Μαύρο Παραμύθι (Μέρος Α’)

by Μαρία Δανιήλ

Σε μια χώρα μακρινή, που τ’ όνομα της έχω από καιρό ξεχάσει, γεννήθηκε ένα καταραμένο παιδί. Το μικρό αγόρι προήλθε από την ένωση μια νεράιδας του νερού κι ενός ξυλοκόπου του δάσους. Είχε σχιστά μεγάλα μαύρα μάτια και μαλλιά, δέρμα με χρώμα περίεργο, με μαβιές ανταύγειες που θύμιζαν πολύ την νεκρική χλομάδα. Τα χείλη του ήταν λεπτά και σκούρα, σχεδόν μελανά, η μύτη του πλακουτσωτή και τ’ αυτιά του μυτερά.

Η νεράιδα- μητέρα του, όπως πρόσταζαν οι νόμοι του Νεραϊδόκυκλου, ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι, φάσκιωσε το παιδί, το έβαλε μέσα σ’ ένα καλάθι και πήρε τον δρόμο που οδηγούσε στο κοντινότερο χωριό. Εκεί, έψαξε με την δύναμη του μυαλού και βρήκε ένα σπίτι που μόλις είχε δεχθεί τον ερχομό ενός μωρού. Μπήκε, λοιπόν, κρυφά στο σπίτι κι αντάλλαξε το άσχημο της μωρό με το άλλο, το όμορφο, το θνητό.

Ήταν ένα κορίτσι με μάγουλα ρόδινα, χείλη πορφυρά, μάτια γαλανά και κατακόκκινα, σγουρά μαλλιά. Το πρόσωπο της έσφυζε από υγεία. Και κάπως έτσι, αφού η περίεργη ανταλλαγή είχε ολοκληρωθεί, η νεράιδα- μητέρα γύρισε στα βάθη του δάσους, στον Νεραϊδόκυκλο.

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε μια μέρα βροχερή και σκοτεινή. Η μητέρα του κοριτσιού ξύπνησε κι αντί να βρει στην κούνια το δικό της παιδί, αντίκρισε με φρίκη αυτό το Αλλαξοπαιδί. Χωρίς δεύτερη σκέψη και με τους λυγμούς να την πνίγουν, πήρε το παιδί και το έκρυψε σ’ ένα καλάθι. Το σκέπασε καλά και στόλισε το μικρό του καταφύγιο με μαύρες κορδέλες.

Πριν ο ήλιος μεσουρανήσει, η μητέρα πήρε τον δρόμο για τους καταρράκτες κι εκεί, αποστρέφοντας το βλέμμα, έριξε στο νερό το καλάθι με το άσχημο μωρό. Έπειτα, έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι λαμπερό και την γλώσσα της έκοψε με μιας, σε κανέναν να μην μπορέσει να πει για το παιδί με την νεκρική μορφή.

Το καλάθι, όμοιο με βαρκούλα χαμένη στους αγέρες, ταξίδεψε πολύ και του μικρού πρίγκιπα η σωτηρία εξαρτήθηκε από της Κλωθούς, της Λάχεσις και της Ατρόπου την βουλή. Εκείνες που το μαλλί της ίδιας της μοίρας γνέθουν, τους αγέρες σταματήσαν και νέα πνοή ζωής μέσα του φυσήσαν. Κι έτσι, ο πρίγκιπας μας ο μικρός βρήκε καινούριο σπιτικό, στην όχθη ενός βρώμικου βάλτου. Το καλάθι σε μουσικό κουτί μεταμορφώθηκε, μεγάλα μυστικά, ατόφια μαγεία φορτώθηκε.

Με τον καιρό τα χρόνια περάσαν, τ’ αστέρια γεράσαν και ο πρίγκιπας Ερίκ δεν γνώρισε άλλη ζωή από εκείνη στο μουσικό κουτί. Ώσπου μια νύχτα μ’ ολόγιομο φεγγάρι η όμορφη κόρη λάθος δρόμο πήρε. Μέσα στο δάσος χάθηκε και τελικά στον στοιχειωμένο βάλτο βρέθηκε. Γύρω της αντίκρισε ένα μέρος περίεργο, ζοφερό. Κούνιες παλιές και ξεχαρβαλωμένα καρουζέλ, σχισμένες σκηνές και πάρκα με τίγρεις, άλογα, φίδια και μαϊμούδες άυλες, από καιρό νεκρές. Παιδί του μυστικισμού και της φαντασίας, αν και μικρής ηλικίας, από την σκοτεινιά του βάλτου γοητεύτηκε και εκεί αποκοιμήθηκε.

Τότε ο πρίγκιπας βγήκε απ’ το κουτί και πλησίασε την κόρη αυτή, την όμορφη, την λαμπερή. Κοιμισμένη αυτή δεν κατάλαβε το χάδι του στα μαλλιά της τα κόκκινα, σαν το κρασί του θεού Διονύσου. Κι εκείνος το αγνό πλάσμα στα χέρια του σήκωσε και απ’ το λευκό της φως στο πρόσωπο του ένα δάκρυ κύλησε. Στο κουτί μαζί της επέστρεψε και στο σκοτάδι τους δυο τους με μιας έπνιξε.

Όταν η κόρη, που το όνομα της Λεβάνα ήτανε, τα μάτια της άνοιξε, από την αγκαλιά του πρίγκιπα πάσχισε να φύγει. Γύρω της όμως κοίταξε και τον ξόρκισε, τον παρακάλεσε όσο μπορεί πιο σφιχτά να την κρατάει. Εκείνος υπάκουσε σιωπηλά και σιγά- σιγά της μαγνήτισε το βλέμμα μ’ εκείνα τα μάτια του τα μαύρα και σχιστά. Χωρίς τα χείλη του να κουνήσει της άνοιξε την καρδιά κι απ’ των πέπλων και των δακρύων την συννεφιασμένη μέρα, έφτασε στην ζωντανή στιγμή που την Λεβάνα σήκωσε τρυφερά στην αγκαλιά.

Κατέβηκαν εφτά κλίμακες, χιλιάδες σκαλιά, ώσπου έφτασαν στο κέντρο της γης, εκεί που είναι κρυμμένα όλα τα μυστικά. Η Λεβάνα τις σκιές που τον σκεπάζουν κοιτάζει και δίχως στιγμή να φοβηθεί, φωνάζει:

«Μου έδειξες την νύχτα, μ’ έφερες στην σκοτεινιά. Άσε τώρα να σου δείξω που έχει η αγάπη φωλιά. Με φως και τραγούδια θα σε ταξιδέψω και τα φιλιά μου ευλογημένο ένδυμα θα σου φορέσω.»

Ο πρίγκιπας όμως το ναι φοβάται να το πει, χωρίς το πρόσωπο του να την αφήσει να δει. Με αργά βήματα την πλησιάζει και στο πέρασμα του όλους τους καθρέφτες ξεσκεπάζει.

Η Λεβάνα περικυκλωμένη πια απ’ την δική του μορφή, πλέον φως δεν μπορεί να δει. Το μυαλό αλλά και το κορμί αρνούνται ν’ αφεθούν στα δικά του χέρια για ολόκληρη της τη ζωή.

Μια ζωή που κρέμεται από λεπτή κλωστή, όταν το βασίλειο του πρίγκιπα έρχεται να δει αυτή την καινούρια, άσπιλη, παρθενική μορφή που δεν γνωρίζει αμαρτία τι πάει να πει. Η Λεβάνα τρομοκρατημένη κρύβεται στου Ερίκ την αγκαλιά. Και τότε εκείνος σκύβει και της ψιθυρίζει απαλά:

«Όλοι τους είναι σαν εμένα. Τα όνειρα τους είναι ραντισμένα με στάχτη κι αίμα.»

Εκείνη τα γαλανά της μάτια μια τελευταία φορά στα δικά του σήκωσε και μετά για πάντα χάθηκε. Μες στο σκοτάδι το φως δεν μπορεί να ζει. Πεθαίνει στην στιγμή. Ο Ερίκ γονατίζει και θρηνεί γοερά, βλέποντας τα πάντα, νιάτα αθωότητα, ομορφιά, άψυχα και νεκρά μέσα στην δικιά του αγκαλιά.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά