Μαύρα μαλλιά (Μέρος Α’)

by Nyctophilia

Η νύχτα ήταν δροσερή… Το καλοκαιρινό κύμα άφριζε, δημιουργώντας απαλούς κυματισμούς, μια μουσικότητα που καθιστούσε την παραλία ιδανική για παρέες. Και φυσικά ερωτευμένα ζευγάρια. Διόλου παράξενο που οι δυο εραστές επέλεξαν να περάσουν εκεί το βράδυ τους. Μακριά απ’ τα φώτα του νησιού, με μόνη συντροφιά τη θάλασσα και τον ουρανό, χάρηκαν τον έρωτα τους ξαπλωμένοι στην άσπρη άμμο. Κι όταν έσβησαν το νεανικό τους πόθο, θέλησαν να πάνε μια βόλτα μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα, πάντα με συντροφιά το κύμα. Μπήκαν έτσι στη βάρκα τους και κατευθύνθηκαν προς το πέλαγος. Δεν υπήρχε λόγος να φοβούνται. Το φεγγάρι τους έδινε όσο φως χρειάζονταν και ο καιρός ήταν εντελώς ήρεμος. Ούτε ρυτίδα δεν τσαλάκωνε την επιφάνεια του νερού.

Υπήρχε ωστόσο κάτι που οι δυο ερωτευμένοι αγνοούσαν. Ή μάλλον θέλησαν να αγνοήσουν. Ήταν οι φήμες. Φήμες για επικίνδυνα νερά που κανείς δεν έπρεπε να πλησιάζει, ειδικά τις νυχτερινές ώρες. Το πιο επικίνδυνο μέρος φημολογούνταν ότι ήταν οι σπηλιές, αν και κανείς δεν ήξερε με ακρίβεια πού είναι. Χαμένες πίσω από τους βράχους της θάλασσας, σε σημεία δυσπρόσιτα ακόμα και για τους έμπειρους ναυτικούς. Κανείς δεν ήξερε πού οδηγούσαν, ούτε τι υπήρχε μέσα. Ούτε ήθελαν να μάθουν. Φοβόντουσαν… Υπήρχαν θρύλοι πως τα σπήλαια ήταν στοιχειωμένα και ότι ακούγονταν απόκοσμες κραυγές από μέσα, λες και ούρλιαζαν μαινάδες στα βάθη τους. Για τους δυο νέους όμως αυτά ήταν μόνο ιστορίες. Χαζές ιστορίες που δεν έπρεπε να επηρεάσουν τη διάθεση τους. Εξάλλου ούτε αυτοί ήξεραν πού είναι το σημείο με τις σπηλιές. Και δεν είχαν καμιά όρεξη να το ψάξουν.

Το υπέροχο τοπίο και η ηρεμία της θάλασσας διέψευδαν τις ντόπιες τρομακτικές ιστορίες. Το μόνο που ανησυχούσε τους δυο ερωτευμένους ήταν μη χαλάσει κάποιος αδιάκριτος την ηρεμία τους. Αυτό όμως ήταν απίθανο. Σπάνια έβγαινε κάποιος στα ανοιχτά της θάλασσας τις νυχτερινές ώρες, πόσο μάλλον στη συγκεκριμένη περιοχή. Έτσι, δε δίστασαν να βγάλουν τα ρούχα τους και να βουτήξουν στα όμορφα νερά. Τα γέλια και τα πλατσουρίσματά τους χαλούσαν την ησυχία της νύχτας, δίνοντας την εντύπωση ότι ολόκληρη παρέα από πιτσιρίκια έπαιζαν μες στα νερά. Το ερωτικό βράδυ κυλούσε τέλεια, όταν ξαφνικά το γέλιο της κοπέλας κόπηκε απότομα. Δίχως προφανή λόγο, άρχισε να φωνάζει και να κάνει νευρικές κινήσεις μες στο νερό. Ο σύντροφός της παραξενεύτηκε. Τη ρώτησε αν έπαθε τίποτα ή αν πονάει κάπου. Η ξέγνοιαστη όψη της  Τζίας είχε χαθεί:

– Κάτι μ’ ακούμπησε στο πόδι…

Ο φίλος της προσπάθησε να την ηρεμήσει, λέγοντας της ότι το πιθανότερο ήταν να είναι κάποιο ενοχλητικό ψάρι. Η κοπέλα προσπάθησε να ηρεμήσει, όμως τινάχτηκε έντρομη για δεύτερη φορά, σίγουρη ότι κάτι της χάιδευε τα πόδια. Το ένιωθε σαν λεπτά φύκια, λες και είχε πέσει σε ολόκληρο θαλάσσιο θάμνο. Άρχισε να τσιρίζει και να χτυπιέται, κολυμπώντας ως το σκάφος. Ο σύντροφός της όμως δεν ήθελε να τελειώσει έτσι άδοξα το υπέροχο βράδυ τους. Έτσι, προσπαθώντας να σώσει όση ρομαντικότητα έμεινε (και ίσως για να παραστήσει και λίγο τον ήρωα) πήρε τη μάσκα του και βούτηξε κάτω απ’ την επιφάνεια να δει τι ήταν αυτό που την είχε τρομάξει. Το ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε το βυθό, μπορούσε να δει πολύ καθαρά. Δε βρήκε κάτι το αξιόλογο όμως, πέρα από μερικά περαστικά ψαράκια.. Έψαξε αρκετά, αυτό όμως ήταν όλο κι όλο όσα μπορούσε να δει. Έπεισε με παρακάλια τη φίλη του να ξαναβουτήξει, να περάσουν όμορφα όσο βράδυ τους έμεινε. Η Τζία τελικά υπάκουσε, ωστόσο στο μυαλό της άρχισαν να παρελαύνουν μια – μια οι τρομακτικές ιστορίες που διηγιόντουσαν οι ηλικιωμένοι σχετικά με τους κινδύνους που καιροφυλακτούσαν στο συγκεκριμένο σημείο της θάλασσας. Ο καλός της προσπάθησε να της εξηγήσει ότι απλά είχε επηρεαστεί, όταν ξαφνικά το ένιωσε κι αυτός. Ήταν μια τρομακτική αίσθηση. Σα τον χάιδευαν λεπτά πλοκάμια ή μια τεράστια μέδουσα. Δεν ένιωθε τον παραμικρό πόνο όμως. Λες και μάντεψε την ανατριχίλα του, η κοπέλα του φόρεσε τη μάσκα και βούτηξε κάτω απ’ την επιφάνεια.

Το φεγγάρι φώτιζε τη θάλασσα, ωστόσο τα νερά ήταν πολύ βαθιά και δε μπορούσε να δει ως το βυθό. Ήταν έτοιμη να αναδυθεί ξανά, εκείνη τη στιγμή όμως αντιλήφθηκε πως κάτι κινούταν από κάτω τους. Ήταν μια μεγάλη μαύρη μάζα που κυμάτιζε ήρεμα και ρυθμικά, σαν νήματα μιας πελώριας ανεμώνης. Νόμισε ότι ήταν κάποια μεγάλη τσούχτρα, όταν όμως το πράγμα κινήθηκε προς τα πάνω είδε ότι δεν ήταν ζώο: ήταν μαλλιά. Πριν συνέλθει από το σοκ, τα μαύρα μαλλιά κινήθηκαν μες στα σκοτεινά νερά και διέκρινε με τρόμο μια μορφή… Μια παράξενη γυναικεία φιγούρα την κοίταζε με γουρλωμένα μάτια απ’ το βυθό της θάλασσας. Το δέρμα της έμοιαζε σάπιο και είχε ένα παραμορφωμένο χαμόγελο στο στόμα της.

Φρίκη κατέκλυσε τη Τζία. Φρίκη ανείπωτη. Βγήκε στην επιφάνεια σε κατάσταση πανικού και άρχισε να κολυμπά μισοπνιγμένη προς το σκάφος. Ο φίλος της δεν τη ρώτησε το παραμικρό. Την ακολούθησε κι αυτός και τελικά ανέβηκαν και οι δυο στη βάρκα σώοι. Πριν προλάβει να τη ρωτήσει τι είδε που την τρόμαξε τόσο, έβαλε μπρος  τη μηχανή να φύγουν από εκείνο το καταραμένο σημείο, όμως το πλεούμενο δεν ξεκίνησε. Αντίθετα άρχισε να κινείται παλινδρομικά, πέρα δώθε, σαν μωρουδίστικη κούνια. Κάτι το κινούσε από κάτω, χωρίς να το αφήνει να ξεκινήσει. Το ζευγάρι πανικοβλήθηκε, άρχισε να φωνάζει βοήθεια.  Κανένας όμως δεν υπήρχε εκεί κοντά. Η βάρκα συνέχισε να κινείται πιο βίαια λες και βρισκόταν σε φουρτούνα. Ο, τι κι αν ήταν από κάτω ήθελε να τους ρίξει στη θάλασσα. Κι εφόσον δεν το κατάφερνε, αποφάσισε ν’ ανέβει το ίδιο επάνω.

Ένα γλιτσιασμένο χέρι βγήκε απ’ το νερό και άρπαξε την κουπαστή. Μες από τη θάλασσα ξεπρόβαλε μια φρικιαστική μορφή, σαν κινούμενο πτώμα. Πίσω απ’ τα μακριά μαύρα μαλλιά μισοφαινόταν ένα απαίσιο πρόσωπο που χαμογελούσε απειλητικά. Προσπαθούσε ν’ ανέβει στη βάρκα. Η Τζία δεν βρήκε καν φωνή να ουρλιάξει. Ο νεαρός, προσπαθώντας μάταια να συγκρατήσει την αυτοκυριαρχία του, άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει στο πλάσμα, όταν κάτι κινήθηκε από την άλλη μεριά της βάρκας. Έμοιαζε με τη φρικιαστική μορφή που τους στοίχειωνε. Ο άντρας, έχοντας τα τελείως χαμένα,  προσπάθησε για δεύτερη φορά να επικοινωνήσει κάπως με τα φαντάσματα ή ο, τι άλλο ήταν. Η Τζία δεν ακολούθησε το παράδειγμα του και κλείστηκε έντρομη στη μικρή καμπίνα. Τόσο το καλύτερο γι’ αυτή. Ίσα που πρόλαβε να κλείσει την πορτίτσα, όταν οι δυο μυστηριώδεις φιγούρες ανέβηκαν στο σκάφος και όρμισαν στο σύντροφό της. Τα ουρλιαχτά του θα βούιζαν στο κεφάλι της για το υπόλοιπο της ζωής της… Μη μπορώντας να κάνει τίποτα για να τον σώσει, τον άκουγε να ουρλιάζει σπαραχτικά, καθώς τα δυο τέρατα τον καταξέσκιζαν, τρώγοντας τον κυριολεκτικά ζωντανό.

Η απουσία των δυο νεαρών γέμισε ανησυχία τις οικογένειές τους, αλλά και ολόκληρο το νησί. Όσο περνούσαν οι ώρες τόσο περισσότερος φόβος υπήρχε, ώσπου βγήκε το λιμενικό στα ανοιχτά της θάλασσας για να τους ψάξει. Τελικά η βάρκα βρέθηκε, μόνη και ακυβέρνητη.

Όταν οι λιμενικοί ανέβηκαν πάνω στο μικρό πλεούμενο, που για ώρες χτυπιόταν μοναχό του στα κύματα, το βρήκαν πλημμυρισμένο στο αίμα. Ολόκληρο το σκάφος είχε βαφτεί κόκκινο. Από τον ιδιοκτήτη του δεν υπήρχε ίχνος. Μέσα στην καμπίνα υπήρχε μια έφηβη σε κατάσταση παραληρήματος. Άδικα προσπάθησαν να μάθουν τι έγινε. Η κοπέλα έκλαιγε και γελούσε μαζί σε σημείο υστερίας, λέγοντας ασυναρτησίες για παράξενες μορφές και γυναίκες του βυθού.

Βέβαια, όταν ανακατεύεται η αστυνομία σε υποθέσεις που αφορούν αγνοούμενους ή νεκρούς, τέτοιου είδους ιστορίες δεν ισχύουν ποτέ και περνάνε στη σφαίρα της μυθοπλασίας. Ο νόμος θεωρεί τέτοιες μαρτυρίες παραμύθια και όχι άδικα, αφού πάντοτε ο ένοχος είναι άνθρωπος με σάρκα και οστά. Το ότι οι δυο νέοι ήταν μόνοι στη βάρκα, αυτόματα καθιστούσε ύποπτη τη Τζία, που ορκιζόταν ωστόσο ότι δεν έκανε κακό στον φίλο της, ότι τον αγαπούσε και ότι κάτι παράξενο του επιτέθηκε. Στο πλευρό της ήταν η Ηλέκτρα, η καλύτερή της φίλη. Όταν τα γεγονότα διαδόθηκαν ανησύχησε ιδιαίτερα, πόσο μάλλον όταν έμαθε ότι ο φίλος της κολλητής της είχε πεθάνει και μάλιστα με φρικτό τρόπο. Δεν ήταν η μόνη που ανησυχούσε όμως. Η τραγωδία είχε δώσει μέσα σε μια μόνο νύχτα τροφή στις ήδη υπάρχουσες διαδόσεις κι αν πριν υπήρχε απλώς ένα αλλόκοτο συναίσθημα για τη στοιχειωμένη περιοχή του νησιού, πλέον είχε μετατραπεί σε φανερή ανησυχία που κανείς δεν προσπαθούσε να κρύψει ή να σνομπάρει. Το σοκ που προκάλεσε ο θάνατος του νεαρού άντρα ήταν μια γροθιά στο στομάχι για τους σκεπτικιστές, που πάντα αμφισβητούσαν τα όσα λέγονταν για τα σπήλαια και τη γενικότερη περιοχή γύρω απ’ αυτά, ενώ όσοι τα πίστευαν είχαν ύφος ανωτερότητας και φόβου μαζί. Σαφώς υπήρχαν κι αυτοί που έλεγαν ξεδιάντροπα ότι η Τζία ήταν αυτή που δολοφόνησε τον άτυχο άντρα και χρησιμοποιούσε ανόητες διαδόσεις για να κοροϊδέψει το νόμο και τους εύπιστους. Η Ηλέκτρα όμως απέρριψε από την πρώτη στιγμή αυτό το ενδεχόμενο. Ακόμα κι αν ήταν ένοχη η φίλη της δεν είχε κανένας δικαίωμα να τη δικάσει, πλην των υπεύθυνων. Προσπάθησε έτσι να κρατήσει το μυαλό της καθαρό και νηφάλιο, ανεπηρέαστο από τους κουτσομπόληδες της περιοχής.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, ταλαιπωρημένη από τα γεγονότα εκείνης της άθλιας μέρας. Οι καταθέσεις, οι εξηγήσεις και οι διαδόσεις – που από στόμα σε στόμα αλλοιώνονταν όλο και πιο πολύ – την είχαν κουράσει απίστευτα. Ήλπιζε μόνο να βρεθεί διέξοδος στο δράμα της Τζιας, που όχι μόνο έχασε τον αγαπημένο της, αλλά κινδύνευε να βρεθεί και πίσω από τα σίδερα. Πιστός της σύμμαχος ήταν ο Αλέξανδρος, ο καλύτερός της φίλος που διαρκώς την ενθάρρυνε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Και η ίδια ήθελε να το πιστέψει, δύσκολο όμως. Το «όλα θα πάνε καλά» είναι συνηθισμένη πρόταση, που όμως δεν έχει πάντα αντίκτυπο στην πραγματικότητα. Εκτός του ότι κανένας δε μπορούσε να αποφασίσει με βεβαιότητα αν και πότε έπρεπε να ξαναμπεί στη θάλασσα, παρόλο που η καθημερινότητά τους εξαρτιόταν απ’ αυτό.

Για να ηρεμήσουν λίγο οι δυο φίλοι αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα, να συζητήσουν τα γεγονότα… Το «φίλοι» δεν είναι η πιο κατάλληλη λέξη. Η Ηλέκτρα ένιωθε βέβαια τον Αλέξανδρο πραγματικό της φίλο και τον εμπιστευόταν, όμως εκείνος είχε άλλα συναισθήματα γι’ αυτή. Την αγαπούσε, την ήθελε δική του. Όμως η Ηλέκτρα, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά τον έρωτά του γι’ αυτή, τον έβλεπε πάντα σαν ιδανική παρέα και έτσι ήθελε να μείνουν.

Λόγω των γεγονότων κανένας δεν είχε βγει εκείνη τη μέρα με βάρκα στα ανοιχτά. Ούτε καν πλησίαζαν τη θάλασσα. Το νησί ήταν γεμάτο κόσμο, ήταν δύσκολο να βρουν ένα ήσυχο μέρος να κάτσουν. Έτσι περπατούσαν άσκοπα εδώ και κει. Το βλέμμα της Ηλέκτρας πλανιόταν αδιάφορα δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας να διακρίνει κανένα γνωστό. Πρώτος βρήκε ο Αλέξανδρος, αν και το άτομο που συνάντησε δεν του γέμιζε το μάτι:

– Ωχ όχι, μόρφασε με περιφρόνηση. Το φρικιό.

Το «φρικιό» είχε όνομα. Τον έλεγαν Καλλίμαχο. Ήταν ο παράξενος του νησιού. Ένας αντικοινωνικός νεαρός που δεν είχε ούτε φίλους ούτε δουλειά και δε μιλούσε σε κανένα. Δεν ήταν ντόπιος και όλοι τον απέφευγαν. Κι αυτό ήθελε, να τον αφήνουν στην ησυχία του. Με εκκεντρικά μαύρα ρούχα και μακριά μαύρα μαλλιά, δεν ήταν αυτό που οι άλλοι χαρακτηρίζουν «καθωσπρέπει». Η Ηλέκτρα ωστόσο έβρισκε άδικο το χαρακτηρισμό, τη στιγμή που κανένας δεν τον γνώριζε πραγματικά. Ενώ προσπερνούσαν το σημείο που καθόταν, ολομόναχος όπως πάντα, τον κοίταξε διακριτικά. Το πρόσωπό του δεν είχε κάτι το απεχθές. Το αντίθετο. Ήταν όμορφο, με ευγενικά χαρακτηριστικά. Ο νεαρός πρόσεξε ότι τον κοιτούσε και ανταπέδωσε τη ματιά του. Η κοπέλα απέστρεψε γρήγορα το βλέμμα, δεν ήθελε να έρθει σε δύσκολη θέση. Ένιωθε όμως τα μάτια του να καρφώνονται ακόμα πάνω της… Σαν πράσινοι καθρέφτες που προσπαθούσαν να την παγιδέψουν.

Το απόγευμα τέλειωσε, ήρθε η νύχτα με τη δροσιά και τ’ αστέρια της και η Ηλέκτρα ακόμα ένιωθε τα μάτια του παράξενου άντρα στην ψυχή της. Τον ήξερε αρκετό καιρό εξ όψεως, ποτέ όμως δεν τον είχε παρατηρήσει. Και σήμερα που τον πρόσεξε για πρώτη φορά ένιωσε να βυθίζεται μέσα του. Λες και τα μάτια του την είχαν υπνωτίσει. Τον σκεφτόταν, τον σκεφτόταν συνέχεια. Τον είδε στον ύπνο της το βράδυ. Ξημέρωσε η επόμενη μέρα και τον σκεφτόταν ακόμα. Δε χρειαζόταν κάτι άλλο για να  καταλάβει ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Δεν τον γνώριζε, δεν είχαν πει ποτέ ούτε μια καλημέρα, από κείνη τη στιγμή όμως θέλησε να τον μάθει καλύτερα. Να τον γνωρίσει, να κάνουν παρέα… Της είχε φανεί μάλιστα ότι της χαμογέλασε, ελάχιστα μεν, αλλά οι άκρες των χειλιών του είχαν ανασηκωθεί. Αυτό και μόνο της έδινε ελπίδες. Και όσο οι μέρες περνούσαν, ο ενθουσιασμός της αντί να περνάει, φούντωνε όλο και πιο πολύ. Ήταν όλη μέρα έξω με την ελπίδα να βρει κάπου τον Καλλίμαχο, να του πει ένα γεια. Προσπαθούσε να δείχνει ήρεμη όπως πάντα, όμως τα άτομα από το περιβάλλον της κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η ανορεξία της, η αφηρημάδα και η αλλαγμένη της συμπεριφορά διαβεβαίωναν ότι κάποιος είχε εμπλακεί στα συναισθήματά της. Δεν μπορούσαν όμως να φανταστούν ποιος  ήταν αυτός που είχε κερδίσει την καρδιά της, ούτε την πίεζαν να τους πει. Το πάθος της Ηλέκτρας όμως πλήγωνε άθελά της κάποιον άλλον: ο Αλέξανδρος, που έτρεφε έντονα συναισθήματα γι’ αυτή, δε μπορούσε να παραδεχτεί ότι η αγαπημένη του φίλη γλυκοκοίταζε άλλον. Η Ηλέκτρα βέβαια ήταν ξεκάθαρη μαζί του από την πρώτη στιγμή και ποτέ της δεν τον είχε δει ερωτικά, άσχετα από τον μυστηριώδη μελαχρινό. Βαθιά πληγή βασάνιζε τα σωθικά του νέου άντρα, προσπαθούσε όμως να φέρεται όπως πάντα, από φόβο μην τη χάσει τελείως.

Ύστερα από τη βασανιστική αναμονή μιας ολόκληρης εβδομάδας, η Ηλέκτρα στάθηκε επιτέλους τυχερή: ενώ έκανε τη συνηθισμένη της βόλτα στο νησί, είδε τον αγαπημένο της να κάθεται μόνος σ’ ένα βράχο δίπλα στη θάλασσα. Ρέμβαζε μελαγχολικά, κοιτάζοντας το φωτεινό ορίζοντα. Η καρδιά της άρχισε να χορεύει. Ήταν καταπληκτική ευκαιρία να τον πλησιάσει, να ανταλλάξουν δυο λόγια και – γιατί όχι; – να γίνουν φίλοι. Αν και η όψη του Καλλίμαχου δεν ήταν πολύ ενθαρρυντική: ο νεαρός ήταν πάντα αγέλαστος και ανέκφραστος. Από την άλλη όμως ίσως να ήταν η απουσία μιας συντροφιάς ο λόγος που φερόταν έτσι. Ποιος ξέρει; Αν δεν του μιλούσε, δε θα μάθαινε. Η καρδιά της ήταν έτοιμη να σπάσει καθώς πλησίαζε το βράχο. Προσπάθησε να ελέγξει την αναπνοή και τις κινήσεις της, δεν ήθελε να γίνει ρεζίλι ούτε να κάνει κακή εντύπωση:

– Καλησπέρα!

Ο Καλλίμαχος γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος με μια έκφραση σαστιμάρας, λες και του είχε μιλήσει γάτα. Ανταπέδωσε ευγενικά το χαιρετισμό χωρίς πολλή εγκαρδιότητα. Η Ηλέκτρα πήρε θάρρος και τον πλησίασε ακόμα πιο πολύ, κάτι που δεν άρεσε στο νεαρό. Δεν είπε τίποτα, από την έκφρασή του όμως φαινόταν ότι ήθελε να μείνει μόνος. Η Ηλέκτρα αγχώθηκε περισσότερο, προσπάθησε όμως να ξεκινήσει μια συζήτηση. Άρχισε να του μιλά περί ανέμων και υδάτων, με την ελπίδα να ξεκινήσουν μια όμορφη γνωριμία. Το θέμα όμως δεν έβγαζε πουθενά. Ο Καλλίμαχος απαντούσε με μισόλογα και δε γύρισε ούτε μια φορά να την κοιτάξει. Δεν ήταν χαζός, είχε καταλάβει το ενδιαφέρον της κοπέλας, αλλά δεν φαινόταν να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα. Ύστερα από πέντε λεπτά σάπιας συνομιλίας βρήκε μια δικαιολογία και έφυγε.

Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα για έναν ερωτευμένο όταν το άτομο που ποθεί τον απορρίπτει. Απελπισία πλημμύρισε την καρδιά της Ηλέκτρας. Άρχισε να κλαίει πίσω απ’ τους βράχους. Ο Καλλίμαχος άκουσε το θρήνο της καθώς έφευγε, αλλά δε γύρισε να την παρηγορήσει. Είχε αντιληφθεί ότι αυτός ήταν ο λόγος που η κοπέλα έκλαιγε, δεν ήθελε όμως να της δώσει ψεύτικες ελπίδες γυρνώντας πίσω. Ο, τι δεν έκανε αυτός όμως το έκανε ο Αλέξανδρος. Με κρυφή χαρά που ο έρωτας της αγαπημένης του συναντούσε εμπόδια, πήγε δίπλα της και προσπάθησε να την ενθαρρύνει. Είδε ποιος ήταν αυτός που τόσο είχε εντυπωσιάσει την Ηλέκτρα, δεν τον παραξένεψε το αδιάφορο φέρσιμό του. Ο τύπος δεν ήθελε να έχει ιδιαίτερες επαφές με κανένα. Αυτό όμως η Ηλέκτρα δε μπορούσε να το δεχτεί. Έκλαιγε απαρηγόρητα στην αγκαλιά του καλύτερού της φίλου, με την αυτοπεποίθηση της να έχει καταστραφεί. Ο Αλέξανδρος είδε κι έπαθε να τη συνεφέρει. Τελικά, ύστερα από πολύ κλάμα δέχτηκε να πάνε μια βόλτα με τη βάρκα.

Εννοείται ότι οι άσκοπες μετακινήσεις στη θάλασσα απαγορεύονταν ύστερα από τα πρόσφατα γεγονότα που κλόνισαν τη μικρή κοινωνία του νησιού. Όμως ο Αλέξανδρος αγαπούσε πολύ την Ηλέκτρα, δεν ήθελε να τη βλέπει λυπημένη. Και η αγάπη της καλής του για τη θάλασσα μπορούσε κάπως να απαλύνει τον πόνο της. Βγήκαν έτσι οι δυο τους στο ανοιχτό πέλαγος. Πράγματι, ο φρέσκος αέρας και η αρμύρα βοήθησαν κάπως στην ψυχολογία της Ηλέκτρας. Η διάθεσή της βελτιώθηκε. Η βάρκα διέσχιζε ανέμελα τα κρύα νερά δίχως να φοβάται τις παράξενες – και τρομακτικές  – καταστάσεις που είχαν προηγηθεί λίγες μέρες νωρίτερα. Απόλαυσαν την αλμυρή δροσιά μέχρι που ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει. Τότε αποφάσισαν να επιστρέψουν στο νησί, αποφεύγοντας φυσικά τα επικίνδυνα ακρωτήρια. Η Ηλέκτρα, που ήξερε σαν καπετάνισσα πώς να κουμαντάρει καΐκι, το οδηγούσε προς τη στεριά. Όμως τότε κάτι φάνηκε να ταράζει κάπως την ηρεμία του φίλου της:

– Ακούς κάτι;

Η Ηλέκτρα αφουγκράστηκε.. Στην αρχή δεν ακούστηκε καθαρά. Ο Αλέξανδρος έφερε κάθετα το δάχτυλό του στα χείλη, δείχνοντας της να κάνει ησυχία. Μην κάνοντας τον παραμικρό θόρυβο, έμειναν ακίνητοι και άκουγαν προσεκτικά την ηρεμία του πελάγους. Και τότε το άκουσαν και οι δυο πεντακάθαρα…

Συνεχίζεται…

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Ματίνα  Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας  και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση  Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και τον Χώρο του Φανταστικού.  Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται με πιάνο και χορό οριεντάλ.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά