Μαύρα μαλλιά (Μέρος Β’)

by Nyctophilia

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Α’

Γοερές κραυγές ακούγονταν προς το βάθος της θάλασσας. Ο ανατριχιαστικός ήχος ερχόταν από μακριά, από την κατεύθυνση των σπηλαίων. Κάποιος ή κάτι ούρλιαζε σπαραχτικά από τα βάθη των σπηλιών, λες και υπέφερε από τους δυνατότερους πόνους που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Η Ηλέκτρα χλώμιασε και κοίταξε έντρομη τον Αλέξανδρο. Κι αυτός ήταν χλωμός και ακίνητος. Αν τα βογκητά ακουγόντουσαν τόσο απελπισμένα από τέτοια απόσταση, δεν ήθελαν να σκεφτούν τι μπορεί να κρυβόταν μέσα τους. Ίσως τελικά η Τζία να είχε δίκιο. Ίσως όντως κάτι να σκότωσε το φίλο της. Μη θέλοντας να πάθουν τα ίδια, έβαλαν πλώρη για την ακτή και σύντομα βρίσκονταν στην ασφάλεια της στεριάς. Τα στοιχειωμένα ουρλιαχτά όμως συνέχισαν να αντηχούν στο μυαλό τους, μακάβρια και υστερικά. Σκέπτονταν ότι πιθανόν να είναι κάποιος ταλαίπωρος που είχε χαθεί στις σπηλιές ή κάτι τέτοιο. Η εκδοχή αυτή όμως απορριπτόταν από τους περισσότερους, καθώς τα ουρλιαχτά ακουγόντουσαν τουλάχιστον μια φορά το μήνα, σε τακτικά χρονικά διαστήματα από το ίδιο μέρος. Εκτός απ’ αυτό, κανένας από τους κατοίκους του νησιού δεν απουσίαζε, ούτε είχε αναφερθεί εξαφάνιση από τα γύρω μέρη. Με εξαίρεση δυο-τρεις που πήγαν να ψάξουν στις σπηλιές προσπαθώντας να αποκαλύψουν το μυστηριώδη ήχο. Δεν ξαναγύρισαν ποτέ όμως, ούτε τους ξαναείδε ανθρώπινο μάτι.

Όσο η Ηλέκτρα προσπαθούσε να αποφύγει τις αρνητικές σκέψεις, τόσο εκείνες βασάνιζαν τον ύπνο της. Τα όνειρά της είχαν αλλοπρόσαλλα σχέδια και χρώματα… Φριχτές εικόνες της θάλασσας, της Τζίας, του Καλλίμαχου… Άκουγε τα ουρλιαχτά της σπηλιάς, ενώ παράξενα πλάσματα προσπαθούσαν να την τραβήξουν  στο μαύρο βυθό. Ξύπνησε αλαφιασμένη. Η ώρα ήταν πέντε, όμως δεν ήθελε με τίποτα να ξανακοιμηθεί. Στριφογύρναγε στο κρεβάτι της, μέχρι που ξημέρωσε.

Η ημέρα ωστόσο δεν ήταν και τόσο κακή για την Ηλέκτρα. Ένα ευχάριστο γεγονός αναπτέρωσε το ηθικό της και την έκανε να χαμογελάσει και να ξεχάσει τους εφιάλτες της προηγούμενης νύχτας. Συνάντησε τυχαία τον Καλλίμαχο, η συμπεριφορά του όμως ήταν διαφορετική σε σχέση με την ψυχρότητα της προηγούμενης μέρας. Ήταν χαμογελαστός και αρκετά φιλικός μαζί της, δείχνοντας μια συμπάθεια. Δεν είχε βέβαια σκοπό να ανταποκριθεί στα αισθήματα της κοπέλας, όταν όμως την είδε να κλαίει για χάρη του, όσο να ‘ναι του δημιούργησε κάποιες τύψεις. Η Ηλέκτρα δεν περίμενε τέτοια ευχάριστη έκπληξη. Συνέχισαν να συζητούν ζωηρά, όταν ξαφνικά άρχισαν να ακούγονται συγχυσμένες φωνές από το λιμάνι. Οι δυο νέοι παραξενεύτηκαν και έτρεξαν προς τα κει.

Φωνές τρόμου ακούγονταν απ’ την ακτή και είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος. Μέσα στο στρίμωγμα και την ένταση που επικρατούσε, η Ηλέκτρα κατόρθωσε με κόπο να περάσει μπροστά. Διαπίστωσε με τη σειρά της γιατί υπήρχε αυτός ο πανικός: η θάλασσα είχε ξεβράσει ένα ανθρώπινο πτώμα. Ο άτυχος άντρας ήταν νέος, γνωστός κάτοικος του νησιού. Ήταν φρικτά παραμορφωμένος και το στόμα του έχασκε ανοιχτό στο άψυχο πρόσωπο του, υποδηλώνοντας ότι κάτι τον φόβισε μέχρις εσχάτων προτού τον κατασπαράξει. Το σώμα του – ο, τι είχε απομείνει απ’ αυτό –  έφερε φοβερές δαγκωματιές, που είχαν καταξεσκίσει τη σάρκα του και σε καμιά περίπτωση δεν προέρχονταν από ανθρώπινο έγκλημα.

Στη θέα του μακάβριου θεάματος, όπως ήταν αναμενόμενο, προκλήθηκε κλιμακούμενη ένταση που άγγιξε την υστερία. Κάποιες γυναίκες λιποθύμησαν, παιδιά έκλαιγαν φοβισμένα και κανένας δεν μπορεί να περιγράψει τον πόνο των συγγενών του αδικοχαμένου. Όταν επενέβη η αστυνομία  η ατμόσφαιρα αποφορτίστηκε κάπως, δεν περιόρισε όμως τον τρόμο που έσπειρε τις καρδιές όλων και που απαγόρευε από δω και στο εξής την οποιαδήποτε επαφή με τη θάλασσα.

Η Ηλέκτρα μούδιασε. Δεν έδειξε όμως κάποιο φόβο. Λες και το είχε συνηθίσει πια… Λες και η περιπέτεια της Τζίας, που ακόμα προσπαθούσε να πείσει την αστυνομία για την αθωότητα της, της είχε δώσει το βάπτισμα του πυρός. Τα χαρακτηριστικά της έμειναν πέτρινα και σκληρά. Το ίδιο και του Καλλίμαχου. Από τη φύση του δεν ήταν ευαίσθητος. Η φρίκη που προκαλούσε το άμοιρο θύμα δεν του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, προσπαθούσε μόνο να αποφύγει διακριτικά τον κόσμο και τα εχθρικά βλέμματα. Η Ηλέκτρα, που παρά τη φαινομενική της απάθεια είχε συγκλονιστεί κι αυτή, του πρότεινε να την ακολουθήσει, όμως ο Καλλίμαχος είχε ξαναβρεί τον παλιό κακό εαυτό του:

 – “Όχι”, απάντησε ξερά. “Φεύγω.”

Της γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε στο πλήθος. Όχι ιδιαίτερα γρήγορα ωστόσο. Θα έλεγε κανείς ότι δεν ήθελε καν να φύγει ούτε να κρυφτεί από κάποιον. Η κοπέλα δεν τον ακολούθησε, παρατήρησε όμως προσεκτικά τις κινήσεις του: Προσπαθούσε να κινείται ήρεμα και φυσιολογικά. Προσπαθούσε. Δεν το κατάφερνε και τόσο καλά όμως. Πίσω από τη φαινομενική αδιαφορία του νεαρού κρυβόταν μια ανησυχία. Μια ανησυχία  που παρά το στημένο θέατρο, κατόρθωνε να τον προδώσει. Επιπλέον υπήρχε και κάτι άλλο. Κάτι που λίγοι παρατήρησαν:

Πάνω στο κομματιασμένο πτώμα υπήρχαν τρίχες. Μακριές μαύρες τρίχες που έμοιαζαν με ανθρώπινο μαλλί. Με το που τις αντίκρισε η Ηλέκτρα της ήρθαν συνειρμικά στο μυαλό τα μακριά, όμορφα μαλλιά του Καλλίμαχου. Έμοιαζαν πολύ με τις τρίχες που αγκάλιαζαν τον άτυχο άντρα. Σαφώς και μπορούσε να είναι σύμπτωση, εξάλλου λόγω του πάθους της τα πάντα της τον θύμιζαν λίγο πολύ. Το συγκεκριμένο περιστατικό όμως δεν φαινόταν τυχαίο, δεδομένου ότι ελάχιστοι στον τόπο είχαν τόσο μακριά και μαύρα μαλλιά. Σε συνδυασμό με την υποκριτική συμπεριφορά του, μπορούσε δίχως δυσκολία να δει έναν ύποπτο, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Έναν ιδιόρρυθμο άντρα που προσπαθούσε με μια μάσκα να κρύψει κάτι σκοτεινό επάνω του.

Από εκείνη τη στιγμή οι σκέψεις της Ηλέκτρας μπερδεύτηκαν ακόμα πιο πολύ. Στο παζλ του μυαλού της διεκδικούσε τώρα μια θέση και ο Καλλίμαχος. Δεν ήξερε πώς να το προσδιορίσει, αλλά είχε μια διαίσθηση ότι κάπως κολλάει με τους δυο θανάτους. Και αυτό ήταν κάθε άλλο παρά ευχάριστο συναίσθημα, δεδομένου ότι ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Το μόνο θετικό ήταν ότι η θέση της Τζίας άρχισε να ελαφρώνει κάπως. Υπήρχαν ατράνταχτες αποδείξεις ότι δεν είχε την παραμικρή σχέση με το δεύτερο φονικό, κι αυτό αποδείκνυε μέχρις ενός σημείου την αθωότητα της. Η Ηλέκτρα όμως δεν ένιωθε καλά, καθώς ο αγαπημένος της ήταν τώρα αυτός που είχε μπει στη μαύρη λίστα. Ήταν αποφασισμένη να τον παρακολουθήσει. Να μάθει την αλήθεια.

Φυσικά δεν είχε σκοπό να κάνει κάτι  παρατραβηγμένο. Ειδικά μετά από όσα είχαν γίνει δεν ήθελε να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα και να βρεθεί κι αυτή μπλεγμένη. Το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει μια μικρή έρευνα. Να περάσει διακριτικά έξω απ’ το σπίτι του, σε περίπτωση που ακούσει ή δει κάτι ασυνήθιστο, χωρίς βέβαια να προδοθεί. Είχε μάθει πια πού μένει, δεν έχανε τίποτα να ρίξει μια ματιά. Ήταν σίγουρο ότι έτσι και την καταλάβαινε θα την έβριζε, όμως την Ηλέκτρα πλέον δεν την ενδιέφερε και τόσο. Το είχε πάρει απόφαση, ο έρωτας της ήταν καταδικασμένος και με το συγκεκριμένο άτομο δεν είχε μέλλον. Ας είναι. Τουλάχιστον δεν ζούσε με το «γιατί». Ήξερε ότι τον θέλει, το ήξερε κι αυτός και αρνήθηκε. Από κει και πέρα δε μπορούσε να κάνει κάτι άλλο για να τον κερδίσει.

Όταν νύχτωσε και οι περισσότεροι κλείδωσαν τις πόρτες τους (η υστερία που είχαν προκαλέσει οι δυο μυστηριώδεις θάνατοι έκανε τους κατοίκους να νομίζουν ότι ο υπαίτιος θα βγει απ’ τη θάλασσα και θα εισβάλλει σπίτι τους) η Ηλέκτρα αποφάσισε να πάει έναν δήθεν αθώο περίπατο, με πραγματικό σκοπό να στηθεί έξω απ’ το σπίτι του Καλλίμαχου, σε κάποια απόσταση. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι έκανε ανοησίες, όμως κάτι δεν της άρεσε στην όλη συμπεριφορά του. Κάτι ήταν αψυχολόγητο. Και όταν δυο άνθρωποι πεθαίνουν με φρικτό θάνατο σε μικρό χρονικό διάστημα, τότε τα πράγματα αρχίζουν και μπλέκονται. Επικίνδυνα…

Ήλπιζε και η ίδια να σκέφτεται όντως ανοησίες, δεν ήθελε να κουράσει το ταλαιπωρημένο της μυαλό και με άλλες σκέψεις. Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα επαλήθευσε τις υποψίες της. Παράξενοι θόρυβοι ακούγονταν απ’ το σπίτι του Καλλίμαχου. Η κοπέλα πλησίασε γεμάτη περιέργεια ένα μισοκλεισμένο παράθυρο, θέλοντας να δει τι έκανε μέσα. Το σπίτι ήταν ακατάστατο… Ο ίδιος ο Καλλίμαχος έκανε νευρικές κινήσεις και φαινόταν να ψάχνει το χώρο θέλοντας να βρει κάτι. Άνοιγε συρτάρια και ντουλάπια και έριχνε νευριασμένα το περιεχόμενο τους στο πάτωμα. Τελικά βρήκε αυτό που ήθελε: ένα ψαλίδι. Η Ηλέκτρα παραξενεύτηκε. Τόση ανησυχία για ένα ψαλίδι; Πριν προλάβει να σκεφτεί κάτι παραπάνω, τον είδε να κάνει κάτι ακόμα πιο περίεργο… Με το που πήρε το ψαλίδι στα χέρια του πήγε μπροστά σ’ ένα καθρέφτη κι άρχισε να κόβει με μανία τα μαλλιά του. Η Ηλέκτρα τα ΄χασε. Με δυο ψαλιδιές τα μισά του μαλλιά έπεσαν στο πάτωμα, όμως ο Καλλίμαχος δε σταμάτησε. Συνέχισε να κόβει οργισμένος τα μακριά μαλλιά του, χωρίς την παραμικρή κομμωτική τέχνη και χωρίς να νοιάζεται για το αισθητικό αποτέλεσμα. Δε σταμάτησε παρά μόνο όταν σχεδόν όλα του τα μαλλιά είχαν πέσει στο πάτωμα. Τότε μόνο χαλάρωσε κάπως και κοίταξε ξανά τον καθρέφτη, θέλοντας να απολαύσει το νέο του είδωλο. Το βλέμμα του έπεσε κατά λάθος προς το μέρος της Ηλέκτρας. Η ανάσα της κόπηκε, προσπάθησε όμως να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Ο Καλλίμαχος πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω, δεν την είδε όμως. Έκλεισε τα πατζούρια εντελώς και τα φώτα στο δωμάτιο έσβησαν. Η κοπέλα, ανακουφισμένη, άρχισε να περπατά προς το σπίτι, πιο μπερδεμένη από πριν. Για ένα ήταν σίγουρη: Ο Καλλίμαχος φοβόταν. Κάτι τον ανησυχούσε, προσπαθούσε να απομακρύνει κάτι ενοχλητικό από πάνω του. Γιατί όμως να θέλει να ξεφορτωθεί τόσο γρήγορα τα εντυπωσιακά μαλλιά του; Μήπως αποτελούσαν ενοχοποιητικό στοιχείο για κάτι; Μήπως τα μαύρα μαλλιά που βρέθηκαν το πρωί στο πτώμα του άντρα ήταν τα δικά του;

Ούτε οι εφιάλτες της δεν μπορούσαν να της δώσουν μια καθαρή εικόνα. Οι μακάβριες εικόνες επανήλθαν στον ύπνο της, πιο ζωηρές από την προηγούμενη φορά. Και τα ερωτηματικά βασάνιζαν την ψυχή της… Τι ήταν αυτό που σκότωνε κατοίκους στο νησί; Πού κόλλαγαν ο Καλλίμαχος και η Τζία; Και πώς εξηγούνταν τα ουρλιαχτά στις σπηλιές;

Τις επόμενες μέρες η Ηλέκτρα ένιωθε το ίδιο μελαγχολική. Δεν ίσχυε το ίδιο όμως και για τη Τζία. Το δεύτερο πτώμα απέρριπτε δίχως αμφιβολίες την ανάμειξη ανθρώπου, κάτι ιδιαίτερα θετικό για την ύποπτη, που έως τώρα κινδύνευε να πάει φυλακή, όντας τελείως αθώα. Οι εφημερίδες και οι απόψεις των ειδικών και των ντόπιων είχαν απορρίψει το ενδεχόμενο της ανθρώπινης ενέργειας. Η θέση της Τζίας πήγαινε απ’ το καλό στο καλύτερο και ήδη είχε αθωωθεί ηθικά στα μάτια πολλών. Η νεαρή επέμεινε ωστόσο στην αρχική της μαρτυρία. Ότι δηλαδή κάτι απόκοσμο είχε κατασπαράξει τον εραστή της. Κάτι με απαίσια όψη και σουβλερά δόντια που σκαρφάλωσε στο καΐκι τους. Δεν το είχε δει τελείως καθαρά λόγω του ότι ήταν σκοτάδι, ωστόσο ήταν σίγουρη ότι ήταν ανθρωποειδές, μάλλον γυναίκα. Παρά τη μαρτυρία και τις προκαταλήψεις όμως, επικράτησε λογική εξήγηση. Ότι δηλαδή ένα επικίνδυνο ζώο γυρνούσε στη γύρω θάλασσα, πιθανόν καρχαρίας. Αυτό ήταν που σκότωσε τους δυο άτυχους άντρες.

Ωστόσο, οι μαύρες τρίχες που βρέθηκαν πάνω στο δεύτερο σώμα ήταν σοβαρό εμπόδιο στις έρευνες. Η Τζια επέμεινε θριαμβευτικά στην αρχική της άποψη, ότι ο υπεύθυνος για τους θανάτους ήταν κάτι πιο μυστηριώδες από έναν καρχαρία. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί που παραλλήλιζαν τις μαύρες τρίχες με τα μαύρα μαλλιά του Καλλίμαχου, σιγοψιθυρίζοντας μεταξύ τους φήμες ότι ο εκκεντρικός, ασυμπάθηστος άντρας είχε κι αυτός ένα ρόλο στο έγκλημα. Δεν υπήρχε το παραμικρό στοιχείο σε βάρος του όμως. Ακόμα κι αν τα μαλλιά ήταν ίδια, τα δόντια του νεαρού ήταν αδύνατο να έχουν προκαλέσει τέτοιες δαγκωνιές.

Μόνο η Ηλέκτρα ήξερε ότι είχε κάτι να κρύψει. Μόνο αυτή τον είχε δει να κόβει με μίσος τα μαλλιά του, προσπαθώντας να διώξει την ενοχή(;) από πάνω του. Και η τελευταία της αμφιβολία διαλύθηκε λίγες μέρες μετά, όταν ένα ακόμα παράξενο περιστατικό – ίσως το πιο παράξενο απ’ όλα – κλόνισε ξανά την ηρεμία της. Ούτε δέκα μέρες δεν είχαν περάσει από τη νύχτα που τον είχε παρακολουθήσει κρυφά, βλέποντας τον να κουρεύεται, όταν τον ξαναείδε όμως τα μαλλιά του ήταν πάλι  μακριά όπως πριν!  Είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να μακρύνουν μαλλιά σε τόσο εντυπωσιακό μήκος σε διάστημα μιας βδομάδας. Κι όμως. Παρόλο που τον είχε δει με τα μάτια της να κουρεύεται σχεδόν γουλί, τα μαλλιά του είχαν μακρύνει και πάλι εντυπωσιακά, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Μπορεί βέβαια να ήταν περούκα, ψεύτικα μαλλιά ή κάτι τέτοιο. Αλλά αυτό ήταν απίθανο.

Το πράγμα μπερδευόταν όλο και πιο πολύ για την Ηλέκτρα. Χαιρόταν ολόψυχα που η φίλη της είχε αποτινάξει τις κατηγορίες από πάνω της, όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται ότι ο Καλλίμαχος είχε αναμειχθεί. Ένα κομμάτι του εαυτού της ήξερε ότι τα σκεφτόταν αυτά με εκδικητική διάθεση: η παγερή αδιαφορία του Καλλίμαχου για τα συναισθήματα της της προκαλούσε έναν εσωτερικό αναβρασμό που ζητούσε διέξοδο, μια αθώα εκδίκηση. Της άρεσε κατά κάποιο τρόπο να φαντάζεται ότι αυτός ήταν υπαίτιος όλων, ένα ειδεχθές άτομο που άξιζε την απόρριψη της. Ίσως πράγματι ήταν καιρός να αρχίσει να τον ξεχνάει, παρόλο που η καρδιά της αρνιόταν  πεισματικά να υπακούσει, υπενθυμίζοντας της ότι ανήκει σ’ αυτόν και πουθενά αλλού.

Και όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο η πραγματικότητα ερχόταν με το μέρος της, παρουσιάζοντας της περαιτέρω λεπτομέρειες από τη ζωή του Καλλίμαχου, που καθιστούσαν κάθε άλλο παρά αθώα την παρουσία του. Ο νεαρός είχε κυριολεκτικά κλειστεί σπίτι του, αφού οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν γι’ αυτόν. Τα μαύρα μαλλιά πάνω στο πτώμα ήταν ολόιδια με τα δικά του, ακόμα κι αν δεν του άνηκαν. Και ήταν αυτό μόνο που τον οδήγησε κάπως πιο κοντά στην Ηλέκτρα. Ήταν σε δύσκολη θέση, το γνώριζε. Πολλοί τον υποπτεύονταν και το κακό του όνομα είχε βάλει τη σφραγίδα του στον τόπο. Εκμεταλλευόμενος τα αισθήματα της κοπέλας, και έχοντας για πρώτη φορά ανάγκη ένα σύμμαχο, την προσέγγιζε κάπως – πάντα σε φιλικό επίπεδο – προσπαθώντας να κάνει έστω κι ένα άτομο να τον συμπαθήσει προτού γίνει τίποτα κακό σε βάρος του. Είχαν αρχίσει να κάνουν λίγο παρέα., αν και οι δυο ήξεραν λίγο πολύ ότι η συντροφιά τους βασιζόταν καθαρά στο συμφέρον. Ήταν η πρώτη φορά που ο Καλλίμαχος. χρειαζόταν συμπαράσταση από άλλον και έπρεπε θέλοντας και μη να την κάνει παρέα, αφού ήταν η μόνη που, έστω και φαινομενικά ήταν με το μέρος του. Από την άλλη, η Ηλέκτρα ήθελε όσο τίποτα να είναι μαζί του. Κι όμως, παρόλο που θα έπρεπε να χαίρεται, ένιωθε απίστευτη ανασφάλεια δίπλα του. Κι ας τον αγαπούσε. Η καρδιά της φλογιζόταν από τρελό έρωτα κάθε φορά που ήταν μαζί, μέσα της όμως κάτι της έλεγε ότι κινδύνευε. Ότι κάτι μαύρο κρυβόταν στην καρδιά του. Και μπορεί να έβγαιναν μαζί, να τον υπερασπιζόταν όταν τον έβριζαν, όμως εκείνος δεν έδειχνε τον παραμικρό ερωτισμό απέναντί της. Και κάθε φορά που η Ηλέκτρα πλησίαζε το στόμα της στο δικό του, αυτός απομάκρυνε τα χείλη του.

Αυτός βέβαια που ήταν εντελώς κάθετος με την καινούρια παρέα της φίλης του, ήταν ο Αλέξανδρος. Ποτέ δεν είχε συμπαθήσει τον μαυροφορεμένο άντρα, πόσο μάλλον τώρα που υπήρχαν πιο κακές φήμες εναντίον του. Ακόμα χειρότερα, του έκλεβε αυτό που αγαπούσε πιο πολύ: την Ηλέκτρα. Δεν άντεχε να τους βλέπει μαζί. Δεν μπορούσε να τους φανταστεί ζευγάρι. Ποτέ…Δεν της άξιζε. Στο κάτω κάτω αν αλήθευε έστω κι ένα μικρό μέρος απ’ τις φήμες η αγαπημένη του κινδύνευε. Και δεν ήθελε να το ρισκάρει.

Άρχισε να παρακολουθεί στενά τον Καλλίμαχο. Να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα. Μάθαινε πληροφορίες από παντού, από την αστυνομία και άλλες έγκυρες πηγές. Προσπαθούσε να «ψαρέψει» διακριτικά την Ηλέκτρα, που δε σταμάτησε να κάνει παρέα μαζί του, παρά τη νέα της φιλία. Ποτέ της δεν είχε πει στον Αλέξανδρο ωστόσο για το ότι ο Καλλίμαχος είχε κατακόψει τα μαλλιά του και αυτά μέσα σε λίγες μέρες είχαν ξαναμακρύνει. Πιθανόν δε θα την πίστευε κιόλας. Και εννοείται ότι δεν έκανε τον παραμικρό υπαινιγμό στον Καλλίμαχο. Όχι μόνο φοβόταν μη χάσει την παρέα του, αλλά και για χειρότερα πράγματα.

Μπορεί να τον φοβόταν, όμως το πάθος που ένιωθε η Ηλέκτρα δεν έλεγε να κοπάσει. Ο έρωτας φούντωνε μες στην καρδιά της, που χτυπούσε σαν τρελή κάθε φορά που έβγαιναν παρέα. Ήλπιζε ότι η επαφή τους θα οδηγούσε σε κάτι παραπάνω. Τα μάτια της τον κοιτούσαν γεμάτα αγάπη, τα χέρια της τον αγκάλιαζαν τρυφερά. Όμως ο Καλλίμαχος ανταποκρινόταν από ελάχιστα έως καθόλου. Για την ακρίβεια ανυπομονούσε να ηρεμήσει λίγο η κατάσταση στο νησί, να πάψουν τα  σχόλια  σε βάρος του, ώστε να μπορέσει επιτέλους να κόψει επαφές μαζί της και να την ξεφορτωθεί.

Συνεχίζεται…

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Ματίνα  Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας  και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση  Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και τον Χώρο του Φανταστικού.  Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται με πιάνο και χορό οριεντάλ.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά