Λύνοντας την Άλυτη: Μια κριτική προσέγγιση στην “Άλυτη” του Μίνωα Νικολακάκη

by Nyctophilia

Λύνοντας την Άλυτη: Μια κριτική προσέγγιση στην Άλυτη του Μίνωα Νικολακάκη

Γράφει ο Δημήτρης Λογοθέτης.

«His most vulnerable points, moreover, are said to be the feet and the eyes; the feet, you see, for the lust of wandering, and the eyes for the lust of beauty».

Algernon Blackwood, The Wendigo

Ανέμενα κοντά μισό χρόνο την προβολή της Άλυτης (Entwined) στους ελληνικού κινηματογράφους, απ’ όταν δηλαδή είδα για πρώτη φορά το trailer της ταινίας σε μια από τις προβολές του Midnight Express, και μπορώ να πω πως ουδόλως απογοητεύτηκα.

Η Άλυτη πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μίνωα Νικολακάκη και μια από τις πρώτες ελληνικές ταινίες λαογραφικού τρόμου -θα πω καταχρηστικά-, γιατί είναι πολύ περισσότερα από αυτό. Η ταινία -με πολύ λίγα λόγια- πραγματεύεται την επαφή ενός σύγχρονου αγροτικού ιατρού με μια κοπέλα που ζει στην υπώρεια του πολιτισμένου κόσμου, στα βάθη ενός ελατόδασους υποφέροντας από μια αλλόκοτη δερματική πάθηση. Οποιαδήποτε παραπάνω πληροφορία θεωρώ πως θα στερήσει από την ταινία κι έτσι μισώντας κι εγώ τα trailer που αποκαλύπτουν τη μισή ταινία, θα σιωπήσω όσον το δυνατόν περισσότερο σχετικά με τη πλοκή.

Οφείλω, λοιπόν, να ξεκινήσω από το κυρίως αρνητικό στοιχείο της ταινίας, ώστε εν συνεχεία να επικεντρωθώ στα κατά πολύ περισσότερα θετικά. Αν και σεναριακά, όσο η ταινία ξεδιπλώνεται, η αφήγηση γίνεται πιο συμπαγής, -στην αρχή κυρίως, αλλά χωρίς να λείπει πλήρως και από το υπόλοιπο της- η πλοκή καλπάζει βιαστικά αναιρώντας της τη δυνατότητα να διαμορφώσει καλύτερα τόσο τις σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, όσο και τη σχέση των χαρακτήρων με τον ίδιο το χώρο που δρουν. Η σκηνοθεσία και η φωτογραφία προσπαθούν επιμελώς να καλύψουν το γεγονός, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό, με αποτέλεσμα η αρχή να είναι πιο αδύναμη της συνέχειας και ορισμένες στιχομυθίες να φαίνονται αμήχανες. Θέλοντας και κάνοντας το δικηγόρο του διαβόλου και σκεπτόμενος τους όρους υπό τους οποίους γίνηκαν τα γυρίσματα, το πρόβλημα αυτό δεν φαντάζει παράταιρο. Επομένως, κανείς οφείλει να σκεφτεί πως αρχικά πρόκειται για τη πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, και σε δεύτερο χρόνο να θυμηθεί το budget, το οποίο ήταν πολύ μικρό, τον μικρό χρονικό διάστημα που διατέθηκε για τη πραγματοποίηση των γυρισμάτων και τον χώρο στον οποίο έλαβαν δράση (ένα δάσος), ώστε αν δεν δώσει ελαφρυντικά, να δείξει τουλάχιστον κατανόηση.

Παρόλα αυτά, η ταινία ήταν όχι μια εξαιρετική προσπάθεια, αλλά μια εξαιρετική ταινία που κατάφερε να αποδώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό το όμορφο και μελαγχολικό παραμύθι, που ήθελαν οι συντελεστές της να μας διηγηθούν. Από αρτιστικής πλευρά η ταινία είναι σχετικά άρτια και ενίοτε εξαιρετική. Η σκηνοθεσία είναι λιτή αλλά πολύ δυνατή, με πλάνα που δημιουργούν ένταση, παράλληλα μοντάζ, κοντινά πλάνα τόσο στο ανθρώπινο σώμα, όσο και στη συμπάσχουσα φύση. Η φωτογραφία είναι εξαιρετική με στιγμές που εντυπώνονται στη μνήμη. Ιδιαίτερη μνεία φαίνεται να γίνεται στο γέρικο σώμα, που ζαρώνει σαν φλοιός δέντρου, αλλά και το νεανικό που προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή τη μοίρα. Το φυσικό φως είναι παρόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, εντείνοντας τα momentum, δημιουργώντας σκιές, αλλάζοντας το βάρος των προσώπων και στιγματίζοντας την ατμόσφαιρα, που άλλοτε (κατά τη διάρκεια της ημέρας) είναι ανάλαφρη και παραμυθένια κι άλλοτε (κατά τη διάρκεια της νύχτας) γίνεται πυκνή και πνιγερή μεταφέροντας τον θεατή σε έναν τόπο ζοφώδη.

Η μουσική, επίσης λιτή, με επιρροές από τον ιαπωνικό κινηματογράφο, συνοδεύει διακριτικά, συμβάλλοντας ως έπρεπε στην εμπειρία. Τα πρακτικά εφέ είναι γενικά εξαιρετικά, το μακιγιάζ παραπάνω από καλό και ρεαλιστικό, ενώ τα ψηφιακά εφέ λίγα, μετρημένα και οργανικά μπλεγμένα στο κορμό της ταινίας, με τέτοιο τρόπο ώστε η φύση τους να περνά συνήθως απαρατήρητη. Τέλος, κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει τις ερμηνείες των ηθοποιών. Οι χωρικοί δυστυχώς δεν είχαν περισσότερο χώρο για να δώσουν αυτό που ωστόσο απέδωσαν άρτια στα λεπτά που τους προσφέρθηκαν, δηλαδή την καχυποψία απέναντι στο ξένο, την άρνηση στην αλλαγή και το φόβο ως προς το άγνωστο. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα περισσότερα πλάνα και εντονότερη παρουσία των χωρικών και του ίδιου του χωριού. Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ο ένας εκ των δυο πρωταγωνιστών, θυμίζοντας -συνειδητά ή ασυνείδητα- χαρακτήρα του M. R. James και της λοιπής εδουαρδιανής λογοτεχνίας τρόμου, κάνει μια ελαφρώς άγαρμπη αρχή, αλλά στην συνέχεια και συγκεκριμένα μετά το εν τέταρτο της ταινίας, δίνει μια ωραία και μετρημένη ερμηνεία, με αποκορύφωμα τη μεταμόρφωσή του.

Το πραγματικό διαμάντι ωστόσο της ταινίας, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι η ερμηνεία της Αναστασίας-Ραφαέλας Κονίδη. Φορώντας τη προβιά ενός κοριτσιού παρά μιας ενήλικης γυναίκας και με τη χάρη ενός αερικού, σαν άλλος λύκος περιδιαβαίνει το δάσος, τρέχει, τραγουδά, γελάει, και πάνω απ’ όλα μιλά. Μιλώντας με ένα ιδίωμα -που σύμφωνα με τον σκηνοθέτη δημιουργήθηκε από τέσσερις διαφορετικούς ανθρώπους-, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό μωσαϊκό, η ηθοποιός μεταφέρει τον θεατή μέσα στο χρόνο. Αυτή η προζαϊκή λαλιά, αυτή ποιητική μιλιά που θυμίζει κάτι μεταξύ αρχαίας μαντικής πρόζας και αναγεννησιακής κρητικής ποίησης, όπως αναφέρει κι ο πρωταγωνιστής κάνει την Δανάη (το χαρακτήρα που ενσαρκώνει), να μοιάζει βγαλμένη απ’ τις σελίδες ενός βιβλίου. Σε αυτό, επίσης, έρχεται να προστεθεί η παιδική και αθώα δυναμική του ηχοχρώματος της φωνής της, που περισσότερο αποπροσανατολίζει παρά καθησυχάζει. Παρόλα αυτά, η χρήση του ‘ιδιώματος’ αυτού δεν στέκει μετέωρη και όπως θα καταλάβει ο θεατής είναι οργανικό μέρος της αφήγησης. Αυτή είναι νομίζω και η μια καινοτομία που μπορώ να πιστώσω στη ταινία, όσον αφορά το αφηγηματικό κομμάτι. Πραγματικά δεν ξέρω αν θα μπορούσα να φανταστώ άλλη ηθοποιό στη θέση της.

Αφηγηματικά, τώρα, η ταινία είναι βαθιά επηρεασμένη από τις λαογραφικές παραδόσεις, που όπως είπε ο ίδιος ο σκηνοθέτης ψιθυρίζονται στα χωριά, στα χωριά με τα μεγάλα μυστικά, που όλοι τα ξέρουν κι αντί να τα λύνουν συμβιώνουν με αυτά, στα χωριά που ο ξενομερίτης είναι εισβολέας, εισβολέας σε μια πραγματικότητα που παραμένει παγωμένη στο χρόνο, μακριά από τον αστικό πολιτισμό, το ίντερνετ και τον άκρατο ρασιοναλισμό. Ωστόσο, η ‘διακειμενικότητα’ της ταινίας δεν σταματά στις παραλογές και τις τρομακτικές παραδόσεις της ελληνικής υπαίθρου, αλλά επεκτείνεται μέσα στο χώρο και στο χρόνο συνδιαλεγόμενη άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε υποσυνείδητα τόσο με τη λογοτεχνία, όσο και με τον κινηματογράφο. Κινηματογραφικά αν και εντοπίζω ορισμένα χρέη, κυρίως ως προς το πρώτο μισό της ταινίας, στις βρετανικές λαογραφικές ταινίες τρόμου, όπως το WickerMan, τα βασικά ερεθίσματα της ταινίας φαίνεται να βρίσκονται στον ιαπωνικό κινηματογράφο και κυρίως σε ταινίες όπως το Onibaba του Kaneto Shindo, το Kwaidan του Masaki Kobayiashi, αλλά και το Woman in the Dunes του Hiroshi Teshigahara. Πέραν των διακριτικών επιρροών που αντικατοπτρίζονται στη γενική αρτιστική σύλληψη της Άλυτης, αξίζει, επίσης, κανείς να παρατηρήσει πως σε όλες αυτές τις ταινίες το υπερφυσικό και το αλλόκοτο, όπως ακριβώς και στην Άλυτη, δεν βρίσκονται στο επίκεντρο, αλλά διαμορφώνουν ένα πλαίσιο, έναν καμβά στα όρια του οποίου λέγεται μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη, τόσο ανθρώπινη που αντιφέγγει όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, από τα υψηλότερα ως και αυτά που τον εξομοιώνουν με άγριο ζώο.

Το υπερφυσικό, λοιπόν, κατά αυτό το τρόπο έρχεται ως αφορμή· επιλέγει, δηλαδή, αντί να εισβάλει ως ξενιστής κι εχθρός διακρίνοντας το κόσμο μανιχαϊστικά, να εμφανιστεί διακριτικά και ύπουλα, ώστε να κάτσει δίπλα στους ήρωες και να δημιουργήσει μια προσωπική σχέση μαζί τους, ριζώνοντας έτσι στη ψυχή τους. Η λεπτομέρεια αυτή θυμίζει έντονα έργα, όπως το Rappaccini’s Daughter του Nathaniel Hawthorne, το The Willows και το The Man Whom the Trees Loved του Algernon Blackwood, τα οποία είναι εμποτισμένα από αυτή την αλλόκοτη και επιβλαβή σχέση του ανθρώπου με τη φύση που νιώθει συναισθήματα, αλλά και έργα όπως το The White People και το The Great God Pan του Arthur Machen, όπου ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με όντα του αλλόκοσμου, όντα που φορούν τη προβιά του ανθρώπου, του παιδιού και της ερωμένης και του ερωμένου, όντα που δεν είναι μήτε καλά, μήτε κακά. Έτσι λοιπόν αυτή η ιστορία, θα έλεγε κανείς καθ’ υπερβολήν, πως θα μπορούσε να είναι ένα διήγημα που το συνέλαβε ο Machen, αλλά τo έγραψε ο Blackwood μετά από μια από κοινού τους επίσκεψή στην ορεινή Αρκαδία. Ωστόσο, οι αναφορές της ταινίας δεν σταματάνε εδώ, με αυτές στο τραγούδι “Επιτάφιος” του Μικρασιάτη Σείκιλου, στο αρχαιότερο σωζόμενο ελληνικό τραγούδι, και το Dracula του Bram Stoker να ξεχωρίζουν.

Κλείνοντας θα πρότεινα σε όλους να προλάβουν να δουν την ταινία όσο ακόμα προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους, ενώ παράλληλα μπορώ να πω πως ανυπομονώ να δω τις επόμενες δουλειές του Νικολακάκη, ο οποίος ανέφερε πως κι επόμενη ταινία που ετοιμάζει θα φέρει στοιχεία τρόμου, αλλά αυτή τη φορά πλαισιωμένα από άσφαλτο κι όχι από δάσος.

Βιβλιογραφία

  1. Algernon Blackwood, The Listener and Other Stories, London, 1907.
  2. Algernon Blackwood, The Lost Valley and Other Stories, London, 1910.
  3. Algernon Blackwood, Pan’s Garden, London, 1912.
  4. Arthur Machen, Collected Fiction: 1888-1895, Vol. 1 (Επιμ. S. T. Joshi), New York, 2019.
  5. Arthur Machen, Collected Fiction: 1896-1910, Vol. 2 (Επιμ. S. T. Joshi), New York, 2019.
  6. Keiko McDonald, Reading a Japanese film: Cinema in context, Honolulu, 2006,
  7. Nathaniel Hawthorne, Young Goodman Brow and Other Tales, Oxford, 1987.
  8. Stuart Galbraith IV, Japanese Science Fiction, Fantasy and Horror Films: A Critical Analysis of 103 Features Released in the United States, 1950-1992, Jefferson, North Carolina, 1994.
  9. Stuart Galbraith IV, The Toho Studios Story: A History and Complete Filmography, Lanham, Maryland, 2006.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Δημήτρης Λογοθέτης είναι κλασικός αρχαιολόγος και μεταφραστής. Τα τελευταία χρόνια δουλεύει στις ανασκαφές της αρχαίας Ελεύθερνας στη Κρήτη, στο Κέντρο Μελέτης του Μουσείου Αρχαίας Ελεύθερνας και στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Νίκου Σταμπολίδη, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην αρχαιολογία της Ανατολικής Μεσογείου. Λατρεύει την λογοτεχνία του τρόμου, έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στη βρετανική σχολή της Belle Époque, ενώ ο αγαπημένος του συγγραφέας είναι ο Arthur Machen.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά