας, είναι δημιούργημα της Αβύσσου, όπως ονομάζουν τώρα οι μονίμως αφελείς σύγχρονοι άνθρωποι το αρχέγονο Χάος. Κι όμως, οι πολυμήχανοι μύστες της αρχαίας εποχής βρήκαν τρόπο να το καλούν, δίχως να ψιθυρίζουν το όνομά του, λέγοντας πανίσχυρα λόγια, τα οποία περιέχουν κρυφές δυνάμεις και αντηχούν σε όλες τις διαστάσεις. Ειδικότερα, όπως εξιστορεί το ίδιο το πλάσμα, κατά την εποχή της αρχαίας Ρώμης, της αυτοκρατορίας που ένωσε τα πιο πρωτόγονα έθνη με ιστορικούς πολιτισμούς και διέδωσε όλες τις λατρείες τους, στα πέρατα του κόσμου, μικρόψυχοι άνθρωποι ανεξαρτήτου καταγωγής έφτιαξαν χώρους λατρείας μέσα σε σκοτεινές υπόγειες αίθουσες και το διέταζαν να πράξει στο όνομά τους την βλάσφημη εντολή του «Lex Talionis», οφθαλμόν αντί οφθαλμού. Κάποια στιγμή, όμως, καταλάβαιναν ότι ο όλεθρος που προκαλούσε ήταν τόσο μεγάλος, με αποτέλεσμα όχι μόνο να ονομαστεί «το πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει», αλλά και να κυνηγηθούν με κάθε μέσο οι οπαδοί του.  

Σ’ ένα απομακρυσμένο βραχώδες νησί του ηλιόλουστου βορείου Αιγαίου, τη Θρονίδα, ένα μέρος με πολύ πλούσια ιστορία και αρχαίες καταβολές, εξελίσσεται η υπόθεση του πρώτου μυθιστορήματος του Θοδωρή Καραδιαμαντή. Με αφορμή ένα παραλίγο θανατηφόρο ατύχημα στον Θέμη Εκατομάτη, μια σκοτεινή συμφωνία συνάπτεται με το κρυμμένο πλάσμα της Αβύσσου που μόλις αναφέραμε, ξυπνώντας το με αυτό τον τρόπο από την ατελείωτή του ανυπαρξία. Διαλυμένος ψυχικά και σωματικά ο Θέμης από το ατύχημα, καλεί έναν μήνα του φθινοπώρου στο σπίτι του δύο παλιούς του φίλους από το πανεπιστήμιο, την Γιώτα και τον Γιώργο, καθώς και τον Μίλτο Καλό, έναν μυστηριώδη ερευνητή του μεταφυσικού, προκειμένου να τον βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ενός ανίερου μυστικού του. Τελικά, οι τρεις άνθρωποι που κλήθηκαν στο παράξενο νησί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη και εξωπραγματική αρρωστημένη κατάσταση. Οι τρεις φιλοξενούμενοι διαπίστωσαν σταδιακά ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται σε αυτό το μέρος. Όχι μόνο έμαθαν τα προσωπικά μυστικά του φίλου τους, αλλά και αυτά της τοποθεσίας του παλιού αρχοντικού, θεμελιωμένο κοντά σ’ έναν καταραμένο αρχαιολογικό χώρο, όσο και της οικογένειας του, πολλά και κρυμμένα, φυσικά επιμελώς από τους υπόλοιπους κατοίκους. Ψίθυροι ακούγονταν πολλοί για τους Εκατομάτηδες, για δεκαετίες ολόκληρες στο νησί, όπου το σκοτάδι κυριαρχεί με τον τρόπο του στις ώρες της ημέρας, αλλά κανένας δεν ρωτούσε λεπτομέρειες.               

Αντικρίζοντας το εξώφυλλο και διαβάζοντας το τίτλο του βιβλίου, γίνεται εύκολα αντιληπτή η κύρια επιρροή του λογοτεχνικού σύμπαντος του X.Φ. Λάβραφτ. Οι αναφορές στον κορυφαίο συγγραφέα του φανταστικού είναι διάχυτες σε όλο το φάσμα του έργου. Ο αναγνώστης μαθαίνει εκτός από την προέλευση του πλάσματος, για τη διαχρονική αξία των Πνακοτικών χειρογράφων ακόμη και για τον βίο του ξακουστού βυζαντινού Θεόδωρου Φιλήτα από την Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, οι επιρροές του συγγραφέα επεκτείνονται και σε άλλους σημαντικούς συγγραφείς, τόσο της εποχής μας όσο και κλασικών. Από τον τρόπο γραφής, εύκολα καταλαβαίνουμε την αγάπη του Καραδιαμαντή για τον Στίβεν Κίνγκ, τον Ρόμπερτ Μπλοχ, καθώς ακόμη και για τον Χόρανς Ουόλπωλ. Οι τεχνικές της λογοτεχνικής γραφής του Κίνγκ αποκαλύπτονται περισσότερο στις σκηνές δράσης και στον καθημερινό λόγο των διαλόγων, την ένταξη διαφόρων κατοίκων της Χώρας του νησιού στην υπόθεση, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο την εξιστόρηση της πολύ ενδιαφέρουσας πλοκής άκρως συναρπαστική. Ταυτόχρονα, μέσω των σύγχρονων μεθόδων λογοτεχνικής γραφής, διεισδύουμε ευκολότερα στην ψυχολογία των κύριων χαρακτήρων, με αποτέλεσμα να γινόμαστε και εμείς κοινωνοί των όποιων συναισθημάτων τους. Σε παρόμοιο επίπεδο, οι επιρροές του Ουόλπωλ φαίνονται στις περιγραφές των διάφορων τοποθεσιών του νησιού ή στο ρωμαϊκό θυσιαστήριο που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο, ακόμη περισσότερο δε στην αρχιτεκτονική δομή του παλιού αρχοντικού, όπου στους τοίχους του μαρτυρείται η μακρά και μυστηριώδης ιστορία των Εκατομάτηδων. Στο τέλος της ανάγνωσης, η αληθοφάνεια που αναδύεται στις σελίδες του μυθιστορήματος, κάνουν τον αναγνώστη να θεωρεί ως πραγματική την ύπαρξη αυτού του τόσο παράξενου νησιού με τα τόσα πολλά μυστικά.       

Ο Καραδιαμαντής κατάφερε κάτι μοναδικό, κατά τη γνώμη μου, στο λογοτεχνικό του ντεμπούτο. Μπόρεσε να μεταφέρει με ωραίο τρόπο την ατμόσφαιρα των αγαπημένων του συγγραφέων του Φανταστικού και να την ενώσει αρμονικά με την πλούσια αρχαία ιστορία της χώρας μας. Χρησιμοποίησε επαρκώς τις φιλολογικές του γνώσεις, προκειμένου να μεταφέρει τις απόκρυφες παραδόσεις της παγανιστικής Ελλάδας στην εποχή μας. Επίσης, γράφοντας σε λιτό στυλ, ωθεί τον αναγνώστη να νιώσει τη φρίκη που προκαλεί το πλάσμα στους κύριους χαρακτήρες της πλοκής. Ο κύριος λόγος που όμως θα σας συμβούλευα να διαβάσετε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι η γνωριμία με τον χαρακτήρα του αινιγματικού μύστη και ερευνητή Μίλτου Καλού, ενός πολύ cool τύπου, ο οποίος φορά μεν συνεχώς t-shirts των Rotting Christ, αλλά παραδόξως αναζητά την απλότητα του φωτός στην καθημερινότητά του και διακρίνεται για την περιέργειά του για το κάθε μεταφυσικό φαινόμενο. Ελπίζω να τον συναντήσουμε ξανά στο μέλλον σε κάποια άλλη αποστολή. Αλλά, το πιο σημαντικό μήνυμα που θέλει να μας μεταφέρει ο συγγραφέας είναι η αποφυγή του κοιτάγματος της αβύσσου. Διότι, τότε αναδύονται στην επιφάνεια τα χειρότερα ένστικτα ενός ανθρώπου. Όπως λένε και οι ηλικιωμένοι των χωριών της επαρχίας, οι πραγματικοί Παλαιοί, οι οποίοι τον προηγούμενο αιώνα αναγκάστηκαν πολλές φορές βίαια να ζήσουν καταστάσεις που ο κόσμος των νεκρών άνοιγε ξαφνικά προς την διάσταση των ζώντων, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το μίσος του ανθρώπου προς τον άνθρωπο.          

     

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά