Λαογραφία και θρύλοι: επιστροφή στις ρίζες της λογοτεχνίας τρόμου

by Βαγγέλης Παπαδιόχος

Παρότι η λογοτεχνία τρόμου, με τη σύγχρονη έννοιά της, άρχισε να θεωρείται ως διακριτό είδος από την εμφάνιση του γοτθικού μυθιστορήματος τον 18ο αιώνα και αναπτύχθηκε τους δύο επόμενους αιώνες σχεδόν αποκλειστικά στην βορειοδυτική Ευρώπη και την Αμερική, οι ρίζες της είναι πανάρχαιες και μπορούν να εντοπιστούν σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία που ανέπτυξε έναν αξιόλογο πολιτισμό. Από την Άπω Ανατολή μέχρι τη Λατινική Αμερική και από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι την υποσαχάρια Αφρική, οι άνθρωποι προσπαθούσαν πάντα να δώσουν κάποιες εξηγήσεις για το νόημα της ζωής, τον θάνατο και αυτό που τον ακολουθεί, καθώς και να ξορκίσουν τον φόβο του αγνώστου. Η γέννηση των λαϊκών θρύλων και της λαογραφικής παράδοσης συνδέεται ακριβώς με αυτές τις αναζητήσεις και κάθε λαός έχει να καταθέσει τα δικά του, άλλοτε πρωτόλεια κι άλλοτε πιο έντεχνα, αφηγήματα. Δεδομένου ότι, όπως είναι ευνόητο, ακόμα και μια συνοπτική εξέταση των βασικών στοιχείων της παγκόσμιας λαογραφίας θα απαιτούσε μερικούς τόμους, ας περιοριστούμε εδώ σε μια σύντομη παρουσίαση κάποιων από τους πολιτισμούς με τις πλουσιότερες λαϊκές παραδόσεις, παραθέτοντας παράλληλα κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα λαϊκών αφηγήσεων και λογοτεχνικών κειμένων συγγραφέων του 19ου και του 20ου αιώνα που άντλησαν έμπνευση από τους παλιούς θρύλους.

Αραβική λαογραφία

Η αραβική μυθολογία αποτελεί μια μίξη στοιχείων από την αρχαία πολυθεϊστική θρησκεία και το Ισλάμ, που άρχισε να επικρατεί στην αραβική χερσόνησο γύρω στο 622, το οποίο σε κάποιες περιπτώσεις αναπροσάρμοσε και σε άλλες αντικατέστησε πολλές από τις παλιές δοξασίες. Ο προϊσλαμικός πολυθεϊσμός περιλαμβάνει ένα πλήθος καλόβουλων και κακόβουλων πνευμάτων και λοιπών ημίθεων υπερφυσικών πλασμάτων. Τα γνωστότερα απ’ αυτά είναι φυσικά τα Τζίνι που σαν λέξη θεωρείται ότι προέρχεται από τη μετοχή Ιdjtinan, το οποίο σημαίνει κρυμμένος και δηλώνει το κύριο χαρακτηριστικό τους να γίνονται αόρατα. Ήταν ουσιαστικά κάτι αντίστοιχο με τους σάτυρους και τις νύμφες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, όντας συνυφασμένα με τα στοιχεία της φύσης. 

Τα Ιφρίτ ή Εφρίτ είναι ισχυρά δαιμονικά φτερωτά Τζίνι που συχνά συνδέονται με πνεύματα νεκρών, ζουν στον κάτω κόσμο ή κοντά σε απομονωμένα ερειπωμένα κτίρια και μπορούν να αιχμαλωτιστούν ή να εξοντωθούν μόνο μέσω της μαγείας. Μια αρκετά γνωστή λογοτεχνική εμφάνιση ενός Ιφρίτ εντοπίζεται στην ιστορία του δεύτερου βασιλιά-ζητιάνου από τις Χίλιες και μια νύχτες η οποία προσεγγίζει αρκετά την έννοια της δυτικής ιστορίας τρόμου. Εκεί, ένας μονόφθαλμος ζητιάνος που υπήρξε πρίγκιπας αφηγείται την περιπέτεια του μετά την επίθεση ληστών που δέχτηκε το καραβάνι του και ο ίδιος κατέφυγε σ’ ένα υπόγειο σπήλαιο όπου βρισκόταν μια γυναίκα που την είχε απαγάγει ένα Ιφρίτ. Καθώς οι δυο τους ερωτοτροπούν το Ιφρίτ εισβάλλει και μεταμορφώνει τον πρίγκιπα σε πίθηκο. Ο τελευταίος θα βρει τη λύτρωσή του από μια πριγκίπισσα που κατέχει την μαγική τέχνη και μετά από αμφίρροπη μάχη εξοντώνει το κακόβουλο πνεύμα.

…Και ιδού, το Ιφρίτ εμφανίστηκε μπροστά μας με την πιο φριχτή μορφή. Τα χέρια του ήταν σαν τσουγκράνες του λιχνίσματος, τα πόδια του έμοιαζαν με κατάρτια και τα μάτια του ήταν σαν αναμμένοι δαυλοί, έτσι που όλοι γεμίσαμε τρόμο από την παρουσία του. «Μην περιμένεις καλωσόρισμα», φώναξε η κόρη του βασιλιά. Παίρνοντας τη μορφή λιονταριού το Ιφρίτ αποκρίθηκε: «Προδότρα, πώς και παραβίασες τον όρκο σου; Δεν είχαμε ορκιστεί να μην εναντιωθούμε ποτέ ο ένας στον άλλο;» «Πότε ορκίστηκα σ’ εσένα άθλιο κτήνος;» είπε εκείνη. Διατηρώντας τη μορφή του λιονταριού, το Ιφρίτ φώναξε: «Πάρε τώρα αυτό που σου αξίζει», και ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του όρμησε στην κοπέλα. Εκείνη, όμως, τράβηξε μια τρίχα απ’ τα μαλλιά της, μουρμούρισε κάτι φέρνοντας την κοντά στα χείλη της και η τρίχα μεταμορφώθηκε σε κοφτερό σπαθί, με το οποίο χτύπησε το λιοντάρι και το έκοψε στη μέση. Όμως, το κεφάλι μεταμορφώθηκε σε σκορπιό. Η κοπέλα αμέσως μεταμορφώθηκε σε πελώριο φίδι και σύρθηκε ξοπίσω από το άθλιο κτήνος, ξεκινώντας άγριο αγώνα μαζί του. Ο σκορπιός μεταμορφώθηκε σε αετό και το φίδι σε γύπα, ο οποίος καταδίωξε τον αετό για πολλή ώρα…

…«Ο Θεός είναι μεγάλος! Ο Θεός είναι μεγάλος! Νίκα και εγκατέλειψε τον αρνητή της πίστης του Μωάμεθ, του ηγέτη της ανθρωπότητας!» Το πρόσωπο από το οποίο είχε βγει η φωνή ήταν η κόρη του βασιλιά. Είχε κάψει το Ιφρίτ και, όταν κοιτάξαμε προς το μέρος του, είδαμε πως το μόνο που είχε απομείνει από αυτόν ήταν ένας σωρός στάχτη.

Aladdin and the Efrite του Edmund Dulac (1938)

Εκτός από τα Τζίνι η αραβική μυθολογία περιλαμβάνει, όπως προαναφέραμε, αρκετά τερατόμορφα ή ημιανθρώπινα υπερφυσικά πλάσματα σαν τα Γκουλ, τα Νάσνας και τα Μπάχαμουτ. Ειδικά τα νεκροφαγικά Γκουλ, που ζουν στην έρημο και στα νεκροταφεία παρασύροντας και κατασπαράζοντας ταξιδιώτες, είναι αρκετά γνωστά στη δυτική κουλτούρα και έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί από σημαντικούς συγγραφείς τρόμου, όπως o Howard Phillips Lovecraft (1890-1937) και ο Clark Ashton Smith (1893-1961). Ένα διήγημα του τελευταίου, μάλιστα, τιτλοφορείται Το Γκουλ και εξιστορεί την περιπέτεια ενός νεαρού ευγενούς στην προμεσαιωνική Βασόρα που είχε δολοφονήσει άγρια οκτώ ανθρώπους, όντας δέσμιος μιας συμφωνίας μ’ ένα Γκουλ που του είχε ζητήσει να του παραδώσει επτά ανθρώπινα πτώματα προκειμένου να μην κατασπαράξει το σώμα της πρόσφατα χαμένης αγαπημένης του.  

 …Έπειτα από την ταφή της Αμίνα, η θλίψη μου έγινε αληθινή τρέλα, κι άρχισα να περιπλανιέμαι τις νύχτες και να ξαγρυπνώ πάνω απ’ τον τάφο της, στο νεκροταφείο κοντά στη Βασόρα, και να ξαπλώνω με λυγμούς επάνω στην ταφόπλακα που έγραφε τ’ όνομά της, πάνω στο χώμα που μόλις είχε σκαφτεί και την είχε σκεπάσει. Μια νύχτα, οι αισθήσεις μου με εγκατέλειψαν, και δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα μέσα στη λάσπη, κάτω από τα κυπαρίσσια, ώσπου τα κέρατα ενός χλωμού φεγγαριού ανέτειλαν στον ουρανό. Τότε, στο λήθαργο της απόγνωσής μου, άκουσα μια τρομερή φωνή να με καλεί να σηκωθώ από το χώμα που ήμουν ξαπλωμένος… Ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι μου, αντίκρισα έναν απαίσιο δαίμονα γιγαντιαίου αναστήματος, με μάτια πορφυρής φωτιάς, να καίνε κάτω από φρύδια τραχιά σαν πλεγμένες ρίζες δέντρου, και με σαγόνια που κρέμονταν ανοίγοντας ένα σπηλαιώδες στόμα, και μαύρα δόντια μακρύτερα και πιο μυτερά ακόμα και από εκείνα της ύαινας. Κι ο δαίμονας μου είπε: «Είμαι ένα γκουλ, και κατοικώ εδώ για να καταβροχθίζω τα σώματα των νεκρών. Τώρα ήρθα να πάρω το σώμα που θάφτηκε σήμερα εδώ, κάτω από το χώμα που είσαι ξαπλωμένος. Φύγε απ’ αυτό το μέρος, γιατί είμαι νηστικός από χθες το βράδυ και πεινάω πάρα πολύ…»

Clark Ashton Smith (1893-1961)

Ιαπωνική και κινέζικη λαογραφία

Η Ιαπωνία είναι, ως γνωστόν, μια χώρα με πλούσια και μακρόχρονη λαογραφική παράδοση που μετρά πάνω από 2.000 χρόνια ιστορίας. Οι πηγές της εντοπίζονται στο Σίντο, την αρχαιότερη ιαπωνική θρησκεία, στον Βουδισμό και στις ανιμιστικές δοξασίες της προϊστορικής Άπω Ανατολής. Οι ιαπωνικοί λαϊκοί θρύλοι εξιστορούν τις άλλοτε κωμικές και άλλοτε τρομακτικές περιπέτειες διαφόρων μυθικών όντων, όπως τα Κάμι (θεότητες της φύσης ή πνεύματα σεβαστών νεκρών προγόνων), τα Γιουρέι (αντίστοιχα με τα δυτικά φαντάσματα), τα Γιοκάι, Τένγκου και Όνι (τέρατα και δαίμονες), οι δράκοι και άλλα ζώα με υπερφυσικές ικανότητες. Εξέχουσα θέση στις παλαιότερες και νεότερες τρομακτικές λαϊκές αφηγήσεις καταλαμβάνουν τα κακόβουλα φασματικά και δαιμονικά πλάσματα. 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Kuchisake-onna (γυναίκα με το χαρακωμένο πρόσωπο) που λέγεται ότι κυκλοφορεί μ’ ένα φουλάρι ή χειρουργική μάσκα και ρωτά ευγενικά κάθε άνθρωπο που συναντά αν είναι όμορφη. Αν εκείνος της απαντήσει αρνητικά ή την αγνοήσει εκείνη θα του χαρακώσει το πρόσωπο ώστε να της μοιάσει. Αν, απ’ την άλλη, η απάντηση είναι θετική θα βγάλει το φουλάρι ή την μάσκα της, θα τον ξαναρωτήσει και έπειτα θα του χαρακώσει το πρόσωπο ανεξάρτητα από την απάντηση του.

Μια ακόμα τρομακτική φιγούρα είναι η Teke Teke ή Tek Tek (ο ήχος του δρεπανιού όταν γδέρει το έδαφος), το πνεύμα μιας μαθήτριας που έπεσε στις ράγες ενός τρένου και το σώμα της κόπηκε στα δύο. Συνηθίζει να τριγυρίζει σε σιδηροδρομικούς σταθμούς κρατώντας ένα δρεπάνι και να διαμελίζει επιβάτες. 

Γνωστός είναι επίσης και ο θρύλος της Yuki-Οnna (Γυναίκα του Χιονιού) η οποία έχει κατάλευκο δέρμα, φορά λευκό κιμονό και εμφανίζεται να πετά πάνω απ’ το χιόνι χωρίς πόδια. Τρέφεται με ανθρώπινη ουσία και σκοτώνει όποιον συναντήσει φυσώντας στο πρόσωπό του παγωμένο αέρα και ρουφώντας έπειτα την ψυχή του απ’ το στόμα. 

Όπως είναι γνωστό, η σύγχρονη μυθοπλαστική τέχνη και η pop κουλτούρα ευρύτερα έχουν επηρεαστεί αρκετά από τους ιαπωνικούς θρύλους. Κάποια από τα καλύτερα σχετικά παραδείγματα αποτελούν οι εξαιρετικές ιαπωνικές ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν τη δεκαετία του ‘60, όπως τα Jigoku (1960), Onibaba (1964), Kwaidan (1964) και Kuroneko (1968), oι οποίες άνοιξαν το δρόμο για το σύγχρονο ιαπωνικό σινεμά τρόμου. 

Η σύγχρονη λογοτεχνία φυσικά δεν παρέμεινε ανεπηρέαστη και σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να αναφέρουμε τον ελληνοϊρλανδικής καταγωγής Λευκάδιο Χερν ή Γιάκουμο Κοϊζούμι (1850-1904) που πολιτογραφήθηκε Ιάπωνας και αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της χώρας. Έγινε γνωστός κυρίως για τις σύντομες ιστορίες του που βασίζονταν σε λαϊκούς θρύλους για φαντάσματα, όπως το Καϊντάν: Ιστορίες και μελέτες παράξενων πραγμάτων. Σε μια απ’ αυτές εμφανίζεται η Yuki-Οnna.

 …Ήταν μια τρομακτική θύελλα· ο αέρας πάγωνε λίγο λίγο, κι ο Μινοκίτσι έτρεμε κάτω από το παλτό του. Αλλά στο τέλος, μόλο το κρύο, αποκοιμήθηκε κι αυτός. Κάποια στιγμή ξύπνησε από το παγωμένο ράπισμα νιφάδων στο πρόσωπό του. Η πόρτα της καλύβας είχε ανοίξει διάπλατα και στο φως του χιονιού είδε μια γυναίκα κάτασπρη. Έσκυβε πάνω από τον Μοσάκου και φυσούσε προς το μέρος του, με την ανάσα της να μοιάζει σαν ζωηρός άσπρος καπνός. Σχεδόν την ίδια στιγμή γύρισε προς τον Μινοκίτσι και έσκυψε από πάνω του. Εκείνος προσπάθησε να φωνάξει, αλλά δεν μπορούσε να ξεστομίσει ούτε ψίθυρο. Η άσπρη γυναίκα έγειρε ακόμη περισσότερο, πολύ κοντά του, ώσπου το πρόσωπό της σχεδόν τον άγγιξε. Και τότε διαπίστωσε πως ήταν πολύ ωραία, αν και τα μάτια της τον τρόμαζαν. Έμεινε για λίγο να τον κοιτάζει κι έπειτα χαμογέλασε και μουρμούρισε: «Σκόπευα να σε μεταχειριστώ σαν τον άλλον. Αλλά δεν μπορώ να μη σε λυπηθώ, γιατί είσαι τόσο νέος… Είσαι ένα όμορφο παλικάρι, Μινοκίτσι, και δεν θα σε πειράξω τώρα. Αλλά, αν ποτέ πεις κανενός, έστω και στην ίδια τη μητέρα σου, ό,τι είδες απόψε, θα το μάθω και τότε θα σε σκοτώσω. Να θυμάσαι τι σου είπα!»

Λευκάδιος Χερν ή Koizumi Yakumo (1850-1904)

Στην κινέζικη μυθολογία και λαογραφία, από την άλλη πλευρά, κυριαρχεί η μορφή του δράκου με τις πολυάριθμες εκδοχές του, ο οποίος αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις της φύσης και του αυτοκράτορα και μέχρι τις μέρες μας αποτελεί ένα τοτεμικό λατρευτικό σύμβολο για τους Κινέζους. Συναντάται επίσης ένας μεγάλος αριθμός δαιμόνων, όπως ο Zhong Kui ή Shōki στα ιαπωνικά (άρχοντας των κακών πνευμάτων), η εικόνα του οποίου είναι συχνά ζωγραφισμένη στις πόρτες πολλών κινέζικων σπιτιών καθώς θεωρείται και πνεύμα-φύλακας, και ο Yan Wang (αρχηγός των δέκα βασιλέων της κόλασης). Στο έργο του διηγηματογράφου και μελετητή Pu Songling (1640-1715) βρίσκουμε όλο το φάσμα των υπερφυσικών όντων της κινεζικής παράδοσης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το διήγημα Το ζωγραφισμένο δέρμα που περιέχεται στη συλλογή Ιστορίες από ένα κινέζικο ατελιέ.

…«Αυτή είναι ο δαίμονας», τον διαβεβαίωσε ο ιερέας και όλοι ξεκίνησαν μαζί για το σπίτι. Τραβώντας το σπαθί του ο ιερέας στάθηκε στο κέντρο της αυλής και φώναξε: «Άθλιε δαίμονα, δωσ’ μου πίσω τον μυγοδιώχτη μου!» Η καινούργια υπηρέτρια έδειξε να αλαφιάζεται και προσπάθησε να φύγει από την πόρτα, αλλά ο ιερέας τη χτύπησε και τη σώριασε στο έδαφος. Το ανθρώπινο δέρμα έπεσε από πάνω της και μεταμορφώθηκε σε έναν φριχτό δαίμονα. Έμεινε εκεί, γρούζοντας σαν γουρούνι, μέχρι που ο ιερέας έπιασε το ξύλινο σπαθί με τα δυο του χέρια και του έκοψε το κεφάλι. Ο δαίμονας μετατράπηκε σε μια πυκνή στήλη καπνού, που άρχισε να υψώνεται προς τον ουρανό. Ο ιερέας πήρε ένα ανοιχτό φλασκί και το πέταξε στο μέσο του καπνού. Ακούστηκε ένα ρούφηγμα και το φλασκί κατάπιε όλο τον καπνό. Ο ιερέας βούλωσε το δοχείο και το έβαλε στο δισάκι του. Πήρε, επίσης, το δέρμα, που ήταν εντελώς ακέραιο, αφού διέθετε μάτια, φρύδια, χέρια και πόδια. Το τύλιξε σαν να ήταν περγαμηνή και ήταν έτοιμος να φύγει με αυτό παραμάσχαλα, όταν η σύζυγος του Γουάνγκ τον σταμάτησε και με δάκρυα στα μάτια τον ικέτεψε να ξαναφέρει τον άντρα της στη ζωή.

Ο Shōki παγιδεύει έναν δαίμονα μέσα σ’ ένα όνειρο, πίνακας του Tsukioka Yoshitoshi (1890)

Σλαβική λαογραφία

Πλούσια λαϊκή παράδοση έχουν βέβαια και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η Ρωσία, η οποία πέρασε προφορικά από γενιά σε γενιά μέχρι την έλευση του Χριστιανισμού. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τη σλαβική φυλή των Νευρών στον μακρινό βορρά που λεγόταν ότι μεταμορφώνονταν σε λύκους κάποιες μέρες του χρόνου και άλλοι ιστορικοί γράφουν για τις γιορτές προς τιμήν του Βέλες, θεού των κτηνοτρόφων και των αγροτών, καθώς και διαφόρων δαιμόνων και νυμφών. Μετά την έλευση του Χριστιανισμού οι παλιές δοξασίες επιβίωσαν στην ύπαιθρο μεταξύ των αγροτικών πληθυσμών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξε ανάμιξη χριστιανικών και προχριστιανικών στοιχείων.

Η σλαβική λαογραφία περιλαμβάνει πολλά παραμύθια και τραγούδια για θρυλικούς ήρωες διαφόρων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών καθώς και για υπερφυσικά πλάσματα, όπως η Μπάμπα Γιάγκα (μάγισσα του δάσους), ο Κοσέι ο Αθάνατος (ημίθεος ή πανίσχυρος θνητός μάγος), οι Ρουσάλκι (νύμφες του νερού), δράκοι (zmey) και βρυκόλακες. Η Μπάμπα Γιάγκα, αρκετά γνωστή και εκτός των σλαβικών χωρών, είναι μια ηλικιωμένη μάγισσα που πετάει χωμένη μέσα σ’ ένα γουδί και μένει σε μια ξύλινη καλύβα που στηρίζεται στα πόδια ενός γιγαντιαίου κοτόπουλου, ώστε να μετακινείται ανάλογα με τις διαθέσεις της. Η καλύβα είναι περιφραγμένη με ανθρώπινα οστά και στη θέση της κλειδαρότρυπας της πόρτας είναι ένα κρανίο με στόμα γεμάτο κοφτερά δόντια. Μια χαρακτηριστική λογοτεχνική αναφορά στη Μπάμπα Γιάγκα εντοπίζεται στο διήγημα Παραμονή του Άι Γιαννιού του μεγάλου Ουκρανού συγγραφέα Nikolai Gogol (1809-1852), o οποίος έγραψε και άλλες ιστορίες βασισμένες στις ουκρανικές λαϊκές παραδόσεις.

…Το πρόσωπο του Μπασαβριούκ ζωντάνεψε ξαφνικά και τα μάτια του άστραψαν. «Η μάγισσα επέστρεψε», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. «Κοίτα εκεί Πιότρ. Σε μια στιγμή θα εμφανιστεί μπροστά σου μια καλλονή. Να κάνεις ό,τι σου πει, αλλιώς είσαι χαμένος». Χώρισε τα αγκάθια με ένα ροζιασμένο ραβδί και μπροστά του αντίκρισε μια μικρή καλύβα που στηριζόταν πάνω σε δυο πόδια κοτόπουλου. Ο Μπασαβριούκ τη χτύπησε με τη γροθιά του και ο τοίχος σείστηκε. Από την καλύβα ξεπρόβαλε ένα πελώριο μαύρο σκυλί. Στον δρόμο μεταμορφώθηκε σε γάτα και όρμησε να του βγάλει τα μάτια. «Μη θυμώνεις, μη θυμώνεις, γερο-σατανά!», είπε ο Μπασαβριούκ, χρησιμοποιώντας λόγια που θα ‘καναν έναν πιστό χριστιανό να βουλώσει τα αφτιά του. Αντί για γάτα, μπροστά τους στεκόταν τώρα μια γριά με πρόσωπο ζαρωμένο σαν ψητό μήλο και μια τεράστια καμπούρα στην πλάτη. Η μύτη μαζί με το πηγούνι της έμοιαζαν με καρυοθραύστη. «Σπουδαία καλλονή!» σκέφτηκε ο Πιότρ, και κρύα ρίγη διαπέρασαν τη ραχοκοκαλιά του. Η μάγισσα άρπαξε το λουλούδι από το χέρι του, έσκυψε από πάνω του και μουρμούριζε για πολλή ώρα παράξενα λόγια, ενώ τον ράντιζε με κάποιου είδους νερό. Από τα μάτια της πετάγονταν σπίθες κι από το στόμα της αφροί.

Baba Yaga, πίνακας του Ivan Yakovlevich Bilibin (1900)

Αλλά και ο διαχρονικός μύθος του βρικόλακα συναντάται συχνά στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, όπου αποκαλείται βουρδούλακας ή βουρδάλακας και έχει μια ιδιαίτερη προτίμηση στο αίμα των στενών συγγενών και φίλων του, όπως συμβαίνει στο διήγημα του Aleksey Konstantinovich Tolstoy (1817-1875), Η οικογένεια του βουρδούλακα.

…«Πατέρα», είπε ο Ντόρντε με αποφασιστική φωνή, αν και το πρόσωπό του είχε χάσει το χρώμα του. «Θα θέλαμε να πεις το Πάτερ Ημών». Ο γέρος έσμιξε τα φρύδα και γύρισε αλλού το κεφάλι. «Πες αυτή τη στιγμή το Πάτερ Ημών», επανέλαβε ο Ντόρντε, «και κάνε το σταυρό σου, αλλιώς, μα τον Άϊ Γιώργη, θα…» Η Σντέκα και η νύφη της στράφηκαν προς τον γέρο και άρχισαν να τον ικετεύουν να πει την προσευχή. «Όχι, όχι, όχι», είπε ο γέρος. «Δεν έχει κανένα δικαίωμα να με διατάξει, κι αν επιμείνει, θα τον καταραστώ!» Ο Ντόρντε σηκώθηκε και μπήκε τρέχοντας στο σπίτι. Σύντομα επέστρεψε μανιασμένος. «Πού είναι το παλούκι;» φώναξε. «Πού κρύψατε το παλούκι;» Η Σντένκα και ο Πέταρ αντάλλαξαν ματιές. «Τι έκανες στον μεγάλο μου γιο πεθαμένε;» είπε ο Ντόρντε στον γέρο. «Γιατί σκότωσες το παιδί μου; Δωσ’ μου πίσω τον γιο μου, πτώμα!» Το πρόσωπο του Ντόρντε γινόταν ολοένα και πιο ωχρό, ενώ τα μάτια του φλέγονταν. Ο γέρος τον αγριοκοίταξε ακίνητος. «Το παλούκι! Πού είναι το παλούκι;» φώναξε ο Ντόρντε. «Μακάρι όλη μας η συμφορά να πέσει στο κεφάλι εκείνου που το έκρυψε!» Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε το χαρούμενο γέλιο του μικρότερου παιδιού και το είδαμε να έρχεται προς το μέρος μας φωνάζοντας την πολεμική ιαχή των Σέρβων, καβάλα στο μεγάλο παλούκι σαν να ήταν άλογο. Τα μάτια του Ντόρντε φωτίστηκαν. Άρπαξε το παλούκι από τα χέρια του παιδιού και όρμησε προς τον πατέρα του. Το πλάσμα ούρλιαξε και έφυγε τρέχοντας προς το δάσος με μια ταχύτητα πραγματικά υπερφυσική για την ηλικία του.

Aleksey Konstantinovich Tolstoy (1817-1875)

Κέλτικη λαογραφία

Η κέλτικη μυθολογία και λαογραφία στηρίζεται στις μακρόχρονες ανιμιστικές παραδόσεις που άνθησαν, κυρίως στα Βρετανικά νησιά, κατά την τελευταία χιλιετία πριν την έλευση του Χριστιανισμού. Σε αυτήν συναντάται ένα μεγάλο πλήθος θεοτήτων και ηρώων που διέφεραν σε κάθε φυλή και απεικονίστηκαν σε πολυάριθμους μύθους και επικά ποιήματα. Ωστόσο, κεντρικό ρόλο διαδραμάτιζε η αρχετυπική μορφή της θεάς-φύσης, ο σύζυγός της θεός του ανθρώπινου κόσμου, ο τοτεμικός ζωομορφισμός και ο αποκαλούμενος Άλλος κόσμος που αποτελεί ένα παράλληλο σύμπαν στο οποίο μπορεί κανείς να εισέλθει και να εξέλθει. Πολλές παραδόσεις, όπως αυτή του Αρθουριανού κύκλου, αναπτύχθηκαν για αυτόν τον Άλλο κόσμο που περιλαμβάνει νεράιδες, ξωτικά, φανταστικά ζώα και τέρατα, άλλοτε φιλικά κι άλλοτε εχθρικά απέναντι στους ανθρώπους.

Ένα από αυτά τα όντα είναι το Kelpie, θαλάσσιο άλογο της σκωτσέζικης μυθολογίας που μπορούσε να πάρει τη μορφή όμορφης γυναίκας για να παρασέρνει και να πνίγει άντρες ή να καταβροχθίζει μικρά παιδιά. Ακόμα πιο τρομακτικά είναι τα αγγλικά Faerie dogs και τα ουαλικά Gwyllgi (Γκοτάιλ-Γκάι) ή σκυλιά του σκότους, φύλακες των πυλών του Άλλου κόσμου με τη μορφή τερατόμορφων σκύλων, ενώ εξίσου αποτρόπαια μορφή έχει και ο σκωτσέζικος Nuckelavee (Νάκελ- έιβι), μοιάζοντας με μια απόκοσμη ανθρώπινη μορφή ραμμένη πάνω σ’ ένα σάπιο κουφάρι αλόγου, που προξενεί φυσικές καταστροφές και αρρώστιες. Τέλος, ένα από τα γνωστότερα στοιχειά της σκωτσέζικης και ιρλανδικής λαογραφίας είναι η Bean Nighe (Μπιν Νάι) ή πλύστρα του ποταμιού, νεράιδα που πλένει τα ρούχα όσων είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν. Μια απεικόνιση της τελευταίας υπάρχει στο διήγημα Η κατάρα της φωτιάς και των σκιών του σπουδαίου Ιρλανδού ποιητή, πεζογράφου, θεατρικού συγγραφέα και μελετητή της ιρλανδικής παράδοσης William Butler Yeats (1865-1939).

…Ξαφνικά τα δύο πρώτα άλογα χλιμίντρισαν και μετά στάθηκαν ακίνητα και αρνούνταν να κάνουν βήμα παραπέρα. Μπροστά τους διέκριναν ένα λαμπύρισμα νερού και από το βουητό κατάλαβαν ότι επρόκειτο για ποτάμι. Αφού ξεπέζεψαν, άρχισαν να τραβούν τα άλογα από τα χαλινάρια τους και να τα καλοπιάνουν μέχρι που τα οδήγησαν στην ακροποταμιά. Στη μέση του ποταμού στεκόταν μια ψηλή γριά με μακριά γκρίζα μαλλιά και γκρίζο φόρεμα. Το νερό έφτανε μέχρι τα γόνατά της και κάθε τόσο έσκυβε, λες και έπλενε ρούχα. Τελικά, οι στρατιώτες μπόρεσαν να διακρίνουν πως έπλενε κάτι μισοβυθισμένο στο νερό. Το φεγγάρι έριξε μια φευγαλέα ακτίνα πάνω του και όλοι είδαν πως ήταν το σώμα ενός νεκρού. Καθώς κοιτούσαν, ένα ρεύμα του ποταμού γύρισε το πρόσωπο του νεκρού προς το μέρος τους και ο καθένας από τους στρατιώτες αναγνώρισε το δικό του πρόσωπο. Ενώ στέκονταν άφωνοι και κοκαλωμένοι από τη φρίκη, η γριά άρχισε να μιλάει και να λέει αργά και δυνατά: «Βλέπεις, γιε μου; Φοράει ασημένια κορόνα στο κεφάλι και η κορόνα είναι στολισμένη με ρουμπίνια». Ο πιο ηλικιωμένος από τους στρατιώτες, ο οποίος είχε τραυματιστεί τις περισσότερες φορές, έσυρε το ξίφος του και φώναξε: «Πολέμησα για την αλήθεια του Θεού μου και δεν χρειάζεται να φοβάμαι τις σκιές του σατανά!» Με τα λόγια αυτά, όρμησε μέσα στο ποτάμι. Επέστρεψε ύστερα από λίγες στιγμές. Η γριά είχε εξαφανιστεί και, παρόλο που είχε καρφώσει το ξίφος του στον αέρα και στο νερό, δεν είχε βρει τίποτα.

Απεικόνιση της Bean Nighe

Μια εκδοχή αυτού του αρχαίου μυστικού παράλληλου κόσμου δίνει ο μεγάλος Ουαλός δεξιοτέχνης του τρόμου Arthur Machen (1863-1947) στη Νουβέλα της μαύρης σφραγίδας, παρουσιάζοντας τα απόκοσμα κακόβουλα νανοειδή όντα του «Μικρού Λαού» που κατοικούσαν στα Βρετανικά νησιά πολύ πριν την έλευση των Κελτών.

…Προσπάθησα πολύ καιρό και τελικά κατάφερα να βρω και να νοικιάσω ένα σπίτι κοντά στους Γκρίζους Λόφους και την καλύβα όπου έμεναν η κυρία Κράντοκ και ο γιος της ο Τζέρβεϊς. Δεν υπάρχει λόγος να εξιστορήσω λεπτομερώς όσα, φαινομενικά ανεξήγητα, γεγονότα συνέβησαν εδώ. Πρέπει όμως να σας πω ότι γνώριζα απ’ την αρχή ότι θα έβρισκα στον Τζέρβεϊς Κράντοκ κάτι απ’ το αίμα των «Μικρών Ανθρώπων»· αργότερα ανακάλυψα ότι είχε περισσότερες από μία φορές συναντηθεί με τους ομοαίματούς του σε διάφορα μοναχικά μέρη σ’ αυτό τον ερημότοπο. Την ημέρα που τον έπιασε η κρίση και τον άκουσα στον κήπο να μιλά, ή μάλλον να σφυρίζει, το απεχθές ιδίωμα της Μαύρης Σφραγίδας, φοβήθηκα για μια στιγμή μήπως με συνεπάρει ο ενθουσιασμός του επιστήμονα και υποσκελίζει τη φρίκη του ανθρώπου· γιατί εκείνη τη μέρα άκουσα απ’ τα χείλη του τα μυστικά του κάτω κόσμου και τη λέξη του τρόμου, τη λέξη «Ιξαξάρ», που, συγχωρέστε με, δεν μπορώ να σας πω τι σημαίνει. Αλλά υπάρχει ακόμα ένα επεισόδιο που δεν μπορώ να το αφήσω στο σκοτάδι. Ξύπνησα μες στην πηχτή μαυρίλα της νύχτας απ’ τη φασαρία εκείνων των συριγμών που τόσο καλά γνώριζα. Έτρεξα αμέσως στο δωμάτιο του δύστυχου νεαρού και τον βρήκα να αφρίζει και να χτυπιέται στο κρεβάτι του σαν να πάλευε να δραπετεύσει απ’ την αρπαγή φοβερών δαιμόνων. Τον μετέφερα στο δωμάτιό μου και άναψα τη λάμπα, ενώ εκείνος είχε σωριαστεί στο πάτωμα και εξακολουθούσε να χτυπιέται, ικετεύοντας τον δαίμονα που κρυβόταν μέσα του να τον αφήσει ήσυχο και να φύγει. Ξαφνικά βλέπω το κορμί του να πρήζεται και να φουσκώνει σαν ασκί, ενώ το πρόσωπό του άρχισε να μελανιάζει και να μαυρίζει μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου.

…Κάτι γλίστρησε έξω απ’ το σωριασμένο κορμί του νεαρού· κι αυτό το κάτι τίναξε ένα γλιστερό πλοκάμι που έσκισε τον αέρα, άρπαξε την προτομή απ’ την κορυφή της ντουλάπας και την κατέβασε πάνω στο γραφείο.

Arthur Machen (1863-1947)

Μεξικανική λαογραφία

Το Μεξικό υπήρξε η κοιτίδα αρκετών πανάρχαιων πολιτισμών με γνωστότερους τους Μάγια και τους Αζτέκους που θεωρούνται οι σημαντικότεροι στο δυτικό ημισφαίριο πριν την εισβολή των Ισπανών, με ανεπτυγμένες για την εποχή τους κοινωνικές και οικονομικές δομές και καλλιέργεια των τεχνών. Οι Αζτέκοι (Mεσσίκα, όπως αυτοαποκαλούνταν), μάλιστα, που σε μεγάλο βαθμό αποτελούν τους προγόνους των σημερινών Μεξικανών, είχαν και μια πλούσια μυθολογία όπου δέσποζε ένα πλήθος θεοτήτων του νερού, της φωτιάς, του ουρανού, της γης καθώς και άρχοντες της μέρας και της νύχτας. Κεντρική θέση σε αυτήν έχει ο Huitzilopochtli (Ουιτζιλοπότστλι), θεός του κυνηγιού, του πολέμου, του θανάτου, του ήλιου και μυθικός ιδρυτής της αζτέκικης αυτοκρατορίας που σκότωσε τα 401 αδέρφια του, τα οποία είχαν αποστατήσει εναντίον της μητέρας τους, και καθοδήγησε τον λαό του στην μελλοντική πρωτεύουσα Τενοτστιτλάν. Οι Αζτέκοι είναι γνωστοί και για τις ευρείας κλίμακας τελετουργικές ανθρωποθυσίες τους -συνήθη πρακτική και άλλων λαών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής- για τον εξευμενισμό των θεών οι οποίες ενίοτε ακολουθούνταν από κανιβαλισμό.

Η ιδιαίτερη και στενή σχέση των Μεξικανών με τον θάνατο και τους νεκρούς αποδεικνύεται από τον εορτασμό της αποκαλούμενης Dia de los muertos (Ημέρας των νεκρών) όπου όλοι μεταμφιέζονται σε νεκρούς για να εξευμενίσουν την Santa Muerte (Αγία Θανή), θεά-προσωποποίηση του θανάτου που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μίξης στοιχείων του Καθολικισμού και της παλιάς αζτέκικης θρησκείας όπου δέσποζε η βασίλισσα του κάτω κόσμου Mictēcacihuātl. Μια απεικόνιση του κάτω κόσμου μας δίνει ένα λαϊκό αφήγημα του δεκάτου ενάτου αιώνα με τίτλο Ο χήρος και γυναίκα του.

…Για άλλη μια φορά ο άντρας επέστρεψε στο ποτάμι. Αυτή τη φορά, όμως, ανέκρινε όλες τις γυναίκες, όπως τον είχε ορμηνέψει ο Άρχοντας του Θανάτου, μέχρι που βρήκε εκείνη που μόλις άκουσε την ερώτηση μεταμορφώθηκε σε άλογο. Φορούσε μια κορδέλα στα μαλλιά και ο άντρας την πήρε και την έδεσε γύρω από τον λαιμό της, μα εκείνη του παραπονέθηκε πως ήταν πολύ σφιχτή, οπότε την έβγαλε και έδεσε τη βαμβακερή ζώνη που φορούσε ο ίδιος. Ύστερα την οδήγησε πίσω στον Άρχοντα του Θανάτου. Στο δρόμο της επιστροφής πέρασαν μπροστά από ένα μεγάλο πηγάδι μέσα στο οποίο έκαιγε μια πελώρια φωτιά. Πλάι στο πηγάδι υπήρχε ένας σωρός από ανθρώπινα κόκαλα. Ο άντρας ρώτησε το άλογο, που στην πραγματικότητα ήταν η γυναίκα του, τι σήμαιναν όλα εκείνα τα πράγματα κι αυτό του είπε: «Kάθε μέρα πρέπει να πηγαίνω στο ποτάμι, να πλένω και να μαζεύω ξύλα. Όσο το κάνω έχω τη μορφή γυναίκας. Ύστερα, όμως, παίρνω τη μορφή αλόγου, για να μεταφέρω τα ξύλα στο πηγάδι της φωτιάς. Μόλις φτάσω στο πηγάδι της φωτιάς, μετατρέπομαι σε μια στοίβα κόκαλα, όπως αυτά που βλέπεις. Ο Άρχοντας του Θανάτου με πετάει στη φωτιά και εκεί μένω ώσπου τα κόκαλά μου να γίνουν στάχτη και να φωνάξω πως υπέφερα αρκετά για τη συγκεκριμένη μέρα. Πρέπει να υποφέρω αυτή την τιμωρία επειδή δεν με έδερνες όσο ζούσα μαζί σου πάνω στη γη».

Santa Muerte

Επίσης, στο διήγημα “Ο επόμενος στην ουρά” (The Next in Line) του κορυφαίου Ray Bradbury (1920-2012) συναντάμε μια σύγχρονη παρουσίαση της Ημέρας των νεκρών μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού Αμερικανών που μεταξύ άλλων επισκέπτεται και το Μουσείο των Μουμιών στην πόλη Γκουαναχουάτο.

…Πενηντά ένας, πενήντα δύο, πενήντα τρεις. Η Mαρί μετρούσε στο κέντρο του μακροσκελούς διαδρόμου τους νεκρούς που στέκονταν τριγύρω της. Φαίνονταν σαν να ουρλιάζουν. Σαν να είχαν σπάσει τους τάφους τους και είχαν ξεπηδήσει από μέσα με τα χέρια πιασμένα πάνω στα συρρικνωμένα στήθη τους, ουρλιάζοντας με ορθάνοιχτα σαγόνια, τις γλώσσες έξω και τα ρουθούνια ερεθισμένα. Και ξαφνικά σαν να κοκάλωσαν. Όλοι τους είχαν ανοιχτά τα στόματα αφήνοντας ένα ασταμάτητο ουρλιαχτό. Ήταν νεκροί και το ήξεραν. Κάθε διαβρωμένο κύτταρο και κάθε κατεστραμμένο όργανο του κορμιού τους το ήξερε. Στεκόταν ακίνητη ακούγοντας το ουρλιαχτό τους. Λένε ότι τα σκυλιά συλλαμβάνουν ήχους που οι άνθρωποι δεν μπορούν να ακούσουν, ήχους τόσα πολλά ντεσιμπέλ υψηλότερους απ’ το κανονικό επίπεδο που είναι σαν να μην υπάρχουν καν. O διάδρομος γέμισε με ουρλιαχτά. Ουρλιαχτά που ξεχύνονταν από χείλη ορθάνοιχτα απ’ τον τρόμο και ξηρές γλώσσες, τόσο δυνατά που δεν μπορούσες να τ’ ακούσεις. Ο Τζόζεφ στάθηκε μπροστά σ’ ένα απ’ τα σώματα. «Πες “α”!» είπε. Εξήντα πέντε, εξήντα έξι, εξήντα επτά, συνέχισε να μετρά η Μαρί ανάμεσα στα ουρλιαχτά. «Να μια ενδιαφέρουσα περίπτωση», είπε ο ιδιοκτήτης. Eίδαν μια γυναίκα με τα χέρια πάνω στο κεφάλι της, το στόμα ορθάνοιχτο, τα δόντια της άθικτα και τα μαλλιά της μακριά, πυκνά και λαμπερά. Τα μάτια της ήταν σαν μικρά ασπρογάλαζα αυγά μέσα στο κρανίο της. «Καμιά φορά συμβαίνει κι αυτό. Αυτή η γυναίκα έπασχε από καταληψία. Τη μέρα που την έθαψαν δεν ήταν νεκρή γιατί, βαθιά μέσα της, η καρδιά της χτυπούσε τόσο σιγανά που κανείς δεν μπορούσε να την ακούσει. Έτσι θάφτηκε σε μια καλή και φτηνή κάσα…» «Δεν το ξέρατε ότι έπασχε από καταληψία;» «Οι αδερφές της το ήξεραν. Αλλά αυτή τη φορά νόμιζαν πως ήταν πια νεκρή. Και οι κηδείες γίνονται στα γρήγορα σ’ αυτή τη ζεστή πόλη».

…Όσα ζαχαρένια κρανία είχαν απομείνει απ’ τη γιορτή των νεκρών πωλούνταν πάνω σε μικρά τραπέζια στην αγορά. Γυναίκες με παραδοσιακές φορεσιές κάθονταν ήσυχα, ανταλλάσοντας πότε πότε καμιά κουβέντα, με τους γλυκούς ζαχαρένιους σκελετούς, πτώματα και κρανία ανάμεσά τους. Κάθε κρανίο είχε ένα όνομα πάνω του γραμμένο με ξανθιά ζάχαρη και λουλουδένια διακόσμηση· Χοσέ ή Κάρμεν ή Ραμόν ή Τίνα ή Γκιγιέρμο ή Ρόζα. Πωλούνταν φτηνά. Η γιορτή των νεκρών είχε τελειώσει.

Ray Bradbury (1920-2012)

Δυτικοαφρικανική λαογραφία

Στις χώρες της δυτικής Αφρικής αναδείχθηκαν κάποιοι από τους αρχαιότερους και σημαντικότερους πολιτισμούς της αφρικανικής ηπείρου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η πολυάριθμη φυλή των Yoruba, που συνεχίζει να κατοικεί στη Νιγηρία, το Μπενίν, το Τόνγκο και τη Γκάνα, η οποία διαθέτει ένα οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα. Κεντρικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζουν οι Orisa, τα πνεύματα που στέλνονται από τον δημιουργό του σύμπαντος Olodumare για την καθοδήγηση των ανθρώπων. Στους Orisa συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων ο θεός των μετάλλων, του πολέμου και της νίκης Ogun, ο θεός του κεραυνού, της φωτιάς και της δικαιοσύνης Shango ή Jakuta και ο αγγελιοφόρος των θεών και φύλακας του σταυροδρομίου που συνδέει όλα τα μέρη του σύμπαντος Esu Elegbara. Το δουλεμπόριο που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατορίας είχε ως αποτέλεσμα τη διασπορά των Yoruba σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως η Καραϊβική, η Βραζιλία, το Μεξικό και οι Η.Π.Α. και τη διάδοση των παραδόσεών τους.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και με το δυτικοαφρικανικό Vodun (πνεύμα) που έχει τις ρίζες του στη φυλή Fon του Μπενίν, φέροντας επιδράσεις και από τους Yoruba, και διαδόθηκε σε αρκετές χώρες του νέου κόσμου με διάφορες παραλλαγές και ονομασίες· Vodou στην Αϊτή, Vodum ή Candomblé Jejé στη Βραζιλία, Santeria στην Κούβα, Voodoo στη Νέα Ορλεάνη των Η.Π.Α. κτλ. Στο παραδοσιακό βουντού υπάρχουν δυο κύριες θεότητες: η θεά της σελήνης, της νύχτας, της βροχής, της ειρήνης και της γονιμότητας Mawu και ο θεός του ήλιου, της μέρας, της ζέστης, της δύναμης και της ενέργειας Lisa. Εκτός απ’ αυτούς συναντάμε κι ένα πλήθος άλλων πνευματικών οντοτήτων που ονομάζονται Loa ή Lwa τα οποία αποτελούν τους διαμεσολαβητές των θεών και χωρίζονται σε πολλές φατρίες. Άλλοτε βοηθούν τους ανθρώπους και άλλοτε είναι κακόβουλα απέναντί τους αν νιώσουν προσβεβλημένα από τα φαγητά ή άλλες προσφορές που τους κάνουν.

Η ανεπτυγμένη μυθολογία και η μεγάλη ποικιλομορφία τόσο του Vodun όσο και άλλων δυτικοαφρικανικών θρησκευτικών παραδόσεων είναι φυσικά αδύνατον να καλυφθεί εδώ. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι για πολλές αφρικανικές φυλές ο κόσμος των νεκρών υπάρχει σε μια παράλληλη διάσταση και έχει τόσα κοινά με τον κόσμο των ζωντανών ώστε καμιά φορά οι τελευταίοι έχουν την ατυχία να βρεθούν εκεί άθελά τους, όπως συμβαίνει σε μια λαϊκή αφήγηση του δεκάτου εβδόμου αιώνα από το Μπενίν με τίτλο Το παζάρι των νεκρών.

Η Ντόζι γύρισε στο σπίτι της χωρίς να πει κουβέντα, αλλά την άλλη μέρα επέστρεψε στο παζάρι, αποφασισμένη να ξαναβρεί τη μητέρα, τη γιαγιά και τον αδερφό της. Όταν τελικά τους βρήκε, πρόσφερε στη γιαγιά της ένα κομμάτι κρέας και είπε: «Γιατί χαθήκατε όταν με είδατε; Με τρομάξατε». Εκείνοι δεν της απάντησαν, αλλά την προειδοποίησαν πως δεν έπρεπε να πει σε κανέναν ότι είχε επισκεφθεί το παζάρι των νεκρών και τους είχε μιλήσει. Η Ντόζι τους το υποσχέθηκε. Στην αρχή δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν, αλλά το μυστικό ήταν τόσο μεγάλο, που έπρεπε να το πει σε κάποιον. Πήγε λοιπόν στην καλύτερή της φίλη και της μίλησε για την επίσκεψή της στο παζάρι των νεκρών και το αντάμωμά της με τη μητέρα, τη γιαγιά και τον αδερφό της. «Λες ψέματα», είπε η φίλη της περιπαικτικά. «Κανείς δεν μπορεί να δει τους νεκρούς. Θα έρθω μαζί σου, να βεβαιωθώ». Ακούγοντας τα λόγια αυτά η Ντόζι τρόμαξε. «Όχι!» της είπε. «Δεν γίνεται. Κανείς δεν πρέπει να έρθει μαζί μου. Δεν έπρεπε να το πω σε κανέναν και τώρα φοβάμαι». Όμως η φίλη της την παρακαλούσε συνεχώς να την πάρει μαζί της στο παζάρι των νεκρών και έτσι, τελικά, την επόμενη φορά που είχε παζάρι, η Ντόζι την πήρε μαζί της. Όταν έφτασαν εκεί, η Ντόζι δεν μπόρεσε να βρει παρά μόνο τον Ζίνζου. Ήταν πολύ θυμωμένος και συνοφρυωμένος. «Απαγορευόταν να φέρεις οποιονδήποτε εδώ», της είπε. «Γι’ αυτό η φίλη σου πρέπει να μείνει μαζί μας, αν κι εσύ μπορείς να φύγεις». Ακούγοντας αυτά τα λόγια η άλλη κοπέλα τρόμαξε. Δεν ήθελε να μείνει για πάντα στο παζάρι των νεκρών και ακολούθησε την Ντόζι όταν εκείνη γύρισε να φύγει. Ο Ζίνζου, όμως, την άρπαξε και της έκοψε το κεφάλι.

Ju-ju house (1873)

Το βουντού και ιδίως η αϊτινή εκδοχή του είναι δημοφιλές στην ευρύτερη pop κουλτούρα και την τέχνη και αρκετοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με αυτό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το μυθιστόρημα Falling Αngel του William Hjortsberg (1941-2017) που μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο. Ωστόσο, για το τέλος θα παρουσιάσουμε μια πιο ανάλαφρη χιουμοριστική εκδοχή του μέσα από το μικροδιήγημα Voodoo του Αμερικανού σατιρικού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας και μυστηρίου Fredric Brown (1906-1972).

Η σύζυγός του κυρίου Ντέκερ είχε μόλις επιστρέψει από ένα ταξίδι στην Αϊτή- όπου είχε πάει μόνη της- ώστε να ηρεμήσουν λίγο τα πνεύματα προτού συζητήσουν για το διαζύγιο. Ωστόσο, τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Κανείς απ’ τους δυο δεν είχε ηρεμήσει ούτε κατ’ ελάχιστο. Στην πραγματικότητα, τώρα ο ένας μισούσε τον άλλο περισσότερο από ποτέ. «Τα μισά», είπε η κυρία Ντέκερ με αυτοπεποίθηση. «Δεν συμβιβάζομαι με τίποτα λιγότερο από τα μισά λεφτά συν τη μισή περιουσία». «Αστειότητες!» είπε ο κύριος Ντέκερ. «Αλήθεια ε; Θα μπορούσα να τα είχα όλα, ξέρεις. Και πολύ εύκολα, μάλιστα. Όταν ήμουν στην Αϊτή μελέτησα το βουντού». «Aνοησίες!» είπε ο κύριος Ντέκερ. «Καθόλου. Και θα ‘πρεπε να ήσουν ευχαριστημένος που είμαι καλή γιατί θα μπορούσα να σε σκοτώσω πολύ εύκολα αν το ήθελα. Και τότε θα είχα όλα τα λεφτά και όλη την περιουσία χωρίς να φοβάμαι τις συνέπειες. Κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει έναν θάνατο από βουντού από ένα απλό καρδιακό επεισόδιο». «Μπούρδες!» είπε ο κύριος Ντέκερ. «Έτσι νομίζεις ε; Έχω λίγο κερί και μια καρφίτσα. Θες να μου δώσεις μια τριχούλα απ’ τα μαλλιά σου ή καναδυό κομμένα νύχια σου- μόνο αυτά χρειάζομαι- για να σου δείξω;» «Σαχλαμάρες!» είπε ο κύριος Ντέκερ. «Τότε λοιπόν γιατί φοβάσαι; Αφού ξέρω ότι λειτουργεί θα σου κάνω μία πρόταση. Αν αποτύχει, θα σου δώσω διαζύγιο και δεν θα ζητήσω τίποτ’ άλλο. Αν πετύχει, φυσικά τα παίρνω όλα αυτομάτως». «Έγινε!» είπε ο κύριος Ντέκερ. «Πάρε το κερί και την καρφίτσα σου». Έριξε μια ματιά στα νύχια του. «Eίναι πολύ κοντά. Θα σου δώσω λίγες τρίχες». Όταν επέστρεψε με λίγες τούφες μαλλιών μέσα σε μια συσκευασία από ασπιρίνες, η κυρία Ντέκερ είχε ήδη αρχίσει να λιώνει το κερί. Kόλλησε τις τρίχες πάνω του και το ζύμωσε σχηματίζοντας κάτι που έμοιαζε αμυδρά με ανθρώπινη μορφή. «Θα το μετανιώσεις», είπε και πίεσε την καρφίτσα πάνω στο στήθος της κέρινης φιγούρας. Ο κύριος Ντέκερ ξαφνιάστηκε, αλλά ήταν πιο πολύ ευχαριστημένος παρά μετανιωμένος. Δεν πίστευε στο βουντού αλλά, όντας προσεκτικός, δεν έπαιρνε ποτέ ρίσκο. Επιπλέον, πάντα τον εκνεύριζε που η γυναίκα του δεν καθάριζε σχεδόν ποτέ την βούρτσα των μαλλιών της.

Fredric Brown (1906-1972)

Πηγές

Γιαννουλάκης, Π., (2003), Παράξενο, εκδ. Τerra Νova, Θεσσαλονίκη, Μετάφραση: Λένα Αδαμοπούλου
Μάχεν Α. (1995), Η νουβέλα της μαύρης σφραγίδας και άλλα διηγήματα, εκδ. Αίολος, Αθήνα, Μετάφραση: Χρηστος Παπαϊωάννου
Μαστακούρης, Θ. (2016), Κλασσικές ιστορίες τρόμου απ’ όλο τον κόσμο, εκδ. Αίολος, Αθήνα
Μαστακούρης, Θ., (2018), Το χαμόγελο του νεκρού και άλλες παράξενες ιστορίες εκδ. Αίολος, Αθήνα
Χερν, Λ. (2017), Καϊντάν Ιαπωνικές ιστορίες για παράδοξα πράγματα, εκδ. Εμπειρία εκδοτική, Αθήνα, Μετάφραση: Φρίξος Ηλιάδης
users.sch.gr
offlinepost.gr
slideshare.net
viewtag.gr
mythopedia.com
web.archive.org
el.carolchanning.netkitayskoy-mifologii.html
thedailyowl.gr
newsbeast.gr
atlasobscura.com
raybradbury.ru
eduportal.gr
nyc3.digitaloceanspaces.com

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά