Διήγημα: “ΜακΓκάφιν” της Ράνιας Νικολακοπούλου

by Nyctophilia

Το διήγημα “ΜακΓκάφιν” της Ράνιας Νικολακοπούλου συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Η Αθανασία και ο Μάριος Ελευθερίου ξύπνησαν από την κραυγή της κόρης τους και πετάχτηκαν αμέσως από το κρεβάτι. Βγαίνοντας από την κρεβατοκάμαρα είδαν το κοριτσάκι τους να τρέχει κοντά τους.

Η μητέρα της την αγκάλιασε. «Αγάπη μου, τι έγινε;»

«Πήγα να βάλω νερό και μια κυρία έπεσε στην κουζίνα», είπε η μικρή κλαίγοντας.

Ο Μάριος πήγε να ελέγξει. «Αθανασία!»

Η γυναίκα του τον ακολούθησε στην κουζίνα κι αντίκρυσε μια αναίσθητη γυναίκα στο πάτωμα. «Πώς βρέθηκε εδώ;»

«Έπεσε από το ταβάνι», απάντησε το κοριτσάκι.

«…Γράφω μανιωδώς σε μια γραφομηχανή και δεν μπορώ να σταματήσω. Σαν να εξαρτάται η ζωή μου από αυτό…»

«Θα λέγατε πώς η δουλειά σας, σας δημιουργεί άγχος, δεσποινίς Ρόουζ;»

Η Τζούλια βολεύτηκε καλύτερα στο ντιβάνι, όπου ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα.

«Κάποιες φορές ναι, αλλά…» Έγειρε το κεφάλι της αριστερά. Το τραπεζάκι δίπλα στο ντιβάνι είχε ένα κουτί χαρτομάντηλα κι ένα βάζο με τριαντάφυλλα. Τριαντάφυλλα, Ρόουζ, Τριανταφύλλου… Ο συνειρμός έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της και για μια στιγμή νοστάλγησε την Ελλάδα. Ήταν μια στιγμή που πέρασε αμέσως γιατί μπορεί η Ελλάδα να ήταν η χώρα όπου είχε γεννηθεί, μα οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η χώρα όπου είχε διαπρέψει. Η Τζούλια σκέφτηκε πόσο τυχερή ήταν που βρισκόταν εκεί και ευχαρίστησε τον εαυτό της που, πριν οκτώ χρόνια, όταν ήταν μόλις είκοσι ετών, είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση. Ανακάθισε και πήρε ένα τριαντάφυλλο. Το μύρισε και το χαμόγελό της πλάτυνε καθώς διαπίστωνε ότι η ποικιλία ήταν αρωματική. Έπειτα το έβαλε ξανά στη θέση του.

«Δεν νομίζω ότι οι εφιάλτες μου σχετίζονται με τη δουλειά μου», είπε τελικά. «Κάθε φορά που βγάζω ένα βιβλίο, υπάρχει ένα άγχος… Μπορεί να είμαι διάσημη, αλλά πάντα υπάρχει ο φόβος ότι μπορεί να μην έχω να προσφέρω κάτι άλλο. Βλέπετε, όταν ένα βιβλίο κάνει τεράστια επιτυχία, ανεβάζεις τον πήχη ψηλά και μετά φοβάσαι ότι ίσως δεν μπορέσεις να ξεπεράσεις τον εαυτό σου… Αλλά λατρεύω τη συγγραφή. Ήταν το όνειρό μου να γίνω συγγραφέας… Και το άγχος που νιώθω κάθε φορά που εκδίδεται ένα βιβλίο μου, δεν είναι τίποτα μπροστά στην απόλαυση που μου δίνει η συγγραφή… Είναι… σαν οξυγόνο, με κρατά ζωντανή…»

«Είστε σίγουρη ότι η δουλειά σας δεν σχετίζεται με τους εφιάλτες σας;» τη διέκοψε ο γιατρός.

Εκείνη σκέφτηκε αυτό που μόλις είχε πει και είδε τη σύνδεση με τον εφιάλτη που τη βασάνιζε τις τελευταίες τρεις ημέρες.

«Δεν ξέρω…» Συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να φταίει το ατύχημα. Από τότε ξεκίνησαν…»

«Δεν έχετε τίποτα παθολογικό, δεσποινίς Ρόουζ, απλά χρειάζεστε διακοπές».

Η Τζούλια ανασηκώθηκε και κοίταξε παρακλητικά τον γιατρό.

«Δεν μπορώ να σταματήσω να γράφω, το γράψιμο είναι η ζωή μου».

«Δεν είπα να σταματήσετε για πάντα… Και δεν θα το ήθελα κιόλας. Δεν σας κρύβω ότι είμαι φανατικός αναγνώστης και περιμένω να μάθω τι είναι το ΜακΓκάφιν!»

«Εσείς και πολλοί άλλοι!»

«Η αλήθεια είναι ότι μας αφήσατε σε τρομερό σημείο! Εδώ, θα ήθελα να σας θυμίσω ότι υπάρχει το ιατρικό απόρρητο…», την κοίταξε πονηρά, «οπότε αν μου πείτε τι είναι, δεν θα το πω σε κανέναν!»

«Δεν μπορώ να αποκαλύψω κάτι τέτοιο!» γέλασε εκείνη.

«Δεν θα μου δώσετε ούτε ένα τόσο δα στοιχείο;» Ο γιατρός μίλησε με ένα παιχνιδιάρικο ύφος που η Τζούλια δεν πίστευε ότι διέθετε. «Πείτε μου έστω πώς μοιάζει…»

«Δεν μπορώ να σας πω πώς μοιάζει το ΜακΓκάφιν…» συνέχισε το παιχνίδι. «Για τον καθένα είναι κάτι διαφορετικό…» επανέλαβε αυτούσια την πρόταση από το πρώτο βιβλίο της σειράς Αναζητώντας το ΜακΓκάφιν. Ένιωσε παράξενα. Κάτι της θύμιζε, αλλά δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Σαν να μην ήταν απλά κάτι που είχε γράψει…

«Ναι, αλλά τι είναι για την πρωταγωνίστριά μας;»

«Λοιπόν, ακούστε, το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι πως όταν δούμε το ΜακΓκάφιν, η ιστορία θα έχει σχεδόν τελειώσει, οπότε αργεί ακόμα, και δεύτερον…» Μικρή παύση, για να δημιουργήσει αγωνία, όπως έκανε στις παρουσιάσεις της. «Έχουμε ήδη αναφερθεί σ’ αυτό!»

«Πλάκα μου κάνετε! Τώρα θα διαβάσω τα βιβλία σας από την αρχή…»

«Και τι θα κάνετε; Θα καταγράψετε κάθε αντικείμενο που αναφέρεται και θα μαντεύετε; Δεν θα ωφελήσει… Το ΜακΓκάφιν μπορεί να είναι οτιδήποτε…»

«Οφείλω να ομολογήσω ότι ξέρετε πώς να κρατάτε αμείωτο το ενδιαφέρον! Αλλά για να επανέλθουμε στο θέμα μας… Προτείνω να κάνετε ένα διάλειμμα…»

«Εντάξει…» Δεν της άρεσε η ιδέα, αλλά συμφώνησε.

Έπιασε ξανά ένα τριαντάφυλλο και το μύρισε. Τα ρουθούνια της πλημμύρισε η μυρωδιά χλωρίου κι αίματος. Προτού η φρίκη την κυριεύσει, η Τζούλια απομάκρυνε το λουλούδι από το πρόσωπό της και ο πανικός έδωσε τη θέση του στην απορία· Συνέβη στ’ αλήθεια ή μου φάνηκε;

«Είστε καλά;» ακούστηκε η φωνή του γιατρού.

Η Τζούλια μύρισε ξανά το τριαντάφυλλο. Έπρεπε να βεβαιωθεί… Γνώριμο, γλυκό άρωμα… Όλα ήταν όπως έπρεπε. Έβαλε το λουλούδι στο βάζο.

«Ναι, μια χαρά… »

«Θα τα πούμε σε μια βδομάδα, λοιπόν».

«Ναι, φυσικά». Σηκώθηκε από το ντιβάνι. «Αντίο, δόκτωρ…» Άφησε τη φράση της μετέωρη κι έκρυψε την αμηχανία πίσω από το πιο γλυκό χαμόγελό της. Είχε ξεχάσει το όνομά του.

Διακοπές… Δεν κατάφερε ούτε μια μέρα να κρατηθεί μακριά από το πληκτρολόγιο. Μια παράλογη ιδέα μεγάλωνε μέσα της: η γραφή κρατούσε την πραγματικότητα σταθερή.

Βρισκόταν στον κήπο της μαζί με τον Άλαν, με τον οποίον διατηρούσε σχέση. Κάθονταν σε δυο πολυθρόνες μπαμπού, εκείνος αφοσιωμένος στο κινητό του κι εκείνη στο λάπτοπ.

Τα μάτια της πηγαινοέρχονταν από την οθόνη στη θέα που ανοιγόταν μπροστά της. Πέρα από τον κήπο, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, απλωνόταν μια έκταση πρασίνου και μετά γκρεμός. Δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα, μα από κάτω υπήρχε λίμνη και έτσι η Τζούλια είχε γλιτώσει τη ζωή της, τη μέρα που το αυτοκίνητό της βγήκε από τον δρόμο.

Από ένα δέντρο κρεμόταν μια αυτοσχέδια κούνια φτιαγμένη από ένα μεγάλο λάστιχο δεμένο με σχοινί. Τρία παιδιά έπαιζαν εκεί. Η Τζούλια αναλογίστηκε ξανά την απουσία κιγκλιδώματος και τον ενδεχόμενο κίνδυνο που διέτρεχαν τα παιδιά κι ένα ρίγος τη διαπέρασε.

Φόβος έσφιξε το στομάχι της και πλάκωσε την καρδιά της. Όχι, δεν ήταν φόβος, ήταν πανικός. Σίγουρα έφταιγε το ατύχημα για αυτές τις κρίσεις. Το βλέμμα της επέστρεψε στο λάπτοπ. Τα δάχτυλά της άρχισαν να πληκτρολογούν και τα άσχημα συναισθήματα χάθηκαν…

Αναδιαμορφώνει την πραγματικότητα, διάβασε από μέσα της την πρόταση και τη διέγραψε αμέσως. Ανοίγει πύλες προς νέους κόσμους... Όχι, δεν ήταν αυτή η λειτουργία του ΜακΓκάφιν. Ναι, μπορούσε να σε πάει αλλού, αλλά ήταν κάτι παραπάνω από κλειδί. Πραγματοποιεί ευχές… Όχι, πολύ παρωχημένο, κλισέ και στην ουσία άκυρο. Το ΜακΓκάφιν δεν ήταν τζίνι σε λυχνάρι. Δημιουργεί νέες πραγματικότητες… Αυτό διαγράφηκε γιατί ήταν πολύ ξεκάθαρο. Η Τζούλια έγραφε το πέμπτο βιβλίο της σειράς και σκόπευε να γράψει τουλάχιστον άλλα τρία, οπότε έπρεπε να διατηρήσει το μυστήριο.

Ασυναίσθητα το βλέμμα της σηκώθηκε και είδε ξανά τα παιδιά. Αυτή τη φορά δεν ένιωσε τρόμο. Μόνο μια αδιόρατη μελαγχολία. Αποφάσισε να μπει μέσα στο σπίτι.

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Μάριος τον αστυνομικό. «Πώς μπήκε στο σπίτι μου;»

«Αυτό είναι ένα μυστήριο, που ίσως μας λύσει η ίδια αν συνέλθει».

«Αν;»

«Είναι σε κώμα. Οι γιατροί λένε πως μάλλον δεν θα ξυπνήσει…»

«Ναρκωτικά;»

«Όχι. Κανείς δεν ξέρει τι της συνέβη… Κύριε Ελευθερίου, η γυναίκα που βρέθηκε στο σπίτι σας είναι αγνοούμενη εδώ και δεκάξι χρόνια».

Ο Μάριος δεν απάντησε. Περίμενε να δει τι θα του έλεγε ο αστυνομικός. Εκείνος έσκυψε προς το μέρος του και χαμήλωσε τη φωνή του.

«Γνωρίζετε τι είχε συμβεί τότε στο σπίτι όπου διαμένετε τώρα;»

Ματωμένα δάχτυλα χτυπούσαν τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής… Τρόμος… Αγωνία… Ενοχή… Φρικτές εικόνες αναδύονταν από το υποσυνείδητο της Τζούλια… Και μια πράξη τόσο σκληρή και αποτρόπαια που πάντα λογοκρινόταν πριν φτάσει στην επιφάνεια του συνειδητού κι έμενε μόνο το συναίσθημα που προκαλούσε…

Η Τζούλια ξύπνησε με την καρδιά της να βροντοχτυπά. Ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Διψούσε.

Κίνησε προς την κουζίνα. Δεν είχε ανάψει φως, μα οι ακτίνες της σελήνης που τρύπωναν μέσα από τη τζαμαρία, αποκάλυπταν ένα θέαμα αφύσικο και ταυτόχρονα οικείο, αποκρουστικό μέσα στην απλότητά του, και απόλυτα λάθος. Τα τρία παιδιά που είχε δει το απόγευμα να παίζουν, βρίσκονταν τώρα στην κουζίνα της, καθισμένα στο τραπέζι κι έτρωγαν λαίμαργα μια σούπα. Το ζουμί πεταγόταν δεξιά κι αριστερά, κυλούσε στα σαγόνια τους, στο τραπέζι, στο πάτωμα… Τέτοια ήταν η μανία τους που πολλές φορές άνοιγαν τα στόματά τους για να χώσουν μέσα την επόμενη κουταλιά πριν ακόμη καταπιούν την προηγούμενη και το θαμπό πράσινο υγρό χυνόταν πάνω τους…

Φρίκη.

Η Τζούλια έκανε ένα βήμα πίσω.

«Πώς μπήκατε μέσα;» τραύλισε.

Το μεγαλύτερο από τα παιδιά σήκωσε το κεφάλι του προς το μέρος της και το αίμα της πάγωσε. Τα μάτια του ήταν άψυχα, σαν γυάλινα και το δέρμα του κέρινο. Τα τρία παιδιά στην κουζίνα της έμοιαζαν με πτώματα. Μια απροσδιόριστη μεταλλική μυρωδιά πλημμύρισε τον χώρο και η Τζούλια ούρλιαξε με όλη της τη δύναμη και σφάλισε τα βλέφαρά της. Χωρίς να ξέρει γιατί, ένιωσε ένοχη.

«Τζούλια!» Η φωνή του Άλαν έφτασε στα αυτιά της και λίγα δευτερόλεπτα μετά ένιωσε το άγγιγμά του. «Τζούλια, τι έγινε; Είσαι καλά;»

Εκείνη δεν ούρλιαζε πια. Βρισκόταν στην αγκαλιά του. Άνοιξε τα μάτια της και με χέρι που έτρεμε έδειξε την κουζίνα, χωρίς να τολμήσει να γυρίσει η ίδια.

«Ναι, τι;»

Η απορία του την έκανε να στρέψει αργά το κεφάλι της και να αντικρύσει ένα άδειο τραπέζι.

«Ήταν εκεί…» ψέλλισε, «Τα παιδιά που είδαμε το απόγευμα, ήταν εδώ κι έτρωγαν σούπα και…»

«Ποια παιδιά;»

«Τα παιδιά που έπαιζαν μπροστά από το σπίτι, στην κούνια, στο δέντρο!»

«Τζούλια, δεν υπήρχαν παιδιά…»

«Όχι, δεν θα τα είδες…»

«Τζούλια, άκουσέ με! Ήμουν μαζί σου στον κήπο όλο το απόγευμα. Δεν υπήρχαν παιδιά! Είχα τραβήξει και μερικές φωτογραφίες το δέντρο που λες, αν υπήρχαν παιδιά εκεί θα το θυμόμουν. Κοίτα!» Της έδωσε το κινητό του.

Η Τζούλια έψαξε τις φωτογραφίες. Σε αρκετές φαινόταν το δέντρο με την αυτοσχέδια κούνια. Ήταν πάντα άδεια.

Η Τζούλια όρμησε στο γραφείο του γιατρού με το λάπτοπ αγκαλιά. Έτρεμε. Έκλαιγε. Έκατσε στο πάτωμα, το άνοιξε κι άρχισε να γράφει με μανία.

«Τι πάθατε;» ρώτησε ανήσυχος ο γιατρός.

«Πρέπει να γράφω για να είμαι συγγραφέας. Γιατί είμαι η Τζούλια Ρόουζ, συγγραφέας της σειράς Αναζητώντας το ΜακΓκάφιν και όλα είναι σωστά έτσι. Αλλά αν δεν είμαι συγγραφέας… Τι είναι το ΜακΓκάφιν, αν όχι κάτι που επινόησα;»

«Δεν καταλαβαίνω…»

«Δεν θέλω να θυμηθώ αυτό που έχω ξεχάσει… Γιατί μου είπες να κάνω διακοπές, γιατρέ;»

«Δεν ευθύνεται αυτό για την κατάστασή σου». Η φωνή του ακούστηκε αλλιώτικη. «Επιπλέον, αυτό σου το είπε ο γιατρός, όχι εγώ. Απλά επέλεξες να του δώσεις τη μορφή μου».

Η Τζούλια δεν καταλάβαινε. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στη γραφομηχανή της. Γραφομηχανή; Θα ορκιζόταν ότι είχε λάπτοπ…

«Θα θυμηθείς σύντομα. Σε λίγο πεθαίνεις…»

Το κλάμα της έγινε σπαραγμός γιατί τώρα θυμόταν ποια ήταν. Τώρα γνώριζε τι είχε κάνει…

Η Ιουλία Τριανταφύλλου είχε δεχτεί με χαρά το ΜακΓκάφιν, μα δεν μπορούσε να το ενεργοποιήσει. Κάτι την κρατούσε πίσω· η οικογένειά της που ρουφούσε τη ζωή από μέσα της.

Κάποτε είχε πιστέψει ότι θα ήταν ευτυχισμένη. Ο Σταμάτης της είχε υποσχεθεί ότι θα τη στήριζε, ότι θα την αγαπούσε, ότι θα τη βοηθούσε να συνδυάσει τη μητρότητα με τις σπουδές. Δεν τήρησε τις υποσχέσεις του. Λίγα χρόνια μετά τον γάμο τους, ήταν ένας αδιάφορος σύζυγος που την απατούσε κι εκείνη μια μητέρα που ποτέ δεν θα έκανε καριέρα. Υπήρχαν στιγμές που ήθελε να τον σκοτώσει.

Ποτέ δεν σκέφτηκε να χωρίσει, ούτε να πάει σε ψυχολόγο, έτσι η κατάστασή της χειροτέρευε συνέχεια. Είχε τόσες δυνατότητες, ήταν καλή μαθήτρια, θα μπορούσε να φτάσει ψηλά. Αντ’ αυτού, ήταν σκυμμένη στα σκαλιά ενός ξενοδοχείου και καθάριζε με το σφουγγαρόπανο τον ξεραμένο εμετό ενός τουρίστα από τη μοκέτα. Η μέση της πονούσε, τα πόδια της είχαν πρηστεί, μα στο σπίτι αντί για ξεκούραση την περίμενε νέος Γολγοθάς. Έπρεπε να καθαρίσει, να συγυρίσει, να μαγειρέψει, να φροντίσει τα τρία παιδιά και τον υπερμεγέθη μπέμπη που είχε παντρευτεί. Τότε είχε σκεφτεί να πιει τη χλωρίνη, μα δεν το έκανε.

Δεν ήταν συνέχεια τόσο άσχημα. Υπήρχαν καλές στιγμές, που ένιωθε ότι τους αγαπούσε. Μα υπήρχαν και οι κακές στιγμές, οι στιγμές που δεν άντεχε άλλο και, όσο περνούσαν τα χρόνια, οι κακές στιγμές αυξάνονταν.

Το μοιραίο βράδυ, ήταν μια από τις κακές στιγμές που η Ιουλία μισούσε τον εαυτό της, τον Σταμάτη, τα παιδιά τους… Γι’ αυτό δεν δυσκολεύτηκε να πάρει την απόφαση. Θα τους σκότωνε όλους. Έτσι, θα ενεργοποιούσε το ΜακΓκάφιν και θα έφτιαχνε μια νέα πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα στην οποία θα είχε απορρίψει τον Σταμάτη, δεν θα είχε μείνει έγκυος στα δεκαεπτά της και θα είχε γίνει συγγραφέας. Έπεισε τον εαυτό της ότι δεν θα σκότωνε πράγματι τα παιδιά της, γιατί αφού θα λειτουργούσε το ΜακΓκάφιν, δεν θα γεννιούνταν ποτέ. Έπεισε τον εαυτό της ότι η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας θα ακύρωνε την ήδη υπάρχουσα και δηλητηρίασε τη σούπα.

Μετά τα φονικά είδε ότι το ΜακΓκάφιν είχε πάρει σχήμα και μορφή. Θυμήθηκε τα λόγια του κυρίου ΜακΓκάφιν: «Δεν μπορώ να σου πω πώς μοιάζει, για τον καθένα είναι κάτι διαφορετικό. Μόλις θα είσαι σε θέση να το ενεργοποιήσεις, τότε θα το δεις με την κατάλληλη για σένα μορφή και θα ξέρεις τι να κάνεις».

Το ΜακΓκάφιν της ήταν μια γραφομηχανή. Άρχισε να γράφει τη ζωή που ήθελε να ζήσει και να υφαίνει μια νέα πραγματικότητα. Η Ιουλία χάθηκε… Τώρα υπήρχε μόνο η Τζούλια Ρόουζ.

«Δεν έχουμε ούτε έναν χρόνο που αγοράσαμε το σπίτι!» φώναξε η Αθανασία. «Δεν καταλαβαίνω τι σε έπιασε…»

«Αγάπη μου, αυτή η γυναίκα λέγεται Ιουλία Τριανταφύλλου και…»

«Και κάποτε ζούσε εδώ. Ωραία, θα αλλάξουμε κλειδαριές και θα είμαστε μια χαρά!»

«Πριν δεκάξι χρόνια δηλητηρίασε τον άντρα της και τα παιδιά της κι εξαφανίστηκε». Ο Μάριος μοιράστηκε με τη γυναίκα του αυτό που τον βάραινε. «Τώρα επανεμφανίστηκε… Δεν θέλω να μένουμε εδώ…»

Η Αθανασία τον αγκάλιασε. «Καταλαβαίνω».

Η Ιουλία έκλαιγε, ούρλιαζε, χτυπιόταν, κοπανούσε τα πλήκτρα. Έπρεπε να κάνει ξανά το ΜακΓκάφιν της να λειτουργήσει. Δεν άντεχε τον πόνο. Έπρεπε να ξεχάσει, να γίνει ξανά η Τζούλια. Δεν άντεχε να ξέρει ότι είχε σκοτώσει τα παιδιά της…

«Δεν έχει νόημα πια», είπε ο άνδρας που στεκόταν πλάι της και η Ιουλία κατάλαβε ότι ήταν ο κύριος ΜακΓκάφιν, που κάποτε της είχε δώσει ένα κουτί με ένα παράξενο αντικείμενο. «Πάμε».

«Πού;»

«Θα καταλάβεις…»

Η Ιουλία ακολούθησε τον κύριο ΜακΓκάφιν έξω από το γραφείο και βρέθηκε σε έναν διάδρομο νοσοκομείου. Κόσμος πηγαινοερχόταν μα κανείς δεν τους έβλεπε.

«Γιατί με έβαλες να το κάνω αυτό;» ψέλλισε ανάμεσα σε λυγμούς.

«Δεν σε έβαλα να κάνεις τίποτα. Σου είπα μόνο ότι για να λειτουργήσει το ΜακΓκάφιν, πρέπει να απαγκιστρωθείς από ό,τι σε κρατάει πίσω».

Έσκυψε το κεφάλι. Θυμόταν. Δεν ευθυνόταν ο κύριος ΜακΓκάφιν για τις πράξεις της. Μόνη της είχε αποφασίσει ότι για να απαγκιστρωθεί έπρεπε να σκοτώσει την οικογένειά της. Μόνη της είχε δηλητηριάσει τη σούπα…

«Γιατί δεν λειτουργεί;»

«Κοίτα». Της έδειξε δυο νοσηλευτές που έβγαζαν το άψυχο κορμί της από ένα δωμάτιο. «Πέθανες. Χωρίς εσένα, το ΜακΓκάφιν σου είναι απλά ένα αντικείμενο».

«Πώς…;»

«Τροχαίο. Έπεσες σε κώμα. Το ΜακΓκάφιν άρχισε να χάνει ενέργεια κι επέστρεψες. Ό,τι έζησες μετά το ατύχημα ήταν στο μυαλό σου…»

«Είσαι ο διάβολος;»

«Είμαι ο κύριος ΜακΓκάφιν».

Έφτασαν μπροστά σε έναν ανελκυστήρα. Η πόρτα του άνοιξε.

«Από εδώ και πέρα συνεχίζεις μόνη σου».

Η Ιουλία ήξερε πως ο ανελκυστήρας της πήγαινε μόνο κάτω. Ό,τι κι αν την περίμενε εκεί, της άξιζε. Μπήκε μέσα και οι πόρτες έκλεισαν πίσω της.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Ράνια Νικολακοπούλου είναι απόφοιτη ΦΠΨ και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής Tabula Rasa. Το πρώτο της βιβλίο, «Η Τελετή του Αίματος», κέρδισε το δεύτερο βραβείο Everly στην κατηγορία καλύτερο βιβλίο τρόμου Έλληνα συγγραφέα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Momentum. Εκτός από τη συγγραφή, αγαπάει τη ζωγραφική και το θέατρο. Έχει παρουσιάσει θεατρικά δρώμενα στα Reflections at Death Disco και έχει συμμετάσχει σε διάφορες παραστάσεις με ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά