Κριτική: “Τυφλά Ψάρια” του Δημήτρη Σίμου

by Γιάννης Σιδέρης

Είναι πολύ σημαντικό να έχεις θέσει ψηλά τον πήχη από το πρώτο σου βιβλίο. Να έχεις πηδήξει τα πρώτα σκαλιά, με σβέλτα και επιδέξια βήματα, και πλέον να ανεβαίνεις στην κορυφή, με γνώση, σύνεση και μεθοδικότητα. Ο Δημήτρης Σίμος ελευθέρωσε τα βατράχια του πέρυσι και μας χάρισε ένα ανέλπιστα καλό βιβλίο, μία πολύ σφιχτοδουλεμένη αστυνομική ιστορία με στοιχεία που μας είχαν λείψει από την Ελληνική αγορά. Τώρα, με έναν τίτλο που βαδίζει στα ίδια χνάρια του πρώτου, έρχεται να ταράξει τα νερά, συστήνοντας μας τα «Τυφλά Ψάρια» του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Μία προσεγμένη έκδοση, ένα εξώφυλλο που κινείται στα ίδια μοτίβα με το πρώτο, δείγμα της επαγγελματικότητας που δείχνουν οι εκδόσεις Bell στον τομέα αυτό. Και μετά το περιτύλιγμα, περνάμε στο ζουμί. Πού είμαστε; Στη πανέμορφη Χαλκίδα, φυσικά. Ποιους ακολουθούμε; Τον αστυνόμο Καπετάνο, τον πολύ βαρύ Βαμβακά, την αναπάντεχη Μινιόν (πριν Τσιλιβήθρα, τώρα Μινιόν, αλήθεια γιατί αυτή η αλλαγή;) και τον «δικό μας» Ορέστη (όλοι δεν τον νιώθετε λίγο δικό σας; Πείτε την αλήθεια). Ποιους συναντάμε; Ξέρετε τώρα, τα γνωστά. Διαφθορά, εγκληματίες, μαφιόζοι, καταδικασμένους έρωτες και ασίγαστα πάθη. Γιατί μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Γιατί φυσικά είναι το ζουμί (το τσιγάρισμα αν θέλετε) για να μαγειρέψεις μία καλή αστυνομική ιστορία. Είναι τα πρώτα υλικά, η μαγιά με την οποία θα φτιάξεις το ψωμί. Κι επειδή δεν βρισκόμαστε σε συνταγή μαγειρικής, ας μιλήσουμε λίγο με γνωστούς μας όρους.

Μετά από μία πολύ ανατριχιαστική κι άκρως υποβλητική εισαγωγή, που δείχνει τον Καπετάνο σε μία έντονη στιγμή, ξεκινάει η ιστορία μας… με μία εντονότερη στιγμή. Ο συγγραφέας μάς βουλιάζει απευθείας στον κόσμο του αστυνόμου, από εκεί που τον αφήσαμε στα Βατράχια. Μέσα σε μία μπερδεμένη προσωπική ζωή που περιπλέκεται με την ακόμα πιο μπερδεμένη επαγγελματική του ζωή. Η δολοφονία μίας νεαρής γυναίκας θα τον οδηγήσει να συγκρουστεί με παλιούς γνωστούς που θα προτιμούσε να είχαν μείνει μακριά του, με κυκλώματα και νονούς της νύχτας που, όσο κι αν υπηρετείς τον νόμο, ξέρεις ότι δεν αξίζει να μπλέξεις καθώς και με προσωπικούς του δαίμονες που τον κυνηγάν ακόμα.

Εδώ δεν έχουμε την παράλληλη αφήγηση από μία ιστορία του παρελθόντος, όπως στα ψάρια, αλλά μία ιστορία που τρέχει στην ίδια χρονική περίοδο που εκτυλίσσεται η βασική πλοκή. Αυτό βοηθάει στο να μην χανόμαστε χρονικά και να τηρείται ένα άκρως αυστηρό – κι εξυπηρετικό – χρονοδιάγραμμα.

Ένα από τα μεγάλα ατού του συγγραφέα, πράγμα που τον έκανε αμέσως αγαπητό και γνωστό στον κόσμο, είναι η πολύ ώριμη και δουλεμένη γραφή του. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, διακριτοί, οι διάλογοι σε κάνουν να βρίσκεσαι δίπλα ακριβώς στην σκηνή όπου λαμβάνουν χώρα, οι περιγραφές της Χαλκίδας σε βυθίζουν μέσα της, το ούζο της κυρα Μάρως φαίνεται όνειρο (όταν το διαβάσετε, θα καταλάβετε). Είναι κάτι το οποίο σε ευχαριστεί όταν το βλέπεις, δηλαδή ότι ο συγγραφέας δεν ήταν απλά μία έκρηξη που έκανε εντύπωση, καθώς κρατάει τα χαλινάρια με τον σωστό τρόπο και δείχνει ότι έχει να δώσει πολλά ακόμη. Επειδή όμως ότι λάμπει δεν είναι (μόνο) χρυσός κι επειδή πάντα υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορείς να παρατηρήσεις, ας συνοψίσουμε και τα λιγότερο δυνατά στοιχεία του βιβλίου:

Μέσα στην υπόθεση, διακρίνονται ευκαιρίες να γίνουν κάποια πολύ σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά σχόλια, τα οποία όμως ο συγγραφέας περνάει στην επιφάνεια. Θα ήθελα να εμβαθύνει περισσότερο, έχει χτίσει μία ολοζώντανη κοινωνία που ζει και αλληλεπιδρά με τα θέματα αυτά. Στην αρχή κάθε κεφαλαίου υπάρχει από μία φράση την οποία λέει κάποιος χαρακτήρας μέσα στο κεφάλαιο. Δεν κατάλαβα που εξυπηρετούσε αυτό και αρκετές φορές με αποπροσανατόλιζε παρά με βοηθούσε (αντίστοιχα έχω δει σε βιβλία του King αλλά εκεί ήταν φράσεις άσχετες με την υπόθεση που περισσότερο λειτουργούσαν αλληγορικά).

Οι θηλυκοί χαρακτήρες διακρίνονται από μία υπερβολή ή αντίστοιχα μία στερεοτυπική φόρμα. Η πλοκή αποτελείται από αρκετά πρόσωπα που όλα, με κάποιον τρόπο, αλληλεπιδρούν. Θεωρώ ότι ίσως θα έπρεπε να δοθεί μία καλύτερη βάση στην ψυχοσύνθεσή τους ώστε να μην μοιάζουν κάποιες πράξεις σαν “εύκολη” λύση για να προχωρήσει η υπόθεση.

Τα αμέτρητα Διάολε του Καπετάνου. Φίλε Δημήτρη, ούτε ο Samuel Jackson δεν έλεγε τόσα “fuck” στις ταινίες του. Τέλος, ένα όχι απαραίτητα αρνητικό, αλλά μάλλον βολικό κομμάτι, είναι η όλη υπόθεση που αφορά τον γεωπόνο και τον αρουραίο. Δε θα πω περισσότερα για να μην προδώσω την ιστορία, αλλά μου θύμισε ένα μικρό tribute στον Jo Nesbo.

Τι είναι λοιπόν τα τυφλά ψάρια; Ένα μεγαλεπήβολο εγχείρημα το οποίο πατάει γερά στα πόδια του αλλά με προοπτικές βελτίωσης; Ένα εντυπωσιακό σίκουελ ενός καλοστημένου, αστυνομικού saga; Μία συνταγή μαγειρικής για fish and chips; Ένα είναι το σίγουρο. Διαβάζοντάς το, θα βγείτε σίγουρα χορτασμένοι και σίγουρα ορεξάτοι για τη συνέχεια. Καπετάνο, σε περιμένουμε!

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά