Μαύρα μαλλιά (Μέρος Γ’)

by Nyctophilia

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Β’

Ένα βράδυ η Ηλέκτρα έκανε μόνη της βόλτες στην ακρογιαλιά. Φυσούσε μελτέμι που έκανε τη θάλασσα να έχει κύμα. Νοσταλγούσε τις βόλτες με τη βάρκα, καθώς μέχρι να εξοντωθεί ο «καρχαρίας» ή ο, τι άλλο τρομοκρατούσε το μικρό πληθυσμό του νησιού, απαγορευόταν να βγει κανείς στα ανοιχτά, για το δικό του καλό. Μη μπορώντας να μπει στη θάλασσα, αφού θεωρούταν επικίνδυνη, αρκέστηκε στο να κάνει βόλτες πλάι στο κύμα. Μόνη, με συντροφιά την ανάσα της θάλασσας.

Ξαφνικά, κάτι τράβηξε την προσοχή της. Κάτι βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά της, ξεβρασμένο πλάι στο κύμα. Μια λευκή μάζα, σωριασμένη στην παραλία. Πλησίασε πιο κοντά και είδε ότι ήταν άνθρωπος. Η Ηλέκτρα τρομοκρατήθηκε…Ήλπιζε να μην είναι άλλος σκοτωμένος, αρκετά πτώματα τους είχε χαρίσει η θάλασσα τις τελευταίες μέρες. Ο φόβος της μεγάλωσε όταν παρατήρησε ότι ο άντρας είχε μακριά μαύρα μαλλιά, απλωμένα στην άμμο γύρω απ’ το ακίνητο σώμα του. Δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν ο Καλλίμαχος. Έτρεξε πανικόβλητη δίπλα του, ελπίζοντας μ’ όλη της τη δύναμη να μην έχει πάθει κακό. Ευτυχώς, ο πανικός της τη διέψευσε. Ο Καλλίμαχος δεν φαινόταν να έχει πάθει τίποτα, ούτε σταγόνα αίμα δεν υπήρχε πάνω του. Απλά κοιμόταν. Η Ηλέκτρα αναστέναξε ανακουφισμένη. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στον αγαπημένο της. Αποδίωξε όμως τις άσκημες σκέψεις και τον πλησίασε ακόμα περισσότερο. Κοιμόταν βαθιά, ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω στην άμμο, που έκρυβε κάπως το πρόσωπο του. Το άσπρο φως της σελήνης όμως τόνιζε τα χαρακτηριστικά του, τα όμορφα μαλλιά και το λευκό δέρμα. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν αυτός. Η  Ηλέκτρα κάθισε απαλά πλάι του και τον κοίταξε γεμάτη ενδιαφέρον. Ήταν ολόγυμνος. Ούτε η θάλασσα ούτε ο απαλός άνεμος τον έκαναν να κρυώνει, ο βαθύς του ύπνος δεν ταράχτηκε στο ελάχιστο. Συνέχισε να αναπνέει βαθιά, χωρίς καν να έχει αντιληφθεί την Ηλέκτρα δίπλα του, που απολάμβανε τη γύμνια του. Αν και δεν καταλάβαινε γιατί διάλεξε το συγκεκριμένο μέρος για να ξαπλώσει, τέτοιες μέρες μάλιστα που η θάλασσα και οι ακτές της κάθε άλλο παρά ακίνδυνες θεωρούταν. Το θέαμα όμως ήταν όμορφο. Όμορφο και ποθητό. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, η Ηλέκτρα ένιωσε να χαλαρώνει. Αυτός που τόσο καιρό αγαπούσε ήταν τώρα δίπλα της. Γυμνός, πλάι στην θάλασσα. Την ήρεμη θάλασσα, που απόψε τουλάχιστον δεν υποσχόταν τίποτα μακάβριο. Μόνο μια ερωτική νύχτα.

Έγειρε από πάνω του κι άρχισε να τον φιλάει απαλά. Τα χείλη της χάιδευαν το δέρμα του, διαποτίζοντας το με την αγάπη της. Ο Καλλίμαχος δεν κουνήθηκε καθόλου. Τόσο το καλύτερο. Παίρνοντας θάρρος, η Ηλέκτρα εξακολούθησε να τον αγγίζει τρυφερά. Επιτέλους το κορμί του ήταν δικό της. Τα χείλη της όργωναν απαλά όλο το σώμα του χωρίς να το χορταίνουν. Ένιωθε τη γεύση του στο στόμα της, μια γεύση που δεν ήθελε να ξεχάσει. Ποιος ξέρει; Ίσως αν ξυπνούσε σ’ ένα ερωτικό όνειρο να ανταποκρινόταν στο κάλεσμά της. Ίσως τότε να γινόταν ολοκληρωτικά δικός της. Το πάθος της μεγάλωσε… Ένιωσε έναν καταρράκτη να κυλάει από μέσα της, ανυπομονούσε να γίνει δική του. Εξερευνούσε το σώμα του με πάθος. Το λευκό δέρμα, τα δυνατά πόδια… Τίποτα δεν ξέφυγε από τα χείλη της. Κι όμως, ο Καλλίμαχος δεν κουνιόταν καθόλου. Της ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα απ’ όσα του έκανε τόση ώρα. Το πιθανότερο ήταν ότι είχε ξυπνήσει απλά παρίστανε τον κοιμισμένο, απολαμβάνοντας αυτήν την αυθόρμητη πράξη. Κι αυτή η σκέψη την ενθάρρυνε, σίγουρη ότι ο αγαπημένος της ποθούσε κι αυτός τα χέρια και τα χείλη της πάνω του.

Όμως έκανε λάθος. Ενώ τον χάιδευε, τα μάτια του Καλλίμαχου άνοιξαν ξαφνικά. Μισοκοιμισμένος, άρχισε να στριφογυρνάει πάνω στα βότσαλα. Η κοπέλα σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, συνέχισε όμως να τον φιλά απαλά, σίγουρη σχεδόν ότι είχε έρθει η στιγμή να ενδώσει κι αυτός. Οι αντιδράσεις του όμως ήταν διαφορετικές απ’ ο, τι περίμενε. Με μια απότομη κίνηση ο νεαρός τινάχτηκε όρθιος λες και τον είχε τσιμπήσει σφήκα. Η Ηλέκτρα ξαφνιάστηκε. Τίποτα στην έκφραση του Καλλίμαχου δεν έδειχνε ότι ήθελε να συνεχίσουν ο, τι είχε ξεκινήσει. Ολοφάνερα ενοχλημένος από την παρουσία της, προσπαθούσε να βρει κάτι πρόχειρο να κρύψει τη γύμνια του. Τραβήχτηκε μακριά της σαν έφηβη που προσπαθούσε να προστατεύσει την παρθενιά της:

– Τι μου έκανες; γρύλισε. Η καημένη η Ηλέκτρα τα ΄χασε. Τον τελευταίο καιρό τα πήγαιναν καλά, δε μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν τώρα τόσο εχθρικός απέναντί της:

 – Σε…σε φίλησα, τραύλισε. Απλά σε άγγιξα και σε φίλησα. Τίποτα παραπάνω.

Το πρόσωπο του Καλλίμαχου πήρε μια έκφραση αηδίας. Κοίταξε την Ηλέκτρα με απέχθεια και αποστροφή, λες και είχε ασελγήσει πάνω του άντρας. Εκείνη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της:

– Συγνώμη, ψέλλισε κλαίγοντας. Ειλικρινά συγνώμη. Σε θέλω πάρα πολύ και όταν σε είδα γυμνό… Δεν ήθελα να σε προσβάλλω.

Ο Καλλίμαχος έβαλε τις φωνές. Άρχισε να καταριέται και να τη βρίζει. Η Ηλέκτρα άρχισε να τρέμει. Δεν περίμενε τόσο βίαιη αντίδραση. Σοκαρισμένη από τα λόγια και τις κινήσεις του, δεν μπορούσε να μιλήσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Απλά έκλαιγε με λυγμούς.

– Σ’ αγαπάω, Καλλίμαχε! ξεφώνησε. Σ’ αγαπάω εδώ και καιρό! Μόνο μια ευκαιρία ζήτησα, τίποτ’ άλλο!

– Σκάσε, γρύλισε ο άλλος. Φύγε από μπροστά μου ! Χάσου απ’ τα μάτια μου !

Η δύστυχη Ηλέκτρα πήγε κάτι να πει, όμως ο Καλλίμαχος  ήταν εκτός εαυτού:

– Χάσου είπα !! Εξαφανίσου, μη σε σκοτώσω και σένα !!

Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τα τελευταία λόγια, που χτύπησαν σα μαχαίρι την καρδιά της ερωτευμένης γυναίκας. Και που την έκαναν να νιώσει ότι κινδύνευε πραγματικά. Ότι ο άνθρωπος μπροστά της ήταν ικανός για όλα. Ακόμα και για φόνο. Άρχισε να τρέχει μακριά του. Προσπαθώντας να σωθεί, να σώσει ο, τι έμεινε απ’ την καρδιά της. Ήταν οριστικό, τον έχασε για πάντα. Κι έτσι έπρεπε.

 Αυτός ήταν υπεύθυνος για όλα. Αυτός ήταν ο δολοφόνος, αυτός σκότωσε τους δυο ανθρώπους. Το παραδέχτηκε μπροστά της, σε μια έκρηξη οργής. Δε χρειαζόταν τίποτα άλλο. Το μυαλό και η πληγωμένη της καρδιά είχαν παραλύσει, έπρεπε όμως να σταθεί στα πόδια της. Για το καλό της και το καλό όλων. Έπρεπε να τον εμποδίσει… Οι μάσκες είχαν πέσει και είχαν πει τη δική τους αλήθεια: Ότι πίσω από την άγρια ομορφιά του νέου κρυβόταν κάτι αδίστακτο. Κάτι αδίστακτο που σκότωνε. Που γεννήθηκε για να σκοτώνει και που εκ φύσεως έπρεπε να αποφεύγει την ανθρώπινη επαφή. Η αγάπη και ο έρωτας είναι πολύ λίγα και ασήμαντα για να ραγίσουν την παγωμένη καρδιά του. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχε καρδιά.

Η Ηλέκτρα έτρεξε μακριά από την παραλία, σε κατάσταση σοκ. Τα σκληρά λόγια του ακούγονταν ακόμα πίσω της, οι οργισμένες φωνές του στοίχειωναν το μυαλό της. Τι έπρεπε άραγε να την απασχολήσει πιο πολύ; Η ερωτική απογοήτευση ή το γεγονός ότι είχε χρέος να προστατέψει όσους ζούσαν γύρω της; Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να εξοντώσει αυτόν που αγαπάει;

Βρήκε τον Αλέξανδρο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Με δάκρυα και κομμένη την ανάσα του τα είπε όλα. Για το σκηνικό που έγινε στην παραλία, για το ότι τον είχε δει να κόβει τα μαλλιά του και ότι αυτά είχαν εντός ημερών ξαναμακρύνει και φυσικά για το ότι παραδέχτηκε χωρίς καμιά ντροπή ότι αυτός είναι που σκότωσε τους δυο άτυχους. Είχε αποκαλύψει το κτήνος που κρυβόταν μέσα του. Ο Αλέξανδρος δεν έχασε καιρό. Πήρε ένα σουγιά και την Ηλέκτρα από το χέρι και έτρεξαν μαζί προς την παραλία, αποφασισμένοι να τον αντιμετωπίσουν μαζί.

Ο Καλλίμαχος είχε μείνει μόνος στην παραλία. Το κύμα άφριζε δίπλα του, οργισμένο όπως αυτός. Λίγο έλειψε να αποκαλυφθεί το μυστικό του, χάρη σε ερωτικές επιπολαιότητες. Λίγο ακόμα και η αλήθεια θα ξεγυμνωνόταν μπροστά στην Ηλέκτρα. Μια αλήθεια που δεν είχε σχέση με το ανθρώπινο κορμί του και που αν παρουσιαζόταν με ολοκληρωμένη μορφή, δεν θα υπήρχε καταφύγιο γι’ αυτόν. Ευτυχώς που την έδιωξε έγκαιρα. Δεν ήθελε να φανταστεί τις συνέπειες αν εκείνη έβλεπε τι ήταν στην πραγματικότητα. Και η ώρα πλησίαζε…

Άρχισε να νιώθει πόνους στο κάτω μέρος του σώματος του. Έντονους πόνους. Προσπάθησε να ελέγξει την αναπνοή και την αυτοκυριαρχία του. Έβρεξε τα γυμνά του πόδια στη θάλασσα, προσπαθώντας να ανακουφιστεί λίγο. Η μεταμόρφωση όμως είχε ήδη ξεκινήσει. Μεταμόρφωση άγρια και επώδυνη που ήταν καταδικασμένος να την υφίσταται όλη του τη ζωή. Καυτά δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά του, ένιωσε όλο το κάτω μέρος του να παραλύει. Σε λίγο θα ήταν ένα αποκρουστικό πλάσμα, που δε μπορεί να ζήσει για πολύ έξω απ’ το νερό. Ήταν ώρα να μπει στη θάλασσα.

Η Ηλέκτρα και ο Αλέξανδρος πήγαν στην παραλία, έτοιμοι για όλα. Ειδικά ο Αλέξανδρος ήταν αποφασισμένος να τον πολεμήσει. Τα ‘χασαν όμως όταν είδαν τον Καλλίμαχο να μπαίνει στη θάλασσα, να βουτά στα σκοτεινά νερά και να εξαφανίζεται! Η Ηλέκτρα ωστόσο είχε βιώσει το μυστήριο που τύλιγε την προσωπικότητα του, δεν τους έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός. Τους ενδιέφερε μόνο να τον πιάσουν. Δεν έπρεπε το νησί να θρηνήσει κι άλλους. Μπήκαν στο σκάφος του Αλέξανδρου οπλισμένοι με καμάκια, λεπίδες κι άλλα όπλα κι έβαλαν πλώρη για τα ανοιχτά. Ο καιρός δεν ήταν με το μέρος τους. Η θάλασσα φαινόταν μαύρη και σκοτεινή. Άγρια κύματα τάρασσαν την επιφάνεια της και φύσαγε αέρας. Ίσως να μην ήταν καλή ιδέα να τον κυνηγήσουν, έπρεπε όμως να τον εμποδίσουν προτού κάνει κακό σε άλλον. Ο, τι έκαναν έπρεπε να το καταφέρουν μόνοι τους. Δεν μπορούσαν να πουν τίποτα σε κανένα, καθώς δεν είχαν να κάνουν με καρχαρία, αλλά με ένα απόκοσμο πλάσμα. Ένα μισοανθρώπινο πλάσμα που ζούσε στη θάλασσα και τρεφόταν με ανθρώπινη σάρκα.

Ο Καλλίμαχος κολυμπούσε όσο πιο γρήγορα γινόταν. Από λεπτό σε λεπτό η ανθρώπινη μορφή του θα τον εγκατέλειπε. Έπρεπε να βιαστεί. Οι πόνοι τον πέθαιναν, όμως τελικά τα κατάφερε να φτάσει στο καταφύγιο του: Τις σπηλιές. Τις σπηλιές δίπλα στη θάλασσα όπου λεγόταν ότι είναι στοιχειωμένες και που ποτέ δεν πλησίαζε κανένας. Ήταν το μοναδικό μέρος όπου ήταν εντελώς μόνος. Εκεί κανένας δεν τον ενοχλούσε.

Ξάπλωσε στο πέτρινο έδαφος και περίμενε. Περίμενε την ολοκλήρωση. Ο πόνος ήταν φοβερός. Ένιωθε τα πόδια του να ενώνονται, να συγκολλούνται μεταξύ τους, καθώς σιγά σιγά εξαφανίζονταν. Μια ψαρίσια ουρά πήρε τη θέση τους. Το σώμα του γέμισε λέπια και τα ακροδάχτυλα του ενώθηκαν με μεμβράνες. Ένιωθε τη σάρκα του να βγαίνει, να ξεκολλάει από πάνω του. Δεν άντεχε τον πόνο. Άρχισε να ουρλιάζει σπαραχτικά. Τα βογκητά του αντηχούσαν στη σπηλιά, ακούγονταν μέχρι τη θάλασσα. Αυτές ήταν οι κραυγές που τόσο τρόμαζαν τους ντόπιους, κάνοντας τους να νομίζουν ότι κάτι στοίχειωνε τις σπηλιές. Ο σωματικός πόνος που βασάνιζε τον δύστυχο άντρα κατά τη διάρκεια της μεταμόρφωσής του τον έκανε να σπαράζει, να στριγκλίζει διαπεραστικά για αρκετή ώρα. Το δράμα του ακουγόταν έξω από τη σπηλιά, ως το πέλαγος. Πολλοί το είχαν ακούσει, κανένας όμως δεν τολμούσε να πλησιάσει τα σπήλαια. Ήταν υποχρεωμένος να το αντέξει μόνος, σα γυναίκα που φέρνει ολομόναχη στον κόσμο το παιδί της. Κι έτσι έπρεπε. Αν καταλάβαιναν ότι ήταν γοργόνα και όχι άνθρωπος, το πιο πιθανό ήταν να τον σκοτώσουν.

– Άκου, Αλέξανδρε !

Για μια ακόμα φορά το μαύρο πέλαγος στοιχειωνόταν από απόκοσμα ουρλιαχτά. Ο άνεμος δεν τους άφηνε να προσδιορίσουν από πού έρχονται, ακουγόντουσαν όμως από την περιοχή των σπηλιών. Οι δυο νέοι ανατρίχιασαν. Πλέον όμως ήταν σίγουροι ότι ο παράξενος μελαχρινός είχε σχέση όχι μόνο με την επικίνδυνη ζώνη της θάλασσας, αλλά και με τους φρικτούς θανάτους. Τον είχαν δει με τα μάτια τους να χάνεται μες στα νερά. Έπρεπε να τον πιάσουν, ο καιρός και η νύχτα όμως δεν ήταν με το μέρος τους. Φουρτούνα συντάρασσε τα νερά και κούναγε απειλητικά το σκάφος. Ο αέρας φυσούσε δυνατά, κάνοντας τις άγριες κραυγές να ακούγονται πιο δυνατές και απειλητικές. Η Ηλέκτρα παρακάλεσε τον φίλο της να αναβάλουν τα σχέδια τους, καθώς είχαν αποπροσανατολιστεί και η άγρια θάλασσα κούναγε άγρια το σκάφος. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, όμως κόντευε να χάσει τον έλεγχο του σκάφους. Σε τέτοιες περιπτώσεις μόνη αφέντρα είναι η θάλασσα και η μανία της και όχι ο καπετάνιος. Το σκάφος κινδύνευε να βυθιστεί από στιγμή σε στιγμή, καθώς το κύμα το παρέσερνε όπου ήθελε, μαζί με τους δυο φίλους που προσπαθούσαν άδικα να το κυβερνήσουν. Η Ηλέκτρα πήρε τα κιάλια και κοίταξε απελπισμένη προς τη στεριά, προσπαθώντας να υπολογίσει πόσο απείχαν και πόσο παράτολμο θα ήταν να κολυμπήσουν ως εκεί. Η ματιά της έπεσε σε κάτι βράχους ενός επικίνδυνου ακρωτηρίου. Βράχους απότομους και κοφτερούς. Το πιο τρομακτικό όμως ήταν ότι τα βράχια δεν ήταν έρημα…

Παράξενες μορφές καθόντουσαν πάνω τους. Γυναικείες μορφές. Από τη μέση και πάνω θύμιζαν γυναίκες, από τη μέση και κάτω όμως είχαν ψαρίσιες ουρές. Δε μπορούσε να δει καθαρά τα πρόσωπα τους, όμως κοίταζαν προς το σκάφος, ανενόχλητες από τη δυνατή φουρτούνα. Μια βασανιστική σκέψη τρύπησε το μυαλό της Ηλέκτρας, καθώς θυμήθηκε τη μαρτυρία της Τζιας, που επέμενε ότι ο σύντροφός της σκοτώθηκε από παράξενα πλάσματα που έμοιαζαν με γυναίκες της θάλασσας. Γυναίκες. Όχι άντρες. Μήπως έκανε λάθος τελικά και ο Καλλίμαχος δεν είχε σκοτώσει κανένα;

Προτού προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, ένα μεγάλο κύμα όρμησε στο σκάφος και την άρπαξε στα σπλάχνα του. Ίσα που πρόλαβε να ακούσει τις κραυγές του Αλέξανδρου, καθώς η θάλασσα την κατάπινε στα σκοτεινά της βάθη. Προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία της, η Ηλέκτρα άναψε το φακό της προσπαθώντας να προσανατολιστεί μες στο βυθό και να μη χτυπήσει σε κάποια πέτρα. Λόγω της κακοκαιρίας τα νερά ήταν πρασινωπά, δε μπορούσε να δει καθαρά μες στη θολούρα. Κι εκείνη τη στιγμή…

Ένας παράξενος κάτοικος του βυθού παρουσιάστηκε μπροστά της. Μια γυναίκα που από τη μέση και κάτω είχε ουρά ψαριού. Μια γοργόνα. Δεν ήταν όμως η απόκοσμη φύση του πλάσματος που την τρομοκράτησε, όσο η όψη του. Λένε ότι οι γοργόνες είναι πανέμορφα θηλυκά, όμως κάνουν λάθος. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Ηλέκτρας ζωντάνευε η απόλυτη φρίκη. Το δέρμα της ήταν πρασινωπό, σα να είχε βγει από τάφο. Τα μάτια της ήταν μεγάλα και γουρλωτά, χωρίς κόρες, σαν φωτεινά μπαλάκια και από το στόμα της εξείχαν τεράστια, κοφτερά δόντια. Προσπάθησε να κολυμπήσει μακριά της, όμως ο τρόμος και η εξάντληση είχαν παραλύσει τις δυνάμεις της. Ο πανικός της μεγάλωσε όταν και δεύτερη γοργόνα άρχισε να πλησιάζει απ’ το χάος της θάλασσας. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και δεν ήταν λιγότερο αποκρουστική από την άλλη. Η Ηλέκτρα δεν είχε ελπίδα πλέον. Η έλλειψη οξυγόνου παρέλυσε το μυαλό της, ένιωσε να χάνει τον κόσμο… Λίγο πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις της, ένιωσε δυο δυνατά χέρια να τυλίγονται δυνατά γύρω  της και να την τραβάνε σε άγνωστη κατεύθυνση. Ώσπου τα πάντα σκοτείνιασαν.

Συνεχίζεται…

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Ματίνα  Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας  και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση  Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και τον Χώρο του Φανταστικού.  Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται με πιάνο και χορό οριεντάλ.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά