Λέξεις στο σκοτάδι (Μέρος Β’)

by Μαρία Δανιήλ

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Α’.

Αν κι εκείνο το βράδυ χάρισα τη ζωή σε δυο ακόμα ανθρώπους, δεν μπορούσα να πάψω να σκέφτομαι εκείνον που’ χε από καιρό χάσει την δική του. Αφού οι Συντηρητές παρέλαβαν τα δυο σώματα, κατέρρευσα στο κοντινότερο παγκάκι και μόνο μετά από ώρα συνειδητοποίησα πως επαναλάμβανα από μέσα μου την φράση «Δεν είναι αλήθεια», λες και προσπαθούσα να με νανουρίσω ή τουλάχιστον να βάλω για ύπνο το πληγωμένο εκείνο κομμάτι μου που έκανε τα μάτια να γεμίζουν δάκρυα και την αναπνοή μου να κόβεται από τ’ αναφιλητά.

Κάποτε, όταν πια οι θέσεις των πλανητών στον ουρανό μαρτυρούσαν πως τα μεσάνυχτα είχαν προ πολλού περάσει, σηκώθηκα και σύρθηκα προς τον τάφο του. Εκεί έπεσα βαριά στο έδαφος και άγγιξα με τ’ ακροδάχτυλα μου τα χαραγμένα γράμματα, τ’ αυλάκια πάνω στην πέτρα. Τον έλεγαν Κίλιαν και όταν πέθανε ήταν είκοσι οχτώ ετών. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, σχεδόν δεκαπέντε. Κάθισα εκεί για ώρα ή μπορεί ο χρόνος να κυλούσε πιο αργά μονάχα για μένα. Ούτε καν την ηλεκτρομαγνητική μου τιάρα δεν είχα βγάλει.

Βγάζοντας την ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου. Την απόθεσα μπροστά απ’ την ταφόπλακα του Κίλιαν και καθώς την κοίταζαν να λαμπυρίζει ελαφρά στο σκοτάδι, μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό μου: να τον φέρω πίσω. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να φορέσω ξανά την τιάρα και ν’ ακολουθήσω την συνηθισμένη διαδικασία και ύστερα… Σ’ αυτό το σημείο ο ενθουσιασμός και η έξαψη μου έπεσαν στο κενό, με την αδρεναλίνη μου να πιάνει πάτο. Δεν μπορούσα να συντηρήσω μόνη μου το σώμα του Κίλιαν. Άλλωστε, σκέφτηκα καθώς χάιδευα ξανά τ’ αυλάκια πάνω στην πέτρα, ακόμα και οι Συντηρητές θα δυσκολεύονταν μ’ ένα σώμα που κείτονταν νεκρό εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Επιπλέον, κινδύνευα να χάσω την δουλειά μου και ίσως την ελευθερία μου, εάν τολμούσα να κάνω κάτι τέτοιο.

Η ηλεκτρομαγνητική τιάρα μου συνδεόταν ασύρματα με τον κεντρικό υπολογιστή του κέντρου Αφύπνισης της πόλης, ο οποίος με την σειρά του έστελνε όλα τα δεδομένα στο Κρατικό Κέντρο. Πρώτα στο τοπικό Κέντρο Αφύπνισης κι έπειτα στο Κρατικό οι υπεύθυνοι έλεγχαν τις ημερήσιες αφυπνίσεις, καθώς και τον αριθμό ημερησίων αφυπνίσεων του καθενός από εμάς. Εκτός αυτού, ήταν σημαντικό να έχουν συγκεντρωθεί τα απαραίτητα δικαιολογητικά πριν γίνει η Αφύπνιση. Αν δεν γινόταν οι απαραίτητοι έλεγχοι, οι Αφυπνιστές θα κάναμε χρήση της δύναμης που μας είχε δοθεί για προσωπικούς σκοπούς. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, λοιπόν, για την αφύπνιση ενός νεκρού απαιτούνταν η συγκατάθεση έστω ενός εκ των συγγενών του. Κι εγώ, άσχετα από τις λέξεις που έλαμπαν στο σκοτάδι, δεν ήμουν συγγενής του Κίλιαν.

Φεύγοντας σε κατάσταση πανικού απ’ το νεκροταφείο, έφτασα στο διαμέρισμα μου τα χαράματα. Κατέβασα όλα μου τα βιβλία απ’ τα ράφια και ρίχτηκα στην μελέτη, με σκοπό να βρω ένα παραθυράκι, μια εξαίρεση στον κανόνα, ώστε να μπορέσω να φέρω πίσω την αδερφή ψυχή μου. Μάταια. Δεν υπήρχε τρόπος να παραβλεφθεί η διαδικασία και να επαναφέρω κάποιον δίχως την συγκατάθεση ενός συγγενή. Αυτό θα μπορούσε να γίνει εάν ο Κίλιαν είχε καταφέρει κάτι σημαντικό όσο ζούσε, όπως για παράδειγμα την ανακάλυψη της πενικιλίνης ή της θεωρίας της σχετικότητας, κάτι που με μια γρήγορη έρευνα ανακάλυψα πως δεν είχε κάνει. Βέβαια, ακόμα κι έτσι, η διαδικασία αφύπνισης των μεγάλων προσωπικοτήτων δεν είχε ξεκινήσει ακόμη.

Ένιωθα λες και χτυπούσα σε κάποιον αόρατο τοίχο με ιλιγγιώδη ταχύτητα ξανά και ξανά κάθε φορά που τα έφερνα όλα αυτά στο μυαλό μου, ελπίζοντας πως ξάφνου θα έβρισκα την λύση στο πρόβλημα μου. Για τις επόμενες μέρες δημιούργησα για τον εαυτό μου μια πραγματική κόλαση που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει απ’ όλα όσα είχα διαβάσει. Υπέφερα και δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος και γιατί με τιμωρούσε. Έφτασα στο σημείο ν’ αμφιβάλλω για τις ρομαντικές ιδέες που μου είχε μεταδώσει ο πατέρας μου. Ίσως θα ήταν καλύτερα να έβλεπα τα πράγματα λίγο πιο ρεαλιστικά. Ίσως θα έπρεπε ν’ ακούσω τις συμβουλές των φίλων μου και να κλείσω ένα ραντεβού για να εξετάσουν τα εμφυτεύματα μου. Αυτή η τελευταία σκέψη έγινε η αγαπημένη μου. Την επαναλάμβανα κάμποσες φορές μέσα στον μέρα κι ένιωθα την ταραχή να κατακάθεται κάπου βαθιά μέσα μου. Όλα ήταν μια χαρά, έφταιγε το εμφύτευμα.

Παρόλα αυτά γνώριζα πως πεποιθήσεις και αντιλήψεις δημιουργημένες και παγιωμένες για μια ολόκληρη ζωή δεν αλλάζουν τόσο εύκολα ή γρήγορα. Κατάλαβα πως ήμουν σε άμυνα. Στην πραγματικότητα φοβόμουν. Φοβόμουν την μοναξιά, φοβόμουν μήπως τελικά διέφερα απ’ όλους τους άλλους, μήπως ήμουν παράταιρη, αταίριαστη. Επίσης φοβόμουν ότι δεν ζούσα την ζωή μου όπως έπρεπε, όπως όφειλα, ότι έχανα πράγματα κι εμπειρίες, μα πάνω απ’ όλα και πιο πολύ απ’ όλα φοβόμουν αυτό που πολεμούσα με επιτυχία τόσο καιρό και που τώρα έπαιρνε εκδίκηση: τον θάνατο. Φτάνοντας σ’ αυτή την συνειδητοποίηση, εξοργίστηκα. Ο θάνατος πλέον ήταν κάτι άνευ σημασίας που ελάχιστα απασχολούσε τους ανθρώπους. Ήταν γελοίο να τον αφήσω να ελέγχει εμένα και την ζωή μου απ’ την στιγμή που του είχα αποδείξει πως είμαι πιο δυνατή.

Κάποτε είχα διαβάσει κάπου πως οι κανόνες υπάρχουν για να παραβιάζονται κι αυτό αποφάσισα να κάνω. Φυσικά δεν σκόπευα να ακολουθήσω το αρχικό μου σχέδιο βάζοντας σε κίνδυνο την ελευθερία μου. Καμουφλαρισμένη, όπως με είχαν διδάξει οι ταινίες του Παλιού Κόσμου, πήγα στις δυτικές συνοικίες κι εκεί γρήγορα βρέθηκα στην μαύρη αγορά. Πρώτο μου βήμα ήταν ν’ αγοράσω μια καινούρια ηλεκτρομαγνητική τιάρα που δεν θα εντοπιζόταν απ’ τον κεντρικό υπολογιστή. Έπειτα, μου πήρε σχεδόν δυο εβδομάδες για να βρω κάποιον που θα με έφερνε σ’ επαφή με μια ομάδα ανεξάρτητων Συντηρητών. Αφού τέλειωσα και μ’ αυτό, ένιωσα έκπληξη και λίγο φόβο εξαιτίας των πράξεων μου, απ’ την άλλη όμως υποτίθεται ότι για την αγάπη κάνουμε θυσίες, γινόμαστε ριψοκίνδυνοι. Αυτό έκανα κι εγώ.

Για την αφύπνιση του Κίλιαν επέλεξα την νύχτα της έκλειψης σελήνης. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως φοβόμουν μην δει το φεγγάρι τις παρανομίες μου. Πήγα στο νεκροταφείο και για πρώτη φορά έφερα λουλούδια μαζί μου. Τα απόθεσα μπροστά στην ταφόπλακα και κάθισα εκεί για λίγο σιωπηλή, χαμένη στις σκέψεις μου. Παρηγόρησα τον εαυτό μου λέγοντας του πως αυτές είναι μερικές απ’ τις τελευταίες στιγμές μοναξιάς. Χαμογέλασα σ’ αυτή την σκέψη και με το χαμόγελο ακόμα στα χείλη, σηκώθηκα και φόρεσα την νέα μου τιάρα. Την ένιωσα ξένη στο κεφάλι μου, σαν να μην μου ανήκε, ωστόσο προσπάθησα ν’ αγνοήσω την αίσθηση.

Έκανα όλες τις κινήσεις μηχανικά, αυτοματοποιημένα, σαν ένα απ’ τα πολλά ρομπότ που κυκλοφορούν στις πόλεις κι όταν άκουσα τον Κίλιαν να σκάβει για να βγει στην επιφάνεια, γύρισα απ’ την άλλη για να μην δω τα απομεινάρια του. Οι Συντηρητές ανέλαβαν τα υπόλοιπα κι εγώ κάθισα σ’ ένα παγκάκι στον λοφίσκο του νεκροταφείου περιμένοντας.

Ξάφνου, αφού είχαν περάσει πολλές ώρες, άκουσα βήματα να πλησιάζουν. Ήταν αργά, νωχελικά και κάπως διστακτικά. Ξεροκατάπια και όταν ο ήχος σταμάτησε, ένα λεπτό χέρι μου πρόσφερε μια απ’ τις κίτρινες τουλίπες που είχα φέρει ερχόμενη εδώ. Τα δάκρυα ξεχείλισαν από τα μάτια μου και γύρισα να τον κοιτάξω.

Έδειχνε κουρασμένος. Τα σκούρα του μάτια πλαισιώνονταν από μαύρους κύκλους, τα μαύρα του μαλλιά έπεφταν ατημέλητα στο χλωμό του μέτωπο και η έκφραση του, απ’ το χαμηλωμένο του βλέμμα έως και τα σφιγμένα του χείλη, μαρτυρούσε δισταγμό.

Σηκώθηκα και πήγα να τον πλησιάσω, όμως εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω. Τον κοίταξα ερωτηματικά, γνωρίζοντας πως οι Συντηρητές του είχαν εξηγήσει τι είχε συμβεί. Ο Κίλιαν κούνησε το κεφάλι του και φάνηκε να ψάχνει τις κατάλληλες λέξεις. Ύστερα με πληγωμένο ύφος, λες και υπέφερε, είπε: «Στείλε με πίσω.»

Τώρα ήταν σειρά μου να κάνω ένα βήμα πίσω. Τον ρώτησα γιατί και η μόνη απάντηση που πήρα ήταν πως εκεί ανήκε. Είχα τόσα πολλά να του εξηγήσω, να υπερασπιστώ τις πράξεις μου και τις σκέψεις μου, όμως δεν το έκανα, επειδή κατάλαβα πως ο Κίλιαν είχε δίκιο κι αυτή η αναγνώριση ήταν παντελώς αντίθετη με ολόκληρη την ύπαρξη μου. Κάποιες φορές πρέπει, οφείλουμε ν’ αποδεχόμαστε τα πράγματα όπως είναι, γιατί τις περισσότερες φορές δεν είμαστε εμείς που επιλέγουμε τι μένει και τι φθίνει στον χρόνο.

Εκείνο το βράδυ ο Κίλιαν με φίλησε για πρώτη και τελευταία φορά την στιγμή που η σελήνη έφτασε στο απόγειο της, οι πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν και το φως της χάθηκε πίσω από έναν άλλο πλανήτη. Έστειλα τον Κίλιαν πίσω, όπως μου ζήτησε και αποχαιρέτησα την αγάπη, που σαν πεταλούδα, μ’ επισκέφτηκε για ένα βράδυ κι ύστερα πέθανε.

Cover pic by Despina Kitidou

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά