Νύχτα, άνθρωπος και τέχνη (Μέρος Β’)

by Μαρία Δανιήλ

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Α’.

Blessed be the creatures of the night

Οι άνθρωποι χρησιμοποιώντας το γόνιμο έδαφος της σιωπής και του σκοταδιού της νύχτας, μετέτρεψαν το βασίλειο της σελήνης σ’ έναν κόσμο γεμάτο πλάσματα που έμοιαζαν με τους δημιουργούς της, όμως ταυτόχρονα διέφεραν με ποικίλους τρόπους. Παρακάτω θα δούμε μερικά από αυτά.

Βρικόλακες

Ο βρικόλακας εντάχθηκε στην λογοτεχνία και την φαντασία της δυτικής Ευρώπης τον 18ο αιώνα, με πρώτα δείγματα το ποίημα Thalaba the Destroyer του Robert Southey (1797) και την ιστορία του John Polidori, The Vampire (1819) την οποία και εμπνεύστηκε από ιστορίες που είχε συλλέξει ο Λόρδος Βύρωνας από την Ελλάδα.

Για τους αγαπημένους απέθαντους θα προσπαθήσω να μην πω πολλά, μιας και έχουν αναλυθεί επιμελώς σε προηγούμενο άρθρο της Nyctophilia. Θα παραθέσω τα λόγια του Montague Summers από το βιβλίο The Vampire in Europe (1929): «Πουθενά αλλού δεν έχει επικρατήσει στην συλλογική συνείδηση η απόλυτη πίστη στους βρικόλακες όσο στην Ελλάδα.» Φουσκώνοντας από υπερηφάνεια θα αναφέρω πως από την Βόρεια Ελλάδα έως τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου συναντά κανείς ιστορίες και θρύλους για τους βουρκόλακες, αν και αυτό ένα μόνο από τα ονόματα τους.

Στην χώρα μας μοιάζουν πολύ με τα zombie, αφού πρόκειται για νεκρούς που βγαίνουν από τον τάφο τους, επειδή δεν μπορούν να ησυχάσουν είτε γιατί τους καταράστηκε η εκκλησία, είτε γιατί αυτοκτόνησαν ή διέπραξαν κάποια άλλη αμαρτία και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Η αλήθεια, παρόλα αυτά, πίσω από τον Κόμη Δράκουλα, τον Λεστάτ, τον Έντουαρντ Κάλεν και τον Ντέιμον Σαλβατόρε του σήμερα είναι η πορφυρία. Είναι μια ασθένεια που οφείλεται στην έλλειψη ερυθρών αιμοσφαιρίων. Ο ασθενής παρουσιάζει υπερευαισθησία στο φως του ήλιου, ατροφία και παραμόρφωση των άκρων, δυσκαμψία των μυών των ούλων και των χειλιών, καθώς και δυσανεξία στο σκόρδο (!).

Λυκάνθρωποι

Πρώτες αναφορές για τους ορκισμένους εχθρούς των βρικολάκων έχουμε σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα αναφέρεται πως στην Αρκαδία εάν κανείς γευτεί θυσία από ανθρώπινα σπλάχνα και άλλα σφαχτά, μεταμορφώνεται σε λυκάνθρωπο, ενώ ο Παυσανίας μιλά για τον Ολυμπιονίκη Δάμαρχο, που εξαιτίας της κατανάλωσης μιας τέτοιας θυσίας μεταμορφώθηκε σε λύκο και παρέμεινε έτσι για εννέα χρόνια. Στην Αρκαδία πάλι, αναφέρει ο Πλίνιος, ότι οι Αρκάδες επέλεγαν ένα νεαρό αγόρι με κλήρο και το οδηγούσαν σε μια λίμνη. Εκεί το αγόρι γδυνόταν και κολυμπούσε ως την απέναντι όχθη, όπου και παρέμενε για εννιά χρόνια σαν λύκος. Μπορούσε να επιστρέψει μονάχα αν δεν κατανάλωνε ανθρώπινο κρέας. Εδώ η μεταμόρφωση δεν λειτουργεί σαν τιμωρία, αλλά σαν τελετή μύησης, ένα μεταβατικό στάδιο, μέσω του οποίου το άτομο γνωρίζει τα βαθύτερα ένστικτα του, δίχως ωστόσο να καταστρέψει την ανθρώπινη φύση του. Μην ξεχνάμε πως παρόμοιες πρακτικές ενηλικίωσης εφαρμόζονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα στην Σπάρτη.

Κι εδώ, ωστόσο, υπάρχει μια δόση αλήθειας. Η υπερτρίχωση ή σύνδρομο του λυκανθρώπου υφίσταται και δεν οφείλεται σε δάγκωμα λύκου ή στο ξύπνημα του θηρίου μέσα μας λόγω της επαφής με απέθαντους. Η νόσος είναι κληρονομική, αλλά δεν εμφανίζεται πάντα από μικρή ηλικία. Σχετίζεται με ορμονικές ανωμαλίες, ανωμαλίες στα επινεφρίδια και υπερπλασίες. Είναι εξαιρετικά σπάνια με επιπολασμό 1 προς 10 δισεκατομμύρια ανθρώπους.

Ωστόσο, αν ψάξει κανείς πίσω από τα μυτερά δόντια, το πυκνό τρίχωμα και την πείνα για φρέσκια σάρκα, θα βρει κάτι άλλο. Σε μια κοινωνία που θεσπίζεται από αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες, με τους παραβάτες αυτών να ζουν περιθωριοποιημένοι, έρχεται ο λυκάνθρωπος για να ρίξει τις μάσκες και να μας θυμίσει πως κάτω από τα καλοραμμένα μας ρούχα, την ακαδημαϊκή και κοινωνική μας εκπαίδευση βρίσκεται ένα ζώο που ενδιαφέρεται μονάχα για τις πρωταρχικές του ανάγκες: την πείνα, την δίψα, την αναπαραγωγή και την επικράτηση του δυνατότερου.

Φαντάσματα

Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι την σύγχρονη εποχή ουκ ολίγες είναι οι αναφορές σ’ αυτό που μένει πίσω όταν εμείς φεύγουμε από τον μάταιο τούτο κόσμο. Και όχι άδικα. Ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της θνητής μας ύπαρξης και η πίστη στα φαντάσματα εξυπηρετεί πιο σημαντικούς σκοπούς απ’ ότι φαντάζεται κανείς.

Η ύπαρξη ενός ενδιάμεσου σταδίου μεταξύ ζωής και θανάτου καταρχήν αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για μια τελευταία ευκαιρία αλληλεπίδρασης με αγαπημένα πρόσωπα που δεν βρίσκονται στη ζωή, υπονοώντας ταυτόχρονα πως αυτή η ενδιάμεση κατάσταση δεν είναι παρά μια «αίθουσα αναμονής» για τα επέκεινα. Έτσι είναι πιο εύκολο να πιστέψουμε πως υπάρχει ζωή μετά θάνατον, πως ο άνθρωπος δεν χάνεται μόλις η καρδιά του πάψει να χτυπά.

Από την άλλη, η αιώνια παραμονή σ’ αυτήν ακριβώς την «αίθουσα αναμονής» για εκείνους που δεν ήταν και τόσο φρόνιμοι εν ζωή καθησυχάζει τους ζωντανούς δίνοντας τους την ελπίδα για λύτρωση και απόδοση δικαιοσύνης, έστω και τότε.

Καλά όλα αυτά, όμως τι είναι τα φαντάσματα; Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για την φύση των φαντασμάτων. Οι δυο πιο γνωστές είναι εκείνη που υποστηρίζει πως πρόκειται για ψυχές που δεν γαληνεύουν επειδή βρήκαν βίαιο θάνατο, επειδή πληρώνουν τις αμαρτίες τους ή επειδή έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τον κόσμο των ζωντανών, ενώ σύμφωνα με την δεύτερη, τα φαντάσματα είναι ψυχές που δεν κατάφεραν να περάσουν το φημισμένο τούνελ που οδηγεί στον άλλο κόσμο.

Μετά έχουμε τις λιγότερο γνωστές, όπως εκείνη που βλέπει τα φαντάσματα σαν ψυχικά κατάλοιπα του εκλιπόντα που θεωρούν άδικο τον θάνατο τους. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα (!) που υποστηρίζουν αυτή την άποψη. Παραψυχολογικές μελέτες με χρήση συσκευών E.V.P. (Electronic Voice Phenomena) κατέγραψαν περιπτώσεις στοιχειωμάτων, όπου το θορυβοποιό πνεύμα ήταν το οργισμένο ψυχικό κατάλοιπο του ανθρώπου που είχε ζήσει και είχε πεθάνει στον συγκεκριμένο χώρο.

Λιγότερο διαδεδομένη είναι και η πεποίθηση που θέλει τα φαντάσματα να είναι σκεπτομορφές, δηλαδή μορφές εν αγνοία δημιουργημένες τηλεπαθητικά από χαρισματικούς ανθρώπους. Για το τέλος άφησα την άποψη που ενστερνίζομαι η ίδια, ότι τα φάντασμα είναι προϊόντα αυθυποβολής. Νομίζουμε πως βλέπουμε φαντάσματα, γιατί απλά πιστεύουμε σ’ αυτά.

Μάγισσες

Όταν μιλάμε για μαγεία δεν εννοούμε την οφθαλμαπάτη ή την θαυματοποιία. Εξετάζοντας την λέξη μαγεία, βρίσκουμε πως ρίζα της είναι η περσική λέξη magus και πως έτσι αποκαλούνταν όσοι είχαν την δύναμη να βοηθούν, δηλαδή οι ιερείς, οι θεραπευτές. Αυτά μας λένε ο Ηρόδοτος και ο Πορφύριος. Αργότερα με το πέρασμα των χρόνων, αναφέρουν ο Πλάτωνας και ο Πλούταρχος, από το magus δημιουργήθηκαν λέξεις με αρνητική σημασία, όπως η μαγγανεία, με αποτέλεσμα ο όρος να χάσει κάθε τι θετικό.

Όντως στο συλλογικό ασυνείδητο οι μάγισσες έχουν συνδεθεί με τελετές που γίνονται υπό το φως της πανσελήνου, πτήσεις με σκουπόξυλα και καζάνια που περιέχουν από αίμα βατράχου μέχρι ανθρώπινα κόκαλα. Παρόλα αυτά στην αρχαιότητα η μαγεία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την θρησκεία και χωριζόταν σε δημόσια και ιδιωτική. Η δημόσια χωριζόταν σε αγροτική (τελετουργικά για την αγροτική ευημερία) και προστατευτική (μαντεία). Η ιδιωτική πάλι διαχωριζόταν σε λευκή και μαύρη, όπου η λευκή αφορούσε προστατευτικές πρακτικές, ενώ η μαύρη τελετουργικά για προσωπικό όφελος.

Τώρα ποια είναι η σχέση της γυναίκας με την μαγεία; Αυτή υπόκεινται στις ομοιότητες της με την ίδια την φύση, καθώς και το ότι η μαγεία είναι η κοινωνία μας αντεστραμμένη. Κοινωνικά η γυναίκα θεωρείται πως καθοδηγείται από το συναίσθημα και όχι την λογική, έτσι είναι αυθόρμητη και κάπως απρόβλεπτη. Η φύση αντίστοιχα δεν χαλιναγωγείται και δεν υπακούει στους νόμους που έχουν θεσπίσει οι άνθρωποι. Βιολογικά, απ’ την άλλη, η γυναίκα είναι αυτή που δίνει ζωή, όπως και η φύση είναι ζωοδότρα, ενώ το γέμισμα του φεγγαριού και η εμφάνιση της πανσελήνου στο ουράνιο στερέωμα μας θυμίζει τον έμμηνο κύκλο των γυναικών.

Όσο για την αντεστραμμένη κοινωνία, από την αρχαιότητα ακόμα όταν οι άνδρες συγκεντρώνονταν στην αγορά, είχαν δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την εκπαίδευση, οι γυναίκες ήταν εκείνες που παρέμεναν στο σπίτι υποβαθμισμένες, ημιμαθείς και ανελεύθερες. Αργότερα ο Χριστιανισμός ήρθε για να υποβιβάσει ακόμα περισσότερο την γυναικεία φύση, υποστηρίζοντας πως οι γυναίκες ήταν ακάθαρτες λόγω της έμμηνου ρύσης. Κάπου εκεί και αφού η μαγεία είχε συνδεθεί με τον διάβολο, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως οι κουτάλες, οι σκούπες και τα μαχαίρια μετατράπηκαν σε τελετουργικά αντικείμενα. Σήμερα, παρά τις τόσες προόδους που έχουν γίνει και πάλι οι γυναίκες δεν έχουν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες, η κοινωνία μας συνεχίζει να μαστίζεται από στερεότυπα και προκαταλήψεις.

Σ’ όλα αυτά έρχεται η μαγεία και μετατρέπει το σπίτι, που άλλοτε ήταν ο κόσμος ολόκληρος για τις γυναίκες, σε τόπο τέλεσης μαγικών τελετουργικών. Τους μαθαίνει πώς να αποδέχονται τον εαυτό τους και τους άλλους σαν παιδιά της ίδιας μητέρας, απενοχοποιώντας το κομμάτι εκείνο της φύσης τους που για τον Χριστιανισμό ήταν ακάθαρτο, αναγνωρίζοντας την ικανότητα τους αυτή που είναι πιο σημαντική απ’ όλες τις άλλες: το να δίνουν ζωή. Στη σύγχρονη εποχή η μαγεία φέρνει το άτομο πιο κοντά στην φύση, άρα στον ίδιο του τον εαυτό και στους άλλους ανθρώπους, υπενθυμίζοντας του η πραγματική ευτυχία πηγάζει από εντός.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά