Ματωμένες Βαλκυρίες

by Λίνα Κλεφτάκη

Ματωμένες Βαλκυρίες! Δεν είναι ένα όνομα που μπορείς να ξεχάσεις εύκολα, αν το ακούσεις. Σε κάνει να αναρωτιέσαι τι είδους πλάσματα μπορεί να είναι και τι κάνουν; Θα σου δώσω ένα στοιχείο. Είμαστε πλάσματα της νύχτας και τρεφόμαστε με αίμα, όμως διαφέρουμε από τους βρικόλακες. Η ομορφιά μας ξεπερνάει εκείνη των ξωτικών, αλλά ποτέ κάποιος δεν θα μπορούσε να μας περιγράψει, ως αγνά πλάσματα. Η γοητεία μας είναι το καλύτερο όπλο στο κυνήγι για την λεία μας, όμως δεν έχουμε καμία σχέση με τις σούκουμπους. Όταν όμως μας θυμώσεις, μπορούμε να γίνουμε το πιο κακό τέρας, απ’ όσα έχεις αντικρίσει ως τώρα.

Το μοναδικό μας μειονέκτημα είναι πως δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνες μας και δεν εννοώ ότι χρειαζόμαστε μια αγέλη. Γεννιόμαστε από την μαγεία ενός Νεκρομάντη, ο οποίος είναι ο αφέντης, ο πατέρας ή ο εραστής μας. Δουλεύουμε γι’ αυτόν, δίχως αντιρρήσεις και τον υπακούμε σαν θεό μας. Οι δουλειές που μας αναθέτει, συνήθως καταλήγουν σε αιματοχυσία, εξαιτίας της σκοτεινής μας φύσης, γι’ αυτό μην μας κατηγορείς για τα πτώματα που σπέρνουμε στον διάβα μας. Σου υπόσχομαι πως τα πνεύματά τους δεν μένουν βασανισμένα στην γη. Τα καθοδηγούμε εκεί, όπου πραγματικά ανήκουν. Όμως αυτό είναι κάτι που το είδος σου δεν δέχεται και κυρίως οι άνθρωποι που πιστεύουν σε έναν θεό διαφορετικό από τον δικό μας. Γι’ αυτό θέλω να σου πω μια ιστορία. Να σου αποκαλύψω το βράδυ που το είδος σου με σκότωσε, διότι δεν αναγνώρισε την ομορφιά της δικής μου ύπαρξης.

Ήταν λίγο αργότερα από τα μεσάνυχτα, όταν αποφάσισα να φύγω από το πανδοχείο που έμενα, για να συγκεντρώσω τις πληροφορίες που χρειαζόμουν για τον άρχοντά μου. Ο οδηγός και το υπηρετικό προσωπικό μου με περίμεναν παραταγμένοι στο πλάι μιας άμαξας. Το ταξίδι μας ήταν μακρύ και ακολουθούσε έναν έρημο δρόμο μέσα από τα βουνά, παρόλα αυτά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα πέφταμε πάνω σε ενέδρα ληστών. Στον κόσμο μας, όπου τα τέρατα κυριαρχούν την νύχτα, σπάνια κάποιος θα τολμήσει να τα ενοχλήσει. Σταμάτησαν την άμαξά μας κραδαίνοντας όπλα, τρομερά στην όψη, ενώ ήταν ντυμένοι με φτηνή, θαμπή πανοπλία.

Το βλέμμα τους άστραψε στην παρουσία μου και ο αρχηγός τους βγήκε μπροστά έχοντας ένα ειρωνικό χαμόγελο ασέλγειας χαραγμένο στο βρόμικο πρόσωπό του. Οι σκοτεινές σκέψεις του ικανοποίησαν την πείνα μου. Με εξόργισαν και με έπεισαν πως έπρεπε να τον σκοτώσω. Όχι για να τραφώ… Με πλησίασε και άπλωσε το χέρι του για να αγγίξει το παιδικό μου σώμα. Τα χέρια του όμως δεν πρόλαβαν να κλείσουν γύρω από το κολάρο του φορέματός μου. Η κίνησή μου ήταν γρηγορότερη και προσεγμένη.

«Μην με αγγίζεις με τα βρόμικα χέρια σου». Ψιθύρισα με τα μάτια μου να λάμπουν σαν αναμμένα κάρβουνα, τινάζοντας παιχνιδιάρικα τα λευκά μου μαλλιά.

Οι υπόλοιποι άντρες θα μπορούσαν να είχαν αρπάξει την ευκαιρία, να φύγουν και να σώσουν τις ζωές τους. Ο εγωισμός τους όμως, δεν τους επέτρεψε να αφήσουν ένα παιδί να τους ατιμάσει. Όπως ήταν λογικό και εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να αποφύγω την πρόκληση που μου πρόσφεραν. Επιτέθηκα κόβοντας με τα νύχια μου τα κεφάλια τους, σκίζοντας με τα δόντια μου τους λαιμούς τους και επιτρέποντας στο ζεστό τους αίμα να λάμψει πανέμορφο στο φως του φεγγαριού και το μαγευτικό φόντο του ουρανού.

«Λαίδη Ίζομπελ, τρεις άντρες ξέφυγαν».

«Αφήστε τους. Δεν πρέπει να κάνουμε τον αφέντη να περιμένει». Πάω να πω, όμως μια λεπίδα ήρθε απειλητικά προς τον λαιμό μου.

Την έπιασα με τα δάχτυλά μου και μόρφασα διασκεδάζοντάς το. Πόσο ανόητο να πετάς την ευκαιρία για ζωή που σου έδωσα. Επιτέθηκες ξανά, όμως όση δύναμη και αν έβαζες, ήμουν πολύ πιο γρήγορη από τις αξιολύπητες προσπάθειές σου. Κάποια στιγμή πρέπει να κατάλαβες ότι δεν θα νικούσες, γιατί οπισθοχώρησες αρκετά βήματα μακριά μου και πέταξες το σπαθί σου στο έδαφος. Στένεψα τα μάτια μου από περιέργεια, όμως δεν προέβλεψα την επόμενη κίνησή σου. Φαινόσουν τόσο ασήμαντος στα μάτια μου και όμως είχες ένα φυλαχτό, όπου η δύναμή του με τύφλωσε. Ένας χρυσός, άυλος δράκος σε τύλιξε και όρμησε προς το μέρος μου.

Δεν κατάλαβα τι συνέβη, τι με χτύπησε και αν με πλήγωσε. Το σίγουρο είναι ότι με επηρέασε. Η όρασή μου άρχισε να ξεθωριάζει, ώσπου στο τέλος μαύρισε. Η αγάπη μου για τον άρχοντά μου λιγόστεψε και κάποια στιγμή εξαφανίστηκε αφήνοντάς με μόνη. Μια Ματωμένη Βαλκυρία ποτέ δεν μπορεί να μείνει μόνη. Πεθαίνει! Ο ήλιος με συνάντησε το επόμενο πρωί και με έκαψε. Ήμουν τόσο ανήμπορη που δεν μπόρεσα  να κουνηθώ από την θέση μου, για να προστατευτώ.  Με άφησες να καώ. Όμως μην ανησυχείς. Ο αφέντης μου με γύρεψε και με ανέστησε.

Μπορείς να κρυφτείς και να ζητήσεις βοήθεια. Όσο όμως και αν τρέξεις, θα σε βρω. Και τότε θα σε σκοτώσω.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά