Λέξεις Στο Σκοτάδι (Μέρος Α’)

by Μαρία Δανιήλ

Τα εμφυτεύματα ματιών είχαν λύσει όλα τα προβλήματα που σχετίζονταν με την υγεία των συγκεκριμένων οργάνων, εξελίσσοντας τα, χαρίζοντας τους δυνατότητες που οι πρόγονοι μας δεν είχαν καν φανταστεί. Μπορούσε κανείς να ζουμάρει στην παραμικρή λεπτομέρεια απλά σκεπτόμενος την πράξη, μπορούσε να κοιτάζει απευθείας τον ήλιο δίχως να τυφλώνεται από το φως ή να κινδυνεύει να χάσει την όραση του στις συχνές πλέον εκλείψεις ηλίου, μπορούσε να βλέπει στο σκοτάδι, κάτι που μείωσε την κατανάλωση ρεύματος και γνώριζε από μικρή ηλικία το όνομα της αδερφής ψυχής του. Ξέρω ότι μάλλον σας μπέρδεψα μ’ αυτό το τελευταίο, αλλά θα σας εξηγήσω τώρα αμέσως.

Βλέπετε, η σύγχρονη εποχή δεν άφηνε και πολύ ελεύθερο χρόνο στους ανθρώπους, ώστε να απασχολούν το κατά τ’ άλλα άκρως ενεργό μυαλό τους με προβληματισμούς ερωτικής και συναισθηματικής φύσης. Θα βρω ποτέ το άλλο μου μισό; Άραγε υπάρχει όντως ένας άνθρωπος για εμένα εκεί έξω; Κι αν ναι, πως θα τον βρω; Αυτά τα ερωτήματα είχαν μια πολύ πιο εύκολη απάντηση, γιατί οι άνθρωποι γνώριζαν το όνομα αυτού του άλλου μισού. Από την στιγμή που μάθαιναν να διαβάζουν και να γράφουν, να σχηματίζουν λεκτικά σύνολα χρησιμοποιώντας το παγκόσμιο αλφάβητο των είκοσι πέντε γραμμάτων, αλλά και να αποκωδικοποιούν τα νοήματα τους, οι άνθρωποι ήταν σε θέση να μάθουν εκείνη την μικρή λεξούλα- κλειδί. Θα την αναγνώριζαν εύκολα, αφού μπορούσαν να την δουν να λάμπει με εκτυφλωτικό φως την ημέρα και να φωσφορίζει μαγευτικά την νύχτα. Το μόνο που είχαν κάνουν ήταν απλά να περιμένουν και κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν μπροστά τους. Μόνο υπομονή χρειαζόταν, τίποτα άλλο.

Βέβαια, όπως πάντα, υπήρχαν και οι εξαιρέσεις του κανόνα. Εγώ, για παράδειγμα, είχα φτάσει τα είκοσι πέντε μου χρόνια και ούτε μια φορά, ούτε μια στιγμή δεν είδα κάποιο όνομα να λάμπει ή να φωσφορίζει. Δεν τα έβαλα με την εταιρεία κατασκευής και παραγωγής των εμφυτευμάτων, όπως πολλοί άλλοι, ούτε έριξα τις ευθύνες στον χειρουργό που είχε κάνει εμφύτευση όταν ήμουν μικρή. Υπέθετα ότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα, ότι η τύχη τα έφερνε έτσι για κάποιο λόγο και πως όταν θα μάθαινα το όνομα εκείνου, θα επιβραβευόμουν για την υπομονή και την καρτερικότητα μου. Οι φίλοι μου γελούσαν όταν τους τα έλεγα όλα αυτά. Με αποκαλούσαν ρομαντική, συντηρητική και κολλημένη στο παρελθόν. Έπρεπε να αντικαταστήσω τα εμφυτεύματα μου, να πάω για μια εξέταση και άλλα πολλά. Εγώ δεχόμουν τις συμβουλές αυτές μ’ ένα μικρό σφιγμένο χαμόγελο, δίχως να σκοπεύω φυσικά να τις ακολουθήσω. Ίσως να έφταιγε ο τρόπος που είχα μεγαλώσει. Ο πατέρας μου είχε εμφυσήσει μέσα μου ιδέες του παλιού κόσμου και η μητέρα μου είχε ξυπνήσει μέσα μου την αγάπη για τις επιστήμες, έτσι ήμουν μια ρομαντική σ’ έναν κόσμο που δεν πίστευε πια στα συναισθήματα, αφοσιωμένη ταυτόχρονα σε μια εκ των πιο προηγμένων επιστημών.

Το καλύτερο, το πιο όμορφο, αυτό που αγαπούσα περισσότερο στην δουλειά μου είναι εκείνη η στιγμή που ένιωθα λες κι έχω όλη την δύναμη του κόσμου στα χέρια μου. Φορώντας την μεταλλική, ηλεκτρομαγνητική τιάρα στα μαλλιά μου, στεκόμουν στο κέντρο του νεκροταφείου και έφερνα τους νεκρούς πίσω στο ζωή με το κάλεσμα μου. Κάθε φορά που τους άκουγα να σκάβουν για να βγουν στην επιφάνεια ανατρίχιαζα και τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα, λες και ήμουν εγώ η μητέρα καθενός ξεχωριστά. Όντως ήμουν κάτι σαν μητέρα τους, εκείνη που τους έδινε ζωή για δεύτερη φορά. Ήμουν Αφυπνίστρια και αγαπούσα την δουλειά μου, όχι ότι ήταν εύκολη, αλλά ήταν ελπιδοφόρο το να επιστρέφεις στους ανθρώπους τα πιο αγαπημένα τους πρόσωπα, όταν έβλεπαν πως δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν μακριά τους.

Όταν οι νεκροί έβγαιναν πια στην επιφάνεια, τους αναλάμβαναν οι Συντηρητές. Εκείνοι φρόντιζαν ώστε ν’ αποκτήσουν τα σώματα την μορφή που είχαν πριν ταφούν, να σιγουρευτούν πως όλα λειτουργούσαν κανονικά. Η συντήρηση είχε ξεπηδήσει από την ιατρική, όπως και η επιστήμη της αφύπνισης. Γνώριζα πως στο μέλλον το επάγγελμα μου μάλλον θα ήταν άχρηστο, γιατί οι Συντηρητές είχαν σαν σκοπό τους την ανακάλυψη της φόρμουλας εκείνης που θα χάριζε την αιώνια ζωή στους ανθρώπους, όμως δεν με πείραζε αυτό. Υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι θαμμένοι στα νεκροταφεία του πλανήτη, οι οποίοι μια μέρα θα πρέπει να ξυπνήσουν κι έτσι δεν φοβάμαι την ανεργία. Είναι κρίμα να μένουν τόσες σημαντικές προσωπικότητες ανεκμετάλλευτες όταν πλέον θα έχει βρεθεί η λύση στο πρόβλημα του θανάτου.

Θάνατος. Ποιος θα μου έλεγε πως στο βασίλειο του θανάτου θα έβρισκα την αγάπη; Ήταν ένα βράδυ σαν όλα τ’ άλλα. Κατά το σούρουπο άφησα το διαμέρισμα μου και έχοντας μαζί μου τον εξοπλισμό μου, πήρα τον δρόμο για το νεκροταφείο. Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού συνέχιζε να θάβει τους νεκρούς, παρά τις άλλες εναλλακτικές που υπήρχαν, όπως η αποτέφρωση και η διατήρηση των σωμάτων για ερευνητικούς σκοπούς. Όταν έφτασα είχε ήδη πέσει το σκοτάδι. Τον δρόμο μου φώτιζαν τα ειδικά αιωρούμενα φανάρια. Το νεκροταφείο βρισκόταν σ’ ένα μικρό ύψωμα κι έτσι έβλεπα από την κορυφή του τις λάμψεις της νυχτερινής πόλης. Οι Συντηρητές είχαν ήδη ενημερωθεί και θα έφταναν μόλις λάμβαναν το σήμα ενεργοποίησης της τιάρας μου. Κοίταξα τα ψηφία που αναβόσβηναν στο εσωτερικού του αριστερού μου καρπού, κάτω απ’ το δέρμα μου. Είχα ακόμα αρκετή ώρα στη διάθεση μου κι έτσι αποφάσισα να κάνω μια μικρή βόλτα στο νεκροταφείο.

Ερχόταν το καλοκαίρι και η βραδιά ήταν όμορφη. Τα άστρα και οι πλανήτες έλαμπαν στον ουρανό. Αφού βεβαιώθηκα πως είχα εντοπίσει τους τάφους των δύο νεκρών που θα αφύπνιζα, περιπλανήθηκα ανάμεσα στις λευκές πλάκες και τα αγάλματα των αγγέλων, αναπνέοντας τις μυρωδιές της φύσης. Ξάφνου, εκεί που περπατούσα αμέριμνη και ήρεμη, κάτι έπιασα με την άκρη του ματιού μου. Κάτι που πριν εγώ το συνειδητοποιήσω και το αναγνωρίσω, ο εγκέφαλος μου το είχε ήδη ταυτοποιήσει και διατάραξε τον ρυθμό της αναπνοής και της καρδιάς μου. Όταν γύρισα να κοιτάξω τι ήταν αυτό, δεν μπόρεσα να κρατήσω το πνιχτό επιφώνημα που βγήκε από τα χείλη μου, ούτε να μην κάνω μερικά βήματα πίσω.

Εκεί, μερικά μέτρα μακριά μου, έστεκε ταπεινά μια απλή πλάκα που η βροχή την είχε γλύψει και είχε στρογγυλέψει τις γωνίες της, ενώ βρύα κι άλλα φυτά είχαν αρχίσει να σκαρφαλώνουν επάνω της. Δεν ήταν αυτό όμως που με τάραξε τόσο, αλλά οι δύο λέξεις που ήταν λαξευμένες επάνω της, με γοτθικά γράμματα που έλαμπαν στο σκοτάδι. Ένα όνομα, το όνομα εκείνου.

Πλησίασα και άφησα το σώμα μου να πέσει βαρύ στο γρασίδι. Με τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα και με φωνή που έτρεμε διάβασα ξανά και ξανά τις δύο λέξεις, άσχετα αν γνώριζα πως είχαν ήδη αποθηκευτεί στις κατάλληλες δομές του εγκεφάλου μου. Είχα βρει την αδερφή ψυχή μου, μόνο που είχε πεθάνει εδώ και καιρό.

Συνεχίζεται…

Cover pic by Despina Kitidou

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά