Μαύρα μαλλιά (Μέρος Δ’)

by Nyctophilia

Τόσο κοντά στο θάνατο είχε φτάσει, ώστε δεν πίστευε ότι θα ξαναέβλεπε το φως του ήλιου. Ακόμα κι αν τα τέρατα δεν είχαν όρεξη να τη βλάψουν, η φουρτούνα της θάλασσας δε θα την άφηνε να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Όμως διαψεύστηκε. Κάποιο καλό θαλάσσιο πνεύμα είχε επέμβει και η ψυχή της Ηλέκτρας δεν είχε εγκαταλείψει το ταλαιπωρημένο σώμα της. Ένιωθε τα μάτια της βαριά, δε μπορούσε να τα ανοίξει. Το κορμί της ήταν τόσο κουρασμένο ώστε σχεδόν δεν το ένιωθε, μπορούσε όμως να καταλάβει ότι ήταν ξαπλωμένη σε μια πολύ σκληρή επιφάνεια. Ένιωθε ότι ήταν σε δροσερό μέρος με ησυχία. Απαλά πλατσουρίσματα ακουγόντουσαν κάθε τόσο, όμως δεν είχαν σχέση με τον άγριο βρυχηθμό της τρικυμίας. Σιγά σιγά άρχισε ν’ ανοίγει τα μάτια της.

Βρισκόταν σ’ ένα μεγάλο χώρο που έμοιαζε με πέτρινη αίθουσα. Από πάνω της κρέμονταν σταλακτίτες και ήταν ξαπλωμένη σε σκληρό έδαφος, από βράχο. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι βρισκόταν σε σπηλιά, πώς βρέθηκε όμως εκεί; Ένα χαρούμενο πλατσούρισμα ακούστηκε από τη λίμνη του σπηλαίου, απαντώντας κατά κάποιο τρόπο στην απορία της:

– Μπα, μπα ! Συνήλθες;

Η Ηλέκτρα κοίταξε ξαφνιασμένη προς τη λίμνη. Μέσα κολυμπούσε ο Καλλίμαχος. Της ήρθε στο μυαλό ο χθεσινός τους καβγάς και ότι είχαν ξανοιχτεί στη θάλασσα για να τον καταδιώξουν. Φόβος την κυρίεψε όταν κατάλαβε ότι βρισκόταν μόνη μαζί του και ότι ίσως κινδύνευε. Όμως ο νεαρός δεν φαινόταν να έχει τη συνηθισμένη του όρεξη για καβγάδες.

– Μεγάλη χαζομάρα σου να βγεις στο πέλαγος με τέτοιο καιρό για να με ψάξεις… Δε μπορούσες να περιμένεις μέχρι αύριο;

Η Ηλέκτρα δεν απάντησε.

– Αν δεν ήμουν εγώ, θα ήσουν νεκρή… Σε είδα να πέφτεις στη θάλασσα και αναγκάστηκα να κολυμπήσω ως το βυθό για να σε βρω. Ήσουν απίστευτα τυχερή. Τη γλίτωσες και από τα κύματα και απ’ τις γοργόνες.

Ώστε σ’ αυτόν όφειλε τη ζωή της… Σ’ εκείνον που το προηγούμενο βράδυ απειλούσε να τη σκοτώσει. Και όχι μόνο την έσωσε την τελευταία στιγμή, αλλά ρίσκαρε και τη δική του ζωή για χάρη της. Σ’ αυτόν άνηκαν τα δυνατά μπράτσα που την άρπαξαν από την υγρή αγκαλιά του θανάτου. Κι εκείνη τον έψαχνε για να του κάνει κακό… Ήθελε να πει κάτι, το μουδιασμένο μυαλό της όμως δεν της επέτρεπε πολύπλοκες σκέψεις. Δε βρήκε καν τα λόγια να τον ευχαριστήσει.

–  Πού είμαστε ; ρώτησε στο τέλος αδύναμα. Τι είναι αυτό το μέρος ;

Ο Καλλίμαχος  χαμογέλασε :

– Καλώς ήρθες στα σπήλαια… Τη στοιχειωμένη σπηλιά. Στην πραγματικότητα βέβαια σαφώς και δεν είναι στοιχειωμένη. Ουσιαστικά είναι το σπίτι μου. Ο μόνος που στοιχειώνει τον τόπο είμαι εγώ.

Η Ηλέκτρα μπερδεύτηκε ακόμα πιο πολύ:

– Το σπίτι σου; Γιατί; Τι έρχεσαι να κάνεις εδώ;

Ο Καλλίμαχος  την κοίταξε έντονα στο πρόσωπο, με μια ξαφνική σοβαρότητα που την έκανε να ανησυχήσει.

– Κάνε πίσω Ηλέκτρα, της είπε ήρεμα. Και μείνε ψύχραιμη ο, τι κι αν αντικρίσεις…

Ήταν πράγματι ανέτοιμη για την έκπληξη που την περίμενε. Ο Καλλίμαχος  στηρίχτηκε σ’ ένα βράχο και άρχισε να βγαίνει από τη λίμνη, σα να έβγαινε από πισίνα. Το κάτω μέρος του κορμιού του άρχισε να αποκαλύπτεται σιγά σιγά. Εκεί όμως που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται τα πόδια και τα απόκρυφα σημεία του, υπήρχε μια ψαρίσια ουρά ! Μια μεγάλη, μαύρη ουρά, καλυμμένη με λέπια, που στο τέλος της ενωνόταν με δυο δυνατά πτερύγια. Ήταν γοργονάνθρωπος. Η Ηλέκτρα ζαλίστηκε. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα όμως άρχισε να συνηθίζει στην ιδέα. Είχε προ πολλού καταλάβει ότι ο καλός της είχε κάτι το μη φυσιολογικό πάνω του. Και επιτέλους είχε αποκαλύψει την ταυτότητα του. Κατά κάποιο τρόπο ένιωσε ανακουφισμένη. Ούτε ούρλιαξε, ούτε έκανε κάποια άλλη σπασμωδική κίνηση. Στην τελική οι γοργόνες που είχε αντιμετωπίσει πριν λίγες ώρες ήταν εκατό φορές πιο φρικιαστικές από το θέαμα που παρουσίαζε τώρα ο Καλλίμαχος, ο οποίος δεν είχε κοφτερά δόντια και γενικά το ανθρώπινο κομμάτι του δεν είχε καμιά διαφορά απ’ αυτό που παρουσίαζε στη στεριά. Ο νεαρός εντυπωσιάστηκε από την ψυχραιμία της:

– Παράξενο ! Αν το ήξερα ότι δεν είχες πρόβλημα θα μεταμορφωνόμουν και μπροστά σου.

Η Ηλέκτρα τον κοίταξε παραξενεμένη:

– Συγνώμη που φέρθηκα τόσο άσχημα χτες, απολογήθηκε ο Καλλίμαχος.  Προσπαθούσα να σε απομακρύνω όσο το δυνατό συντομότερα από κοντά μου. Η μεταμόρφωση μου άρχιζε από στιγμή σε στιγμή, γι’ αυτό περίμενα γυμνός πλάι στη θάλασσα. Δεν είχα καμία όρεξη να με δει άνθρωπος, εσύ όμως μου χάλασες τα σχέδια. Βασικά με τρομοκράτησες. Αν έβλεπες έτσι απροετοίμαστη τι είμαι στ’ αλήθεια, θα άρχιζες να φωνάζεις και να καλείς βοήθεια. Όλο το νησί θα έβγαινε να με κυνηγήσει, ειδικά μετά από όλα αυτά τα μακάβρια γεγονότα. Τελικά δεν το απέφυγα όμως. Με είδατε να χάνομαι στα νερά…

– Και…ήλθες εδώ, απάντησε μουδιασμένα η Ηλέκτρα. Εδώ κρύβεσαι, ξέροντας ότι δεν πλησιάζει κανείς. Αλλά… τα ουρλιαχτά; Τα βογκητά που ακούγονται από δω μέσα κατά καιρούς;

– Δεν έχεις ιδέα πόσο επώδυνη διαδικασία είναι, απάντησε βλοσυρά ο άντρας. Κάθε φορά που γίνεται, σπαρταράω ολόκληρος. Νιώθω το δέρμα μου να ξεκολλάει σαν του φιδιού, τα πόδια μου να κολλάνε και να γίνονται μια αηδιαστική ουρά. Σου εύχομαι να μην το ζήσεις ποτέ. Είναι χειρότερο κι απ’ τον πιο επώδυνο τοκετό. Και δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγω. Το μόνο καλό είναι ότι ακόμα κι αυτοί που ακούνε απομακρύνονται σα φοβισμένα γατιά και με αφήνουν στην ησυχία μου.

– Μα έχουν χαθεί άνθρωποι εδώ μέσα! Μπήκαν για να ανακαλύψουν την πηγή των ουρλιαχτών και εξαφανίστηκαν!

– Α, αυτοί είναι λίγα μέτρα παρακάτω, απάντησε αδιάφορα ο Καλλίμαχος. Οι κύριοι φέρθηκαν επιπόλαια. Το μέρος είναι γεμάτο πηγάδια και χαράδρες και δεν είχαν καν το βασικό εξοπλισμό. Δε φταίω εγώ κάπου, δεν ήμουν καν στη σπηλιά εκείνη τη μέρα. Μόνοι τους γκρεμίστηκαν. Οι σκελετοί τους είναι σ’ ένα πηγάδι καμιά πενηνταριά μέτρα πιο μακριά.

Τα πάντα αποκτούσαν νόημα πλέον. Η Ηλέκτρα έκανε την κρίσιμη ερώτηση:

– Γιατί σκότωσες δυο αθώους ανθρώπους ;

Σ’ αυτή την ερώτηση ο Καλλίμαχος φάνηκε να παρεξηγείται. Την κοίταξε ενοχλημένος, με το συνηθισμένο υποτιμητικό ύφος του. Φάνηκε να προσβάλλεται:

– Μην το ξαναπείς αυτό, είπε απότομα. Δε σκότωσα κανέναν…

– Μόνος σου το παραδέχτηκες! Χτες βράδυ που μου φώναζες στην ακρογιαλιά! Είπες «φύγε μη σε σκοτώσω και σένα» ! Το άκουσα πεντακάθαρα, αυτά τα λόγια είπες ! Λέξη προς λέξη!

Ο Καλλίμαχος  την κοίταξε εχθρικά :

– Αν ήθελα να σε σκοτώσω, θα ρίσκαρα τη ζωή μου για να σωθείς; Κολύμπησα δίπλα σε ανθρωποφάγα πλάσματα για να σε γλιτώσω και όμως έχεις την ανοησία και το θράσος να μου λες ότι θέλω το κακό σου. Σε γλίτωσα από του χάρου τα δόντια, τη στιγμή μάλιστα που εσύ και ο φιλαράκος σου επιθυμούσατε το θάνατο μου!

Η σκέψη του Αλέξανδρου διαπέρασε σαν αστραπή το μυαλό της Ηλέκτρας. Το πρόσωπο της πήρε μια έκφραση αγωνίας και ήταν έτοιμη να ρωτήσει σχετικά με την τύχη του…Ο Καλλίμαχος  όμως την πρόλαβε:

– Καλά είναι ο Αλέξανδρος… Μην ανησυχείς. Απομάκρυνε το σκάφος από τους βράχους κι έβαλε πλώρη για τη στεριά. Τον είδα.

Η κοπέλα αναστέναξε ανακουφισμένη. Κοίταξε τον Καλλίμαχο γεμάτη ευγνωμοσύνη, μη θέλοντας να φανεί αχάριστη:

– Σ’ ευχαριστώ…είπε με ειλικρίνεια. Σου χρωστάω τη ζωή μου.

Αυτός χαμογέλασε άκεφα :

– Παρακαλώ… Κάπως έπρεπε κι εγώ να ανταποδώσω την αγάπη που μου δείχνεις τόσο καιρό.

– Βάζοντας σε κίνδυνο τη δική σου ζωή ;

Ο Καλλίμαχος  κοίταζε αφηρημένα  γύρω του. Απέφευγε το βλέμμα της, λες και ντρεπόταν.

– Νιώθω τύψεις Ηλέκτρα… Όλα εξαιτίας μου έγιναν.

– …

– Τα πλάσματα που είδες στο βυθό… Που είχε δει και η Τζία… Είναι γοργόνες. Σαρκοβόρα πλάσματα, τριγυρνάνε στη γύρω θάλασσα γυρεύοντας εκδίκηση. Τόσο καιρό εμένα ζητάνε να κατασπαράξουν. Εμένα και μόνο. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν πείραξαν ούτε εσένα ούτε τη Τζία όταν είχαν την ευκαιρία. Τους αρέσει η ανθρώπινη σάρκα, όμως σκοτώνουν άντρες προσπαθώντας να πετύχουν εμένα. Πιθανόν το παρατήρησες ότι τόσο ο φίλος της Τζίας, όσο και το δεύτερο θύμα ήταν μελαχρινοί. Δεν γνωρίζουν ακριβώς ποιός είμαι, είναι αποφασισμένες όμως να ξεκάνουν αρκετούς μέχρι να βεβαιωθούν ότι ανήκω στα θύματα τους.

Το στόμα της Ηλέκτρας είχε ξεραθεί…Έγλειψε απαλά τα ξερά χείλη της, προσπαθώντας να τα ανακουφίσει από την αφυδάτωση και την αγωνία. Ο Καλλίμαχος συνέχισε να μιλάει. Δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ, τώρα όμως ήθελε να ξαλαφρώσει. Να ξεφορτωθεί για λίγο το σταυρό που τόσο καιρό κουβαλούσε κρυφά :

– Όλα έγιναν πριν δυο χρόνια περίπου. Ζούσα σε μια θαλασσινή περιοχή κοντά στην Εύβοια. Το μέρος ήταν μικρό όπως εδώ και οι περισσότεροι γνωρίζαμε ο ένας τον άλλο. Τότε δεν είχα καμία σχέση με αυτό που είμαι τώρα. Δεν φορούσα μαύρα και δεν ήμουν ένα αντικοινωνικό φρικιό. Αντιθέτως, μιλούσα και γελούσα με όλους. Είχα φίλους και δουλειά, ήμουν ευτυχισμένος. Ένα μόνο πράγμα με στεναχωρούσε.

Η Ηλέκτρα δεν τον διέκοψε… Μπορούσε όμως να μαντέψει με τι είχε να κάνει αυτό που τον ενοχλούσε:

– Ο έρωτας… Η ερωτική απογοήτευση ήταν αυτή που με στεναχωρούσε κι έκλεβε σημαντικό κομμάτι της ευτυχίας μου. Ήμουν πολύ ερωτευμένος με μια ωραία κοπέλα. Νατάσα την έλεγαν. Εκείνη όμως ούτε που γύρναγε να με κοιτάξει. Ήξερε καλά πώς ένιωθα κι όμως με περιφρονούσε και μάλιστα επιδεικτικά.

Ένα ενοχλητικό τσίμπημα τρύπησε την καρδιά της Ηλέκτρας. Η συμπεριφορά της συγκεκριμένης δε διέφερε και πολύ απ’ τη στάση που τόσο καιρό έδειχνε απέναντί της ο Καλλίμαχος. Σ’ αυτό άραγε οφειλόταν η κρύα συμπεριφορά του; Σε μια ερωτική απόρριψη που του άλλαξε για πάντα τη ζωή;

– Δεν ήταν όμως αυτό το τραγικότερο που μου συνέβη… Ένα βράδυ, μισοπνιγμένος στο αλκοόλ πήγα μέχρι το μπαρ που σύχναζε και της τα είπα όλα, λέγοντας ότι δε μπορούσα να ζήσω μακριά της και τέτοια. Μπορεί να έφταιγε το μεθύσι, ο ερωτικός μου πόθος, δεν ξέρω… Πάντως έκανα κάκιστη εντύπωση. Με έδιωξε κακήν κακώς βρίζοντας με. Όπως ήταν φυσικό εκείνο το βράδυ δε με χώραγε ο τόπος. Έκλαιγα, έβριζα και καταριόμουν τους πάντες. Πήγα μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα. Ήθελα να μείνω μόνος και να ηρεμήσω κάπως. Και τότε… Ήρθε αυτή…

Τα μάτια του κοίταζαν το κενό γεμάτα ένταση… Η φωνή του τώρα ακουγόταν πιο κομμένη. Λες και δεν απευθυνόταν στην Ηλέκτρα, αλλά στον ίδιο τον εαυτό του:

– Το νησί έβριθε από θρύλους… Τους ήξερα, τους άκουγα από πολλούς. Ότι στις ακρογιαλιές κολυμπούσαν παράξενες γυναίκες. Με γυναικείο κορμί και ψαρίσια ουρά. Γοργόνες… Έχοντας ακούσει τόσα πολλά, δε μου έκανε εντύπωση όταν τα νερά μπροστά μου άρχισαν να κυματίζουν και αναδύθηκε μια γοργόνα. Στην αρχή δεν έδωσα βάση, πίστευα ότι ήταν παραισθήσεις απ’ τον πόνο και το ποτό. Όμως κατάλαβα γρήγορα ότι η γυναίκα μπροστά μου δεν ήταν παραίσθηση. Ήταν αληθινή, με κοιτούσε και μου μιλούσε…

– Σου μιλούσε ;

– Ναι… Δεν κούναγε τα χείλη ούτε έβγαινε φωνή απ’ το στόμα της. Μιλούσε όμως μες στο μυαλό μου. Άκουγα τα μηνύματα της μες στο κεφάλι μου, σε μια κατάσταση τηλεπάθειας. Και δεν ήταν απειλητική, όπως αυτές που συνάντησες στο βυθό πριν λίγο. Όχι. Ήταν ευγενική και καλοσυνάτη, χωρίς τεράστια δόντια και τρομακτική όψη. Θα μπορούσα να πω ότι ήταν όμορφη. Όχι καλλονή, όπως περιέγραφαν οι παλιοί θαλασσινοί, αλλά αρκετά όμορφη. Και τα λόγια της ήταν γεμάτα πάθος για μένα. Πάθος και έρωτα.

Η Ηλέκτρα άκουγε απορροφημένη. Με το ζόρι πίστευε ότι της διηγούταν προσωπικές του εμπειρίες. Πιο πολύ ακουγόταν σα γοητευτικό παραμύθι:

– Δε θυμάμαι καλά… Στην αρχή δε μπορούσα να καταλάβω τα ηχητικά μηνύματα που μου έστελνε. Επικοινωνούσε μαζί μου σε παράξενες συχνότητες, σαν αυτές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα δελφίνια. Είμαι σίγουρος όμως ότι ήθελε να την καταλάβω και ότι χάρη στην ίδια μπορούσα να αποκωδικοποιήσω τα όσα έλεγε. Θα σου φανεί γελοίο, αλλά μου έκανε ερωτική εξομολόγηση. Έλεγε ότι με είχε δει από τη θάλασσα και με αγαπούσε, ότι με κίνδυνο της ζωής της πλησίαζε τη στεριά μόνο για μένα. Με καλούσε στην υγρή της αγκαλιά. Κι εγώ… Αχ, γιατί ήμουν τόσο ηλίθιος;

Η φωνή του Καλλίμαχου έσπαζε όλο και περισσότερο. Με κάθε λέξη του αναβίωνε τα γεγονότα που είχαν αλλάξει τόσο τη ζωή του. Το πρόσωπο του είχε πάρει μια έκφραση δυστυχίας, συνδυασμένης  με ένα αλλόκοτο χαμόγελο:

– Έκανα έρωτα μαζί της! στρίγκλισε. Ήμουν βλάκας, ηλίθιος… Αντί να πάω με μια πόρνη ή να εκτονώσω αλλού το πάθος μου, συνευρέθηκα μ’ ένα πράγμα που ούτε καν ήξερα από τι κόσμους προέρχεται!

– Και γιατί… ήταν τόσο κακό αυτό; ρώτησε η Ηλέκτρα με μια μάλλον χαζή έκφραση. Ο Καλλίμαχος έδωσε λίγο χρόνο στον εαυτό του, προσπαθώντας να ηρεμήσει από τα νεύρα και την ένταση:

– Μέχρι τότε πίστευα ότι οι γοργόνες είναι ψυχρά πλάσματα, είπε αφού χαλάρωσε κάπως. Η θέρμη και το πάθος της συγκεκριμένης όμως ξεπερνούσαν και την πιο έμπειρη παλλακίδα. Τόσο ο έρωτας της για μένα, όσο και η δική μου ερωτική απογοήτευση, σε συνδυασμό με το μεθύσι και την ερωτική μου πείνα μας οδήγησαν σε έντονες εκρήξεις. Με πήγε σ’ ένα ερημικό μέρος και έγινε ο, τι έγινε. Ουσιαστικά τη χρησιμοποίησα… Εκείνη έτρεφε συναισθήματα, η δική μου καρδιά όμως άνηκε στη Νατάσα, όσο κι αν την κλοτσούσε. Απλά ήθελα να περάσω καλά. Να ξαναχτίσω κάπως τη διαλυμένη μου αυτοπεποίθηση, με τη σκέψη ότι υπήρχε γυναίκα που με ήθελε γι’ αυτό που είμαι, έστω κι αν ήταν γοργόνα. Λογικό ήταν ότι θα ακολουθούσαν προβλήματα.

Έκανε μια μικρή παύση, προσπαθώντας να προετοιμαστεί για τη συνέχεια.

– Είναι αλήθεια ότι οι γυναίκες εύκολα δένονται συναισθηματικά μ’ έναν άντρα άπαξ και κάνουν έρωτα μαζί του. Δεν ήξερα όμως ότι το ίδιο ισχύει και για αυτά τα πλάσματα. Φαντάσου το σοκ που έπαθα όταν μου ζήτησε… σχέση.

Τα μάτια της Ηλέκτρας άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. Ο Καλλίμαχος επιβεβαίωσε τα όσα άκουσε με ένα μίζερο χαμόγελο:

– Ακριβώς… Μου έλεγε ότι με αγαπούσε και ήθελε να μείνουμε μαζί. Για την ακρίβεια, να με πάρει μαζί της στο βυθό της θάλασσας!

– …

– Εγώ φυσικά απέρριψα από την πρώτη στιγμή αυτή τη χάρη. Για την ακρίβεια, σηκώθηκα να φύγω από τη σπηλιά. Ούτε που ήθελα να την ξαναδώ. Εκείνη όμως ήταν κατηγορηματική. Ήξερα ότι οι γοργόνες μπορούν να γίνουν επικίνδυνες, τόση ήταν η κάψα μου όμως που δεν έδωσα σημασία ούτε σ’ αυτό. Ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής μου. Ήταν αργά όμως. Δε θα ξεχάσω ποτέ τον τρόμο που με κυρίεψε όταν μου είπε ότι με αυτή μας την πράξη είχα δεθεί για πάντα μαζί της.

Οργή και θλίψη άρχισε να διαφαίνεται στα λόγια του Καλλίμαχου. Με κάθε του πρόταση η Ηλέκτρα μπορούσε να δει την συνηθισμένη κακία του να καθρεφτίζεται στο ταλαιπωρημένο του πρόσωπο. Μια φαινομενική κακία που είχε τις ρίζες της στα λάθη του παρελθόντος :

– Μου είπε ότι πλέον ανήκω στη θάλασσα! Ότι ύστερα από την επαφή μας ανήκω σ’ αυτήν και ότι τίποτα δεν το αλλάζει αυτό! Ότι σύντομα θα άρχιζε να φαίνεται και στο σώμα μου!

Ο Καλλίμαχος άρχισε να ουρλιάζει. Η Ηλέκτρα δεν τόλμησε να τον διακόψει. Με μάτια βουρκωμένα, άκουγε την επώδυνη συνέχεια :

 – Μου είπε ότι θα αποκτούσα ψαρίσια ουρά σαν τη δική της ! Ότι έπρεπε να εγκαταλείψω τη στεριά και να ζήσω στο βυθό μαζί της σαν κανονικός γοργονάνθρωπος! Ας μου έλεγε ότι ήταν φορέας του AIDS ή κάτι τέτοιο. Θα το άντεχα. Όχι αυτό όμως! Εκείνη τη στιγμή θόλωσε το μυαλό μου… Ένιωθα ότι χανόμουν σε αβύσσους. Κυριολεκτικά. Και πάνω στην τρέλα μου έκανα και δεύτερο λάθος: της επιτέθηκα.

– Τι εννοείς ; Τι της έκανες ;

– Την κακοποίησα. Με το χειρότερο τρόπο. Ήταν υπεύθυνη για το κακό που με βρήκε, μου απέκρυψε τις συνέπειες της πράξης μας. Δε μου είπε την αλήθεια και με εγκλώβισε στον κόσμο της παρά τη θέληση μου. Το λιγότερο που μπορούσα να της κάνω ήταν να της ανταποδώσω το κακό που μου έκανε. Να την εκδικηθώ… Δε φαντάζεσαι πόσο τη χτύπησα. Τη γρονθοκόπησα, την κλότσησα… Έφτασα σε σημείο να προσπαθώ να λιώσω το κορμί της με βράχια. Αν ήταν κανονική γυναίκα θα είχε πεθάνει, κρατιόταν όμως στη ζωή. Έκλαιγε, με ικέτευε να σταματήσω και μου έλεγε ότι μ’ αγαπάει. Ως τη στιγμή που τα μάτια της έκλεισαν για πάντα έλεγε ότι μ’ αγαπάει. Δε μ’ ένοιαζε όμως. Ήθελα να της κάνω κακό. Να τη σκοτώσω…

Και πάλι η Ηλέκτρα δε μίλησε. Τον κοίταζε έντονα, ακούγοντας διψασμένα τη συνέχεια, μην ξέροντας αν είχε μπροστά της ένα θύμα ή ένα θύτη.

– Όταν σου είπα χτες στην παραλία «φύγε μη σε σκοτώσω και σένα» δεν εννοούσα ότι είμαι δολοφόνος. Δεν ήθελα να καταλάβεις αυτό. Πράγματι όμως έχω σκοτώσει στη ζωή μου, έστω κι αν το θύμα μου δεν ήταν άνθρωπος. Σαφώς και δε φοβόμουν καμιά νομική συνέπεια και καμιά φυλακή. Πού ακούστηκε να κατηγορηθεί άνθρωπος για φόνο γοργόνας. Όταν τη σκότωσα όχι μόνο δε κρύφτηκα, αλλά έδειξα σε όλους το κατόρθωμα μου: Γύρισα στο νησί με το πτώμα της στη βάρκα μου. Το έδειχνα σε όλους γεμάτος περηφάνια, ισχυριζόμενος ότι ήθελε να με σκοτώσει, αλλά τη νίκησα. Είδα το όνομα μου στις εφημερίδες, έβγαλα πολλά λεφτά… Με λίγα λόγια φέρθηκα με τον πιο ανήθικο τρόπο: την κακοποίησα, τη σκότωσα και κέρδισα δόξα και χρήμα απ’ το θάνατο της. Το σώμα της το πέταξα σε μια ακρογιαλιά μια δυο μέρες μετά. Σιχαινόμουν να το κρατήσω σπίτι ούτε είχα όρεξη να το δώσω σε ειδικούς, να μπλέξω με κανάλια και τέτοια. Ήμουν δημοφιλής στον τόπο μου κι αυτό μου αρκούσε. Μου βγήκαν όλα ξινά όμως, όταν διαπίστωσα ότι τα λόγια της ήταν αληθινά: τα μαλλιά μου άρχισαν για ανεξήγητο λόγο να μακραίνουν απότομα και στο κάτω μέρος του σώματος μου άρχισαν να φαίνονται λέπια και φολίδες. Τρομοκρατήθηκα. Κανένας δε μπορούσε να με βοηθήσει, αφού σε όλους είχα πει ψέματα σχετικά με την περιπέτεια μου με τη γοργόνα. Λίγες μέρες μετά, όταν έκανα μπάνιο ένιωσα το κάτω μέρος του κορμιού μου να παραλύει. Ένιωθα φρικτούς πόνους. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις πώς είναι να βλέπεις τα πόδια σου να εξαφανίζονται και να μεταμορφώνονται σε ουρά ψαριού…

– Όπως καταλαβαίνεις, ήταν αδύνατο να συνεχίσω να ζω σα φυσιολογικός άνθρωπος. Και δεν άντεχα το ενδεχόμενο να με λιντσάρουν. Ήταν σίγουρο ότι δεν άνηκα άλλο στον τόπο μου. Έτσι, εγκατέλειψα τους πάντες και τα πάντα. Στην επόμενη μεταμόρφωση μου βούτηξα στη θάλασσα και ήρθα κρυφά ως εδώ, αποφασισμένος να φυλάξω το μυστικό μου και προ πάντων να κόψω τις ανθρώπινες επαφές. Και ειδικά τις επαφές με τις γυναίκες, που σ’ όλη τη ζωή μου μόνο κακό μου έκαναν. Επίτηδες προσπαθώ να φαίνομαι αλλόκοτος, να κάνω τους άλλους να φεύγουν μακριά μου. Μόνο εσύ με αγάπησες και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό. Δε μπορούμε όμως να είμαστε μαζί. Στην τελική, αν δεχόμουν να είμαι μαζί σου, θα κατέστρεφα τη ζωή σου, όπως καταστράφηκε και η δική μου. Θα γινόσουν κι εσύ ένα μισοανθρώπινο υποκείμενο με γαλάζια ουρά. Θα το ‘θελες ;

Η ερώτηση ήταν ρητορική βέβαια. Η Ηλέκτρα δεν απάντησε. Η διήγηση του Καλλίμαχου έφτασε στο τέλος της με τα παρακάτω λόγια:

– Πίστευα ότι το κακό θα σταματούσε εκεί. Αν κάνεις όμως ένα σοβαρό λάθος, αυτό γεννάει κι άλλα. Πολλαπλασιάζεται. Απ’ ο, τι φαίνεται λοιπόν, η γοργόνα είχε και παρέα. Αιμοδιψείς φίλες ή τελοσπάντων άτομα του είδους της που ζητούσαν ένα πράγμα: εκδίκηση. Να τιμωρήσουν αυτόν που την κακοποίησε μέχρις εσχάτων. Άρχισαν να τριγυρνούν στις θάλασσες μας με επιθετικές διαθέσεις. Με σκοπό να καταβροχθίσουν, να σκοτώσουν. Προφανώς γνώριζαν περίπου πώς μοιάζω, έτσι περιόρισαν τις επιθέσεις τους σε άντρες με τους οποίους έχω κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Κομματιασμένα πτώματα άρχισαν να ξεβράζονται στο νησί μου. Επικράτησε πανικός όπως και δω. Δεν ήθελα να είμαι υπεύθυνος και για άλλο κακό κι έτσι το πήρα απόφαση κι έφυγα από κει. Η απουσία μου όμως δεν πέρασε απαρατήρητη από δαύτες. Έφτασαν ως εδώ. Δε θα σταματήσουν αν δεν σκοτωθώ… Μάλλον αυτό θα κάνω. Θα πέσω στη θάλασσα, να παραδοθώ. Αρκετές συμφορές προκάλεσα…

Η Ηλέκτρα έτρεξε κοντά του. Τον πήρε με στοργή στην αγκαλιά της, χωρίς να φοβάται την ψαρίσια μορφή του. Προσπάθησε να τον παρηγορήσει, δεν πρόλαβε όμως. Δυνατός θόρυβος ακούστηκε από την είσοδο της σπηλιάς. Θόρυβος απο ανθρώπους που μιλούσαν όλοι μαζί. Σε μια στιγμή, η έρημη σπηλιά πλημμύρισε από πλήθος κόσμου. Πρώτοι μπήκαν ο Αλέξανδρος με τη Τζία. Ακολούθησαν και άλλοι κάτοικοι του νησιού, οι οποίοι όταν είδαν τον γοργονάνθρωπο τα ‘χασαν στην αρχή, ύστερα όμως η οργή φάνηκε καθαρά στα πρόσωπα τους. Η Ηλέκτρα, που κι αυτή ξαφνιάστηκε απ’ την απρόσμενη κοσμοπλημμύρα, προσπάθησε να μιλήσει πρώτη, την πρόλαβε όμως ο Αλέξανδρος. Άρχισε να ουρλιάζει μπροστά στο πλήθος οτι το πλάσμα μπροστά τους ήταν υπεύθυνο για όλα και οτι το προηγούμενο βράδυ είχε απειλήσει ευθέως να σκοτώσει και την Ηλέκτρα. Εκείνη προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, λέγοντας οτι χάρη στον Καλλίμαχο ήταν ακόμα ζωντανή, όμως την διέκοψε η καλύτερη της φίλη. Η Τζία με το που είδε τα μαύρα μαλλιά του Καλλίμαχου θυμήθηκε αμέσως το μελαχρινό πλάσμα που κολυμπούσε μαζί της εκείνο το μοιραίο βράδυ. Ξέχασε οτι επρόκειτο για γυναίκα και αποφάσισε να κατηγορήσει αυτόν που είχε μπροστά της.

Μέσα σε λίγα λεπτά ξέσπασε οχλαγωγία μες στη δήθεν στοιχειωμένη σπηλιά. Άρχισαν να βρίζουν και να κατηγορούν τον Καλλίμαχο, τον οποίο στην τελική ποτέ δεν είχαν συμπαθήσει. Οι φωνές της Ηλέκτρας, που προσπαθούσε να εξηγήσει τι πραγματικά είχε συμβεί, ούτε που ακούστηκαν. Κανένας δεν έδωσε σημασία στην κοπέλα που προσπαθούσε να υπερασπιστεί το σωτήρα της. Ούτε και οι δυο καλύτεροί της φίλοι. Είχε έρθει πια η ώρα να ξεριζώσουν το αγκάθι που βασάνιζε το νησί τους. Και που λανθασμένα πίστευαν οτι ήταν ο άντρας με την παράξενη όψη, έστω κι αν ήταν αδύναμος για να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Το οργισμένο πλήθος όρμησε στον Καλλίμαχο. Άρχισαν να τον λιντσάρουν. Να τον βρίζουν, να τον χτυπάνε με ξύλα και πέτρες… Άδικα η Ηλέκτρα ούρλιαζε κλαίγοντας να τον αφήσουν ήσυχο. Ο κόσμος είχε αφηνιάσει. Ακόμα και όταν τον ξέκαναν απο τα χτυπήματα δε σταμάτησαν: τον ακινητοποίησαν στο έδαφος κι άρχισαν να τον τρυπάνε με αγκίστρια και άλλα αιχμηρά εργαλεία. Ξέσκιζαν τη σάρκα του γεμάτοι ενθουσιασμό. Κι εκείνος δε μίλαγε. Ούρλιαζε απ’ τον πόνο, αλλά δε μίλαγε. Αιμορραγούσε από παντού, δεν προσπάθησε όμως να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Στην τελική ίσως το άξιζε… Και με το παραπάνω. Πριν δυο χρόνια έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα σε ένα αθώο πλάσμα, μόνο και μόνο επειδή τον αγάπησε: Το κακοποίησε και το σκότωσε. Όλα εδώ πληρώνονται όμως. Κάθε δάκρυ, κάθε κύμα πόνου που τράνταζε το κορμί του άνηκε κάποτε σ’ αυτή… Και τώρα ήταν στη θέση της. Άφησε τον εξαγριωμένο όχλο να τον ξυλοκοπήσει, να χαράξει το δέρμα του με κοφτερές λεπίδες… Μπροστά στην ανεξέλεγκτη βία, πρώτη λιποθύμησε η Ηλέκτρα. Είχε αποτύχει. Εκείνος την είχε σώσει. Εκείνη όμως είχε σταθεί αδύναμη.

Το μένος των οργισμένων κατοίκων καταλάγιασε κάπως όταν ο Καλλίμαχος σωριάστηκε στο έδαφος, μισοπεθαμένος πια. Τον έδεσαν με σκοινιά και δίχτυα και τον μετέφεραν πίσω στο νησί. Την αναίσθητη Ηλέκτρα μετέφεραν ο Αλέξανδρος και η Τζία. Όταν όμως άνοιξε τα μάτια της και τους είδε απο πάνω της, ένα άγριο κύμα μίσους πλημμύρισε την καρδιά της. Για την αδικία και το οτι τον κατηγόρησαν άδικα, τη στιγμή που και οι δυο είχαν αντιληφθεί ότι το κακό προερχόταν απο θηλυκές γοργόνες. Ειδικά η Τζία, που ως την τελευταία στιγμή ισχυριζόταν ακράδαντα οτι γυναίκες ήταν αυτές που σκαρφάλωσαν στη βάρκα της. Ήταν λογικό το οτι η Ηλέκτρα την έφτυσε στο πρόσωπο, λέγοντας της οτι δεν ήθελε να την ξαναδεί. Το ίδιο ίσχυε και για τον Αλέξανδρο. Τους αηδίαζε και τους δυο.

Το μαρτύριο για το δύσμοιρο γοργονάνθρωπο είχε πάρει τέλος. Επιτέλους είχε έρθει η νύχτα, να τον προστατέψει με το σκοτάδι της. Επιτέλους τον είχαν εγκαταλείψει στην αγκαλιά της θάλασσας. Καλά δεμένος απο μια βάρκα, περίμενε υπομονετικά το θάνατο να τον λυτρώσει. Έναν θάνατο που οι διώκτες του είχαν αποτύχει να του δώσουν, είτε επειδή πίστεψαν λανθασμένα οτι πέθανε είτε επειδή ήθελαν να τον κρατήσουν επίτηδες ζωντανό για να εκτονώσουν κι άλλο το σαδισμό τους. Δεν τον ένοιαζε. Απ’ το πρωί ερχόταν κόσμος στην ακτή, θέλοντας να τον παρατηρήσουν απο κοντά. Πλησίαζαν τη βάρκα όπου τον είχαν δέσει και τον κοίταζαν σοκαρισμένοι. Κάποιοι τον φωτογράφιζαν. Άλλοι τον καταριόντουσαν, του πετούσαν πέτρες ή άλλα αντικείμενα. Δεν τους κατηγορούσε. Έστω και έμμεσα έφταιγε για το κακό που προκάλεσε. Δεν άντεχε άλλο όμως το σωματικό πόνο και τον εξευτελισμό. Ούτε επιθυμούσε να ζήσει σε ενυδρείο, μέσα σε επιστημονικά εργαστήρια. Το μόνο που ήθελε ήταν να πεθάνει. Τίποτ’ άλλο.

Μια ανακούφιση τον πλημμύρισε όταν είδε τα νερά λίγο μακρύτερα του να αναδεύονται. Ήξερε οτι ήταν εκείνες. Επιτέλους είχαν πετύχει το σωστό άνθρωπο. Επιτέλους θα σταμάταγε το μακελειό. Και εκείνος θα ησύχαζε και ο τόπος. Ένιωθε ήδη τη μυρωδιά του θανάτου. Ήταν έτοιμος… Έτοιμος να δει τις φρικτές γοργόνες να βγαίνουν στην επιφάνεια, να νιώσει τα κοφτερά τους δόντια. Ας είναι. Περίμενε να δει τα φοβερά τους κεφάλια να ξεπροβάλουν απο τα μαύρα νερά. Δεν ήταν πολλές όμως. Μονάχα μια.

Και δεν ήταν αποκρουστική. Ήταν όμορφη. Όσο όμορφη της επέτρεπαν να είναι τα σημάδια και οι ουλές που έφερε το πρόσωπο της. Και που ο ίδιος της είχε προκαλέσει. Έκπληξη και δέος πλημμύρισε τον Καλλίμαχο, όταν αναγνώρισε την άγνωστη γοργόνα απο την οποία ξεκίνησαν όλα. Δεν ένιωθε όμως μίσος πια. Όχι. Η γοργόνα κοίταζε το παραμορφωμένο του πρόσωπο, που είχε γίνει μια μαύρη μάζα απο τα χτυπήματα. Το κορμί του ήταν καμένο και τρυπημένο απο αγκίστρια και καμάκια. Είχε κακοποιηθεί πολύ χειρότερα απ’ αυτή. Σίγουρα το θέαμα ήταν μεγάλη ηθική ικανοποίηση για το πλάσμα, δε φαινόταν όμως να το εκλαμβάνει έτσι. Τα παράξενα μάτια της κοίταζαν έντονα τον Καλλίμαχο, που παρακαλούσε μέσα του να τον σκοτώσει σχετικά ανώδυνα. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως, η γυναίκα τύλιξε τα παράξενα χέρια της γύρω του και τον αγκάλιασε. Χωρίς να το θέλει, τα μάτια του βούρκωσαν απο συγκίνηση. Η παράξενη γυναίκα όχι μόνο δεν του κρατούσε κακία, αλλά προσπαθούσε να τον βοηθήσει. Το μίσος του δεν είχε σταθεί αρκετό για να τη σκοτώσει. Απ’ ο, τι φαίνεται είχε καταφέρει να επιβιώσει και να γυρίσει πίσω στη θάλασσα Και τώρα τον πλησίαζε μόνο και μόνο για να τον σώσει. Έλυσε τα δυνατά σκοινιά που έσφιγγαν το πονεμένο κορμί του και τον φίλησε στο στόμα. Ο Καλλίμαχος ανταπέδωσε, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω της. Δεν παρατήρησε οτι είχαν αρχίσει να χάνουν την ανθρώπινη υπόστασή τους, οτι άρχιζαν να ενώνονται με μεμβράνες. Ούτε οτι το δέρμα του πήρε ένα γαλαζωπό χρώμα. Οι μεταμορφώσεις του τον τελευταίο καιρό ήταν όλο και πιο συχνές… Είχε έρθει πια η ώρα. Όχι να πεθάνει, αλλά να ζήσει για πάντα στη θάλασσα. Μαζί της.

– Καλλίμαχε!

Η δυνατή φωνή ακούστηκε γεμάτη πόνο κι έκπληξη από την άκρη της παραλίας. Εκείνος γύρισε και κοίταξε. Στην άκρη της θάλασσας στεκόταν η Ηλέκτρα. Τον κοίταζε γεμάτη απορία και στενοχώρια. Ο Καλλίμαχος χαμογέλασε. Δε μπόρεσε να κουνήσει τα χείλη του, προσπάθησε όμως να κατευθύνει το μυαλό του προς την πληγωμένη της καρδιά. Και η Ηλέκτρα ένιωσε μέσα της αυτά τα λόγια:

– Σ’ ευχαριστώ για όλα, καλή μου… Σ’ ευχαριστώ για την αγάπη που μου έδωσες. Λυπάμαι που δεν ήμουν άξιος να την κρατήσω. Ήρθε η ώρα να φύγω… Θα σε θυμάμαι.

Η Ηλέκτρα αναταραζόταν απ’ τους λυγμούς, χωρίς να ξέρει τι την πονούσε πιο πολύ. Το ότι χανόταν μια και καλή στους σκοτεινούς βυθούς ή ότι ήταν στην αγκαλιά μιας άλλης; Ωστόσο υπήρχαν και λόγοι να χαίρεται: οι πληγές του αγαπημένου της είχαν εξαφανιστεί σχεδόν τελείως. Οι πόνοι υποχωρούσαν. Υιοθετούσε σταδιακά χαρακτηριστικά που δεν άνηκαν στον κόσμο των ανθρώπων, τώρα όμως ο Καλλίμαχος τα δεχόταν μ’ ευχαρίστηση. Επιτέλους οι επώδυνες μεταμορφώσεις σταματούσαν… Άνηκε πλέον για πάντα στη θάλασσα.

– Η θέση σου είναι στη στεριά, Ηλέκτρα. Έχεις ανθρώπους που σ’ αγαπάνε. Κυρίως τον Αλέξανδρο. Θα έδινε και τη ζωή του για σένα, το ξέρω. Μην τον παρεξηγείς που μου επιτέθηκε, το μόνο που ήθελε ήταν να σε προστατέψει. Κι εγώ αυτό θα έκανα. Κράτα τον δίπλα σου. Κι εγώ θα είμαι μαζί σου για πάντα, κάθε φορά που θα ταξιδεύεις στη θάλασσα. Θα σε προστατεύουμε και οι δυο. Είσαι ένας άγγελος. Αντίο.

Το παράξενο ζευγάρι πλατάγιασε με δύναμη τις ουρές του και εξαφανίστηκε στα μαύρα νερά. Η Ηλέκτρα δεν ήξερε αν έπρεπε να αισθανθεί λύπη ή χαρά. Κοίταζε αμίλητη την ήρεμη θάλασσα, ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Μόνο όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε και την αγκάλιασε ένιωσε κάπως καλύτερα. Ένα κύμα γαλήνης πλημμύρισε την καρδιά της. Ήξερε ότι ο Καλλίμαχος ήταν ευτυχισμένος και είχε βρει τον εαυτό του. Ήταν σειρά της να κάνει το ίδιο. Αγκάλιασε τον αγαπημένο της και περπάτησαν ήρεμα ως το σπίτι. Δεν κρατούσε πια κακία σε κανένα. Και αυτό την έκανε να νιώθει ελεύθερη.

Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς δραπέτευσε ο γοργονάνθρωπος. Πολλοί κατηγόρησαν την Ηλέκτρα, αφού ήταν η μόνη που είχε πάρει το μέρος του. Της είπαν ότι θα ήταν υπεύθυνη για τον επόμενο θάνατο. Αυτό όμως δε συνέβη ποτέ. Οι επιθέσεις σταμάτησαν. Κανένας δεν ξαναείδε φρικιαστικές γυναίκες να στοιχειώνουν τη θάλασσα… Κάθε φορά που η Ηλέκτρα όμως έβγαινε στη θάλασσα με τη βάρκα της, έβλεπε σχεδόν πάντα μια μεγάλη ουρά να βγαίνει στην επιφάνεια και να κουνιέται χαρούμενα, σα να τη χαιρετάει.

-ΤΕΛΟΣ-

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Ματίνα Μαντά ζει στο Ναύπλιο κι εργάζεται σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Είναι απόφοιτη της Γερμανικής Φιλολογίας και γνωρίζει τρεις γλώσσες. Έχει βραβευτεί στα 17 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών σε διαγωνισμό ποίησης κι αγαπά από μικρή τα βιβλία και τον Χώρο του Φανταστικού. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και διηγήματα και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Σκοτεινές Ιστορίες» και «Στα μονοπάτια της Ανατολής». Ασχολείται με πιάνο και χορό οριεντάλ.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά