Κριτική: “Witchpunk: Ανάθεμα” της Χρύσας Αναστασίου

by Αλέξης Ζησιμόπουλος
Η Χρύσα Αναστασίου με φιλοδοξία και θράσος μάς παρέδωσε το πρώτο μέρος μιας νέας σειράς φαντασίας η οποία απαιτεί, τραβάει και προσηλώνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Αυτό το βιβλίο είχε τόσα πολλά να προσφέρει και συνέχισε να δίνει ξεπερνώντας τις προσδοκίες μου. Με ξάφνιασε, με μαγνήτισε, με συγκίνησε, με εκνεύρισε και με έκανε να θυμηθώ γιατί μου αρέσουν τέτοιου είδους ιστορίες (να διαβάζω σαν αναγνώστης και να προσπαθώ να γράψω σαν συγγραφέας). Εκτιμώ απεριόριστα αυτή την ιστορία γιατί εφάπτεται σχεδόν απόλυτα στα γούστα μου. Είναι ένα ιδιαίτερο είδος φαντασίας – είναι Witchpunk.

To Witchpunk: Ανάθεμα είναι ένα βιβλίο φαντασίας που μας εισάγει σε έναν κόσμο μαραμένο, πληγιασμένο, σκοτεινό, ζοφερό, ανελέητο και πανέμορφα μαγευτικό και υπέροχο.

Τρισκατάρατα θηρία περπατούν την μία άκρη της γης ενώ στην άλλη ανυψώνονται μηχανές. Μάγισσες, οι κυνηγοί τους και άνθρωποι με μεταλλικά μέλη έρχονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους και με το οικοσύστημα του κόσμου τον οποίο ρημάζει ένας πόλεμος με πολλά μέτωπα. Σε αυτόν τον κόσμο βλέπουμε χαρακτήρες με τις αρετές και τις αδυναμίες τους, βλέπουμε μια μάχη μεταξύ του αγνού, του φυσικού και του παραδοσιακού έναντι του αναγκαίου, του τεχνητού και του ορθολογικού. Άτομα που στο όνομα του κοινού καλού φέρονται με τυφλό εγωισμό, άτομα που για τους δικούς τους σκοπούς καταλήγουν να κάνουν τις μεγαλύτερες θυσίες και άτομα που ψάχνουν δείγματα θαλπωρής και αγάπης σε μια εποχή που μόνο με την ζοφερότερη έννοια μπορεί να χαρακτηριστεί ρομαντική.

Το βιβλίο χωρίζεται στα τρία.

Έχουμε να κάνουμε με τρεις ηρωίδες (Μάργκο, Άστριντ, Σέιτζ) και εναλλάξ διαβάζουμε κεφάλαια από τρεις διαφορετικές οπτικές. Επίσης βλέπουμε γεγονότα σε διαφορετικές χρονολογίες. Συχνά μεταπηδάμε από το παρελθόν στο μέλλον, άλλοτε ξέροντας την ακριβή ημερομηνία και άλλοτε όχι. Οι τρεις ιστορίες φαίνεται να τρέχουν παράλληλα για να συναντηθούν σε ένα κοινό σημείο, ωστόσο αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές. Ο λόγος που η αφήγηση δεν μας δίνεται γραμμικά αλλά σε τμήματα χρόνου είναι τόσο ένα ουσιαστικό κομμάτι της πλοκής όσο και ένα αφηγηματικό τέχνασμα της Χρύσας. Αν αυτή η ιστορία μας δινόταν χρονολογικά, σαν καταγραφή γεγονότων ιστορικού βιβλίου, το έργο θα ήταν χειρότερο. Με τον τρόπο που έχει επιλέξει, η συγγραφέας ορίζει ένα ιδιαίτερο βηματισμό για την ιστορία και την πλοκή, δημιουργεί υπό-πλοκές που αφορούν το κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά, την κάθε αφηγηματική οπτική ξεχωριστά και το βιβλίο σαν σύνολο, από κοινού.

Ίσως να είναι δύσκολο να το εξηγήσω σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει και χωρίς να κάνω σπόιλ, ωστόσο θα προσπαθήσω να το θέσω ως εξής:

Υπάρχει μια ενιαία θεματική η οποία αφορά και τις τρεις ιστορίες. Υπάρχουν κοσμολογικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουμε και αφορούν όλο το έργο και τον κόσμο του βιβλίου. Υπάρχει αυτό ως συνεκτικό στοιχείο της πλοκής που συναντάμε στην αφήγηση κάθε χαρακτήρα. Ακόμη, υπάρχει μια ενιαία πλοκή που δεν αφορά επακριβώς και δεσμευτικά και τις τρεις ηρωίδες, μα αφορά το βιβλίο. Γιατί το διαβάζουμε αυτό; Γιατί είναι το πρώτο από τα τρία βιβλία; Που πάει αυτή η ιστορία; Οι απαντήσεις αυτές συνδέουν τις οπτικές μεταξύ τους σε ένα επίπεδο που ακόμη δεν έχει πλήρως ξετυλιχθεί. Έπειτα, υπάρχουν ξεχωριστές θεματικές για καθεμιά χαρακτήρα. Διαφορετικά πράγματα επιθυμεί η Μάργκο από την Άστριντ και από την Σέιτζ, οι τρεις τους χαράζουν διαφορετικούς δρόμους σε διαφορετικές εποχές και μέρη. Το πού θα οδηγηθεί η ιστορία της καθεμίας (στα όρια αυτού του ενός βιβλίου) είναι ο δεύτερος και πιο ελκυστικός άξονας του Witchpunk. Τέλος υπάρχουν και οι μικρό-υποθέσεις και οι υπό-πλοκές που εμφανίζονται σε κάθε κεφάλαιο της καθεμιάς κοπέλας και επιλύονται στο κεφάλαιο εκείνο ή σε κάποιο επόμενο. Υπάρχει αρκετός χώρος και χρόνος να εκτυλιχθούν όλα αυτά χωρίς το βιβλίο να καταντάει βαρετό ή μπερδεμένο και αυτό οφείλεται στον τρόπο που η συγγραφέας έχει προσεκτικά τοποθετήσει τα κομμάτια και φροντίσει όλα να είναι στην εντέλεια.

Θα μιλήσω για τις ηρωίδες.

Ο λόγος μου θα είναι του τύπου “μιλάς με γρίφους γέροντα” γιατί δεν θέλω να δώσω σπόιλς, αλλά περισσότερο θα καταλάβουν αυτοί που ξέρουν τις ηρωίδες μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Επίσης θέλω να τονίσω ότι η καθεμιά οπτική συμπληρώνεται από μια ιδιαίτερη γλώσσα την οποία φροντίζει η Χρύσα να επαναλαμβάνει και να απομονώνει στα συγκεκριμένα κομμάτια. Ο τρόπος που η συγγραφέας περιγράφει είναι μεστός, άρτιος, με ροή και σκοπό. Είναι εξίσου λογοτεχνικός και αφηγηματικός, οι περιγραφές ρέουν πανέμορφα σε ουσιαστικές πληροφορίες ενώ ταυτόχρονα χτίζουν μια σκηνή. Τα συναισθήματα και οι σκέψεις των ηρωίδων είναι πάντα ξεκάθαρα και δοσμένα όταν και όποτε χρειάζονται με τον τρόπο που πρέπει. Είχα πει ξανά πως η Χρύσα Αναστασίου λεπτολογεί όταν αφηγείται και εδώ αυτό αποκτά ένα ιδιαίτερο νόημα – καθετί είναι μια ιστορία, η αφορμή για μια ιστορία πέρα από μια μεταβατική πρόταση, σκηνή ή διάλογο. Πολλές φορές λαμβάνουμε πληροφορίες που παρεμβάλλονται σε όσα συμβαίνουν και απορρέουν από αυτά. 9 στις 10 φορές χωρίς υπερβολή αυτό γίνεται αριστοτεχνικά και υπάρχει και 1 πιθανότητα να μου φανεί κάτι φλύαρο ή όχι τόσο ταιριαστό.

Σέιτζ.

Τα κεφάλαια της Σέιτζ έχουν να κάνουν με το μυστήριο. Εδώ βλέπουμε τις Μάγισσες, την μία μεγάλη φράξια που μας απασχολεί και εξερευνούμε την μαγεία του κόσμου της Κρέστα. Κάνουμε χρονικά άλματα σε μια περίοδο εικοσαετίας μαζί με την Σέιτζ του Κρίμσεν, η οποία ξεκινά ως μαία και καταλήγει στο πλάι της Αρχιμάγισσας του Πύργου.

Η Σείτζ είναι ένας πολύπλοκος χαρακτήρας του οποίου τα γνωρίσματα ξεδιπλώνονται από νωρίς, μα υπάρχει αρκετό βάθος στην προσωπικότητά της το οποίο βλέπουμε στην ιστορία. Υπάρχει κάτι μαγευτικό, φυσικό και γήινο στα κεφάλαια αυτά. Βλέπουμε μαγεία, ρούνους, τη σύνδεση με τη φύση και τη γη, πώς όλα σχετίζονται με το παρελθόν, τους θρύλους και τους μύθους, γιατί οι παραδόσεις μετράνε και ποιους απόηχους έχουν αφήσει. Η οπτική της Σέιτζ είναι που με γέμισε απορίες για τον κόσμο του Witchpunk και επίσης φρόντισε να με ταΐσει με απαντήσεις. Η κάστα των χαρακτήρων εδώ είναι αρκετά μεγάλη, μα αξιοσημείωτη και ενδιαφέρουσα. Όλα όσα συμβαίνουν με τις μάγισσες και όλες οι υπό-πλοκές που πλέκονται σε αυτά τα κεφάλαια είναι υπέροχες. Γίνονται τόσα πολλά στα κεφάλαια της Σέιτζ που δεν μπορώ καν να τα απαριθμήσω όλα ή να τα ξεμπλέξω απ’ το κουβάρι της «ευφάνταστης φανταστικής λογοτεχνίας» που τα έχω καταχωρήσει στο μυαλό μου.

Μάργκο.

Σε αντίθεση, τα κεφάλαια της Μαργκό έχουν να κάνουν με την εξερεύνηση. Wanderlust, αν μπορώ να το θέσω έτσι. Αντί να υπάρχει ένα μυστήριο ριζωμένο στο παρελθόν και να μου γεννούνται απορίες περί κοσμολογίας τις οποίες μπορώ να αναρωτιέμαι και να προσπαθώ να επιλύσω με εικασίες ώσπου να διαβάσω την σωστή εξήγηση, εδώ η Χρύσα με παίρνει απ’ το χέρι, με μπουκώνει με ένα γλειφιτζούρι και με πάει βόλτα όπου θέλει εκείνη. Δεν έχω λόγο εδώ, δεν μπορώ να φανταστώ καν τι πρόκειται να δω. Δεν έχω χρόνο για απορίες. Ανακαλύπτω έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο και χαίρομαι απλά που τον εξερευνώ.

Αυτός είναι ο κόσμος της αντίπερα όχθης, με τις μηχανές και την άλλη μεγάλη φράξια που μας αφορά. Οτιδήποτε έχει να κάνει με τα κεφάλαια της Μάργκο, τους μηχανουργούς, τους συλλέκτες, την steampunk αισθητική, τα σοκάκια από μέταλλο και τον ουρανό από ατμό – όλα είναι θεσπέσια και δεν χόρτασα να τα βλέπω. Η ιστορία της Μάργκο είναι η πιο αναπάντεχα ενδιαφέρουσα. Συνεχώς προσφέρει – τοπία, χαρακτήρες, προοπτικές, εξελίξεις – και η Μάργκο η ίδια καταλήγει μια εξαιρετική ηρωίδα. Αυτή η οπτική είναι η πιο ενδιαφέρουσα για μένα προσωπικά, ειδικά σε συνδυασμό και αντιδιαστολή με το κλίμα της οπτικής της Σέιτζ.

Όλα και όλοι στα κεφάλαια της Μάργκο έχουν μια γοητεία που δεν είναι εύκολο να την επικοινωνήσω. Είναι απλά υπέροχο. Η συγγραφέας έχει ταλέντο στο να κάνει τα πιο απλά πράγματα να μοιάζουν τα πιο σημαντικά. Αυτή η μάχη για τα καθημερινά μικρό-προβλήματα στο οικοσύστημα που η Μάργκο ζει, οι αλληλεπιδράσεις της με την οικογένεια του Έντμουντ και η προσπάθειά της να ισορροπήσει και να βρει τον εαυτό της είναι ένα εξαιρετικό δείγμα συγγραφικής ικανότητας.

Άστριντ.

Η Άστριντ είναι μια κυνηγός μαγισσών από το παρελθόν η οποία βρίσκεται ζωντανή και καταραμένη 33 χρόνια μετά την εποχή της, εγκλωβισμένη σε ένα κυνήγι φαντασμάτων του παρελθόντος και απαντήσεων. Η Άστριντ περιβάλλεται από σκοτάδι, βρομιά, σήψη, αίμα και ζέχνει θάνατο. Η δικιά της θεματική είναι περίπλοκη, πιο ξεχωριστή από τις άλλες δύο.

Μίλησα πριν για εντέλεια, προσοχή και μεράκι στο κάθε στοιχείο, ώστε ως μονάδα που ονομάζουμε κεφάλαιο, σκηνή ή στοιχείο πλοκής να είναι τόσο λειτουργικό όσο και στο σύνολο που ονομάζουμε βιβλίο, τριλογία ή ιστορία. In a vacuum – που λέγαμε στο χωριό μου – τα κεφάλαια της Άστριντ δεν είναι άσχημα. Αν αυτό το 1/3 του βιβλίου το διάβαζα ξέχωρα, με τη σειρά και χωρίς παρεμβολές άλλων οπτικών (στο μέτρο που δεν χρειάζεται να μπλέξει με τα υπόλοιπα στοιχεία του βιβλίου αυτή η οπτική), θα είχα να πω πολύ πιθανώς καλύτερα λόγια. Ως κομμάτι του Witchpunk: Ανάθεμα, τα βρήκα τα πιο αδύναμα κεφάλαια όμως. Προφανώς, δεν συνέβη αναπάντεχα κάτι και η Χρύσα ξέχασε να γράφει ή να στήνει ιστορίες. Δεν υπάρχει κάτι “κακό” με ένα κομμάτι του βιβλίου – ούτε κακογραμμένο είναι, ούτε αχρείαστο και ούτε θα ήθελα να λείπει.

Το πρόβλημά μου έγκειται στο ότι η οπτική της Άστριντ είναι τόσο διαφορετική από τις άλλες δύο που δεν με κέντρισε όσο εκείνες. Κατ’ εμέ, αργεί υπερβολικά να φτάσει σε ένα ενδιαφέρον σημείο και όλα κάπως αργούν να συμβούν, αναλογικά με την Μαργκό ή την Σέιτζ. Αναλώνουμε χρόνο ακολουθώντας την Άστριντ η οποία μας προσφέρει και ένα μυστήριο και μια ματιά σε μια διαφορετική πτυχή του κόσμου και σκηνές δράσης και λίγο απ’ όλα. Μα, κάτι πέρασε και δεν κόλλησε για μένα. Ίσως κάποιες σκηνές δράσης μου φάνηκαν κουραστικές (όπως το κυνήγι στο δάσος), ίσως το ότι η Άστριντ δεν έχει από νωρίς κάποιον να είναι αντίβαρο στον χαρακτήρα της (Κάλεν), ίσως επειδή όταν οι άλλες οπτικές βρίσκονται σε κρίσιμα σημεία η Άστριντ κάνει κάτι πολύ ξένο (ξιφομαχεί με αράχνες).

Δεν θεωρώ αυτά τα κεφάλαια βαρετά, μιας που ανά πάσα στιγμή θυμόμουν που είχε μείνει η ιστορία. Μου έμειναν ως τα λιγότερο ενδιαφέροντα και κάποια σημεία πέρασαν και δεν κόλλησαν. Τα μισά από αυτά τα ευχαριστήθηκα σίγουρα, ειδικά πηγαίνοντας προς το τέλος. Η Άστριντ σαν χαρακτήρας επιτέλεσε τον ρόλο της άψογα. Ο κόσμος που χτίστηκε γύρω της και όσα έκανε ήταν διασκεδαστικά – όχι όσο τα υπόλοιπα όμως.

Νιώθω ότι κάπου σε μια άλλη κριτική θα υπάρχει κάποιος που θα θεωρεί τα κεφάλαια της Μάργκο βαρετά λέγοντας “μα καλά τι ενδιαφέρον είχε η Μπρούτζινη Αγορά τέλος πάντων;” και εγώ θα εκνευριστώ όπως εκνευρίζεται εκείνος που έριξα την Άστριντ και οι δυο μας θα μονομαχήσουμε σε μια παραλία στο ηλιοβασίλεμα. Θέλω να πω ότι είναι θέμα γούστου. Τα μικρό-προβλήματα που εντοπίζω στην Άστριντ δεν αφαιρούν από το βιβλίο, δεν το κάνουν χειρότερο και δεν απέχουν τόσο από το καλό – όπως είπα, σε σχέση με τις άλλες δυο οπτικές ήταν η πιο αδύναμη… παραμένει ένα καλό κομμάτι με μικρά ψεγάδια.

Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου δεν είναι τόσο φανταχτερές ή ηχηρές προσωπικότητες, ωστόσο προσφέρουν μια αναντικατάστατη λειτουργικότητα στην ιστορία.

Υπάρχουν χαρακτήρες όπως ο Ρατ, η Ωρέλια ή η Μπέλροουζ που παρότι δεν έχουν τον άπλετο χρόνο και χώρο να ξεδιπλωθούν όπως οι βασικές ηρωίδες, έχουν αρκετά δυνατά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τις ξεχωρίζουν. Από την άλλη χαρακτήρες όπως ο Άλαστορ, ο Βέρεντ ή ο Ακάρ που αν και χαρακτηρίζονται από δείγματα προσωπικότητας, ο ρόλος τους παραμένει μικρός και χωρίς συνέπειες. Βλέπουμε χαρακτήρες που ακροβατούν σε ένα όριο ακριβώς πίσω από τις πρωταγωνίστριες των οποίων ο ρόλος είναι εκείνος των δευτεραγωνιστών μα σε αντίθεση με τους άλλους κατέχουν μια πιο σημαντική θέση στο βιβλίο (όπως η Λούρα και ο Κάλεν). Αναπτύσσονται άλλοτε ικανοποιητικά και άλλοτε ίσως να υπάρχει χώρος για περισσότερα πράγματα. Δεδομένου ότι σε μια σειρά βιβλίων δεν είναι εύκολο ή σωστό να κρίνω χαρακτήρες από τον πρώτο κιόλας τόμο, δεν έχω να πω ότι κάποια έλλειψη υπάρχει – σίγουρα, για κάποιους, θα υπάρχει η εξελικτική πορεία στα επόμενα βιβλία. Ανυπομονώ.

Ο λόγος που έκανα αυτή την αναφορά στους διαφορετικούς χαρακτήρες είναι για να καταλήξω στο εξής:

Άσχετα με το τι είδους χαρακτήρα συναντάμε στο βιβλίο, πάντα έχει το σωστό αντίκτυπο, ρόλο και θέση σε αναλογία και συσχέτιση με την εκάστοτε ηρωίδα. Η εμφάνιση του κάθε χαρακτήρα που δεν είναι εκείνες, αλληλεπιδρά ουσιωδώς με εκείνες. Ίσως να μην μας αφορά τι είδους άτομο να είναι ο κάθε κομπάρσος, μα κάλλιστα ίσως μας αφορά τη γνώμη/σχέση/άποψη έχουν οι πρωταγωνίστριες με εκείνον. Ο τρόπος που η Χρύσα Αναστασίου αφήνει τα συναισθήματα και τις σκέψεις των τριών γυναικών να ξεδιπλωθούν δίνει νόημα στον κάθε άλλο χαρακτήρα, άσχετα με το αν είναι από μόνος του σημαντικός ή όχι. Οι ηρωίδες νοηματοδοτούν το καθετί βλέπουμε στις σελίδες του βιβλίου και οποιονδήποτε εμφανίζεται με έναν μοναδικό τρόπο που κάνει καλό και στην δική τους ανάπτυξη και στην (επιφανειακή ή βαθύτερη) σκιαγράφηση των άλλων.

Υπάρχουν πολλά στοιχεία ακόμη για τα οποία δεν θεωρώ απαραίτητο να μιλήσω.

Το σύστημα μαγείας, οι πολιτικές ισορροπίες, τα μέτωπα του πολέμου, οι μύθοι και η προϊστορία και τόσα άλλα στοιχεία. Όλα τους φαίνεται να έχουν βάθος, σκέψη και μελέτη πίσω τους, μα δεν μπορώ να τα κρίνω από το πρώτο βιβλίο. Σίγουρα, φαίνεται μια άρτια και ικανοποιητική πρώτη βάση, μα υπάρχουν τόσα που δεν ξέρουμε ακόμη και περιμένω από την ιστορία που δεν θα ήθελα να θέσω ερωτήματα που πιστεύω ότι θα απαντηθούν. Ακόμη, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να θέσω ερωτήματα που μου φάνηκαν αδυναμίες ή κενά της πλοκής. Κάποια πράγματα προσωπικά θα ήθελα να τα είχα δει πιο ανεπτυγμένα, μα φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου και κάνοντας μια ανασκόπηση, δεν θεωρώ πως κάτι μου έλλειψε κιόλας (ενώ άλλα πράγματα καλό είναι που έμειναν αμφιλεγόμενα, όπως τα χρώματα των στοιχειών). Αναμένω λοιπόν να βυθιστώ περισσότερο στο lore όταν η Χρύσα κρίνει πως έφτασε η κατάλληλη ώρα.

Τα τελευταία 8-10~ κεφάλαια ήταν πραγματικά απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες αναγνωστικές εμπειρίες που έχω βρει ποτέ σε ελληνικό βιβλίο φαντασίας.

Αποκορύφωμα το κεφάλαιο 32 για το οποίο θα μπορούσα να γράψω μια διπλάσιου μεγέθους κριτική εξηγώντας γιατί είναι ένα τόσο καλό κεφάλαιο που μου αρέσει πολύ. Το τέλος του βιβλίου έρχεται μέσα από απανωτές κλιμακώσεις σε μια σκάλα πάσης φύσεως εντάσεων οι οποίες εξαναγκάζουν σε ένα απότομο άλμα χωρίς αλεξίπτωτο. Κατά την πτώση βλέπεις γύρω σου να περνάνε και να μεγεθύνονται όλα – το τελευταίο κεφάλαιο, η τελευταία σελίδα, η τελευταία παράγραφος, η τελευταία πρόταση – με τερματικό την ίδια την αρχή του βιβλίου, το οποίο ίσως να επιδέχεται δεύτερης ανάγνωσης όσο περιμένουμε για την συνέχεια.

Εν κατακλείδι, εύχομαι η Χρύσα να ήταν στο ίδιο δωμάτιο με μένα όταν διάβασα το τέλος του βιβλίου και να έβλεπε τις αντιδράσεις μου. Ταυτόχρονα, η Χρύσα είμαι βέβαιος πως θα (έπρεπε να) απευχόταν κάτι τέτοιο.

Προτείνω σε όλους τους λάτρεις του φανταστικού να πιάσουν στα χέρια τους αυτό το έργο. Είναι ένα έργο υψηλών προδιαγραφών (τις οποίες θέτει η ίδια η συγγραφέας και δεν ορίζονται από κανέναν άλλο κανόνα) και πιστεύω πως δεν θα σας απογοητεύσει. Έχει αρκετά στοιχεία και πολλά να συζητηθούν, άλλα άψογα, άλλα φανταστικά και άλλα καλά μόνο, όλα σε αρκετά υψηλό συγγραφικό επίπεδο.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά