Νύχτα, άνθρωπος και τέχνη (Μέρος Δ’)

by Μαρία Δανιήλ

Charles Baudelaire – Τα Δώρα της Σελήνης

Ανακάλυψα Τα Δώρα της Σελήνης αρκετό καιρό αφότου είχα διαβάσει και ξαναδιαβάσει ποιήματα του Μπωντλαίρ. Γενικά ο τόνος του έργου είναι κάπως αρνητικός – όχι ότι διαβάζει κανείς Baudelaire για την θετικότητα του – κάτι που ταιριάζει με τον νυχτερινό αέρα που αποπνέει. Ο ποιητής εδώ διηγείται στην αγαπημένη του την ιστορία που έπλασε για να εξηγήσει και να εξυμνήσει ταυτόχρονα την ίδια, την σελήνη και τη νύχτα.

Η σελήνη ένα βράδυ κατέβηκε την «συννεφένια σκάλα» και χάρισε στο «χαϊδεμένο παιδί» χλωμή ομορφιά, παντοτινή θλίψη, αγάπη για όλα όσα αγαπά η σελήνη και έναν αιώνιο, ανεκπλήρωτο έρωτα. Έτσι, η αγαπημένη του Baudelaire στέφθηκε βασίλισσα όσων έχουν πράσινα μάτια, αυτών που τους έσφιξε στην αγκαλιά της η σελήνη, των τρελών, των φεγγαροπαρμένων. Τέλος, περνώντας σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο ποιητής βρίσκεται ξαπλωμένος στα πόδια της καταραμένης αγαπημένης του, ψάχνοντας στο πρόσωπο της την αντανάκλαση της σελήνης.

Το κείμενο μας δίνει δυνατές εικόνες, διαποτισμένες με σκοτεινό ρομαντισμό και γλυκόπικρη
μελαγχολία, αφήνοντας τέλος την αίσθηση ότι τα δώρα της σελήνης μοιάζουν περισσότερο με κατάρα. Όσο για το «καταραμένο, αγαπημένο, χαιδεμένο παιδί» με τα πράσινα μάτια, υποθέτω ότι ήταν κάποια γυναίκα που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή και την καλλιτεχνική δημιουργία του Baudelaire, μιας και αναφορές σ’ αυτή γίνονται και αλλού (π.χ. Η σούπα και τα σύννεφα).

 

Fyodor Dostoyevsky– Λευκές Νύχτες

Ο τίτλος της ιστορίας αναφέρεται στις λευκές νύχτες της Αγίας Πετρούπολης, που βρίσκεται τόσο βόρεια, ώστε για σύντομες περιόδους δεν σκοτεινιάζει εντελώς την νύχτα. Οι βραδιές αυτές θεωρούνται μαγικές, ρομαντικές, όπως ακριβώς αποδίδονται στη πρόζα του Dostoyevsky.

Ο Dostoyevsky για αρκετό καιρό εργαζόταν στην εφημερίδα Saint Petersburg Gazette, όπου έγραφε feuilletons, δηλαδή σύντομες, τοπικές ιστορίες για γνωστούς ανθρώπους, το θέατρο, την λογοτεχνία, καθώς και για προσωπικές παρατηρήσεις σχετικά με γεγονότα της εποχής. Αργότερα το υλικό αυτό αποτέλεσε βάση για ιστορίες του όπως οι Λευκές Νύχτες.

Ο πρωταγωνιστής εδώ, κάτοικος της δυτικής πλευράς της Αγίας Πετρούπολης, είναι ένας ευαίσθητος, ποιητικός χαρακτήρας που ορίζει τον εαυτό του σαν ονειροπόλο, ενώ ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομα του, κάτι που οφείλεται όχι σε παράλειψη του συγγραφέα, αλλά σε τέχνασμα που προσδίδει καθολικότητα στον ήρωα. Ο ονειροπόλος, λοιπόν, συναντά την Νάσιενκα μια λευκή νύχτα στις όχθες του Νιέβα. Την αντιμετωπίζει με μια υπερευαισθησία χαρακτηριστική για τον ίδιο. Τα συναισθήματα του είναι ένας χείμαρρος, είναι γεμάτος πάθος, δίχως να γνωρίζει τον λόγο και αυτή του η κατάσταση μπαίνει εμπόδιο στην καθημερινή του ζωή. Ωστόσο αυτή η ψυχική ένταση είναι που του προσφέρει και εμπειρίες που δεν θα ζήσει ξανά.

Η Νάσιενκα, αν και στην αρχή φαίνεται πως είναι αυτή που χρειάζεται και θα λάβει βοήθεια μέσω της αλληλεπίδρασης τους, θα μπορούσαμε να πούμε πως σώζει τον ήρωα. Στο πρόσωπο της βρίσκει κάτι σταθερό, κάτι στο οποίο αφοσιώνεται, εκτονώνει το πάθος του, ρίχνοντας την ψυχή του στα πόδια της.

Όταν οι δρόμοι τους τελικά χωρίζουν, εκείνος μένει πίσω σοφότερος, πιο ήρεμος και ώριμος, δίχως να της κρατά κακία, αλλά γεμάτος αγάπη για εκείνη.

 

Haruki Murakami– Τις Μικρές Ώρες

Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον Murakami. Τελείωσα το βιβλίο μέσα σε μια μέρα (εντάξει, δεν είναι και μεγάλο) και την επόμενη ξεκίνησα άλλο του ίδιου συγγραφέα. Πρόκειται ίσως για ένα από τα λιγότερο περίεργα βιβλία του. Ναι μεν ένα κορίτσι εξαφανίζεται μέσα σε μια τηλεόραση, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα για τον δημιουργό ιστοριών που περιλαμβάνουν γάτες που μιλάνε, μαγικές πέτρες που εμφανίζουν τέρατα και ταξίδια στον χωροχρόνο μέσω υπερβατικών ονείρων ερωτικού περιεχομένου.

Πεδίο δράσης των ηρώων είναι το νυχτερινό Τόκιο, χωρίς όμως να γνωρίζουμε την ακριβή περιοχή. Το περιβάλλον της πόλης περιγράφεται σαν ικανό να εξαλείψει το ανθρώπινο στοιχεία από τους ίδιους τους ανθρώπους, με στερεοτυπικές εικόνες του σύγχρονου Τόκιο, τεράστιες οθόνες, φώτα νέον και ερωτικά ξενοδοχεία που πληρώνονται με την ώρα.

Όπως στα περισσότερα βιβλία του, έτσι κι εδώ, οι πρωταγωνιστές δεν ταιριάζουν με το σύστημα, δεν ανήκουν πουθενά κι αυτό άλλοτε τους βασανίζει και άλλοτε τους ευχαριστεί. Όλα ξεκινούν όταν η Μάρι το σκάει από το σπίτι της για ένα βράδυ και βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα καφέ από εκείνα που μένουν ανοιχτά ολόκληρο το βράδυ, συντροφιά μ’ ένα χοντρό βιβλίο. Εκεί συναντά τον Τακαχάσι λίγο πριν την τελευταία του ολονύχτια πρόβα με το συγκρότημα του πριν κρεμάσει το τρομπόνι του και πάει να σπουδάσει νομική. Η νύχτα επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις για τους δυο πρωταγωνιστές, σε μια ιστορία που αγγίζει θέματα όπως η αποξένωση, οι διαπροσωπικές σχέσεις, ο γρήγορος και σύγχρονος τρόπος ζωής, οι αντιθέσεις και τα στερεότυπα της κοινωνίας του σύγχρονου κόσμου.

 

Paulo Coelho– Μπρίντα

Η Μπρίντα ήταν επίσης το πρώτο βιβλίο του Coelho που διάβασα. Ήταν δώρο ενός οικογενειακού φίλου και θυμάμαι πως είχα ενθουσιαστεί αρχικά με το εξώφυλλο κι έπειτα με την σύνοψη. Ήταν η ιστορία μιας μάγισσας κι αυτό έφτανε για τον 13χρονο εαυτό μου, παρόλα αυτά το βιβλίο είναι κάτι παραπάνω.

Πρόκειται για την ιστορία της Μπρίντα Ο’Φερν, μιας περίεργης, γενναίας και τολμηρής νέας γυναίκας που παλεύει με την σκοτεινή της πλευρά, κυριευμένη από φόβο. Σε αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, συνειδητοποιεί πως πρέπει να περάσει με επιτυχία την Σκοτεινή Νύχτα, αυτή που όλοι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας. Βέβαια, στο βιβλίο η Σκοτεινή Νύχτα επιτελεί και κάποιους μυστικιστικούς σκοπούς αλλά anyway. Η Μπρίντα μας διδάσκει μέσα από μια ιστορία αγάπης, πάθους, μυστηρίου και πνευματικότητας, πως ο δρόμος για την αυτογνωσία περνάει μέσα από τις πράξεις μας και πως δεν πρέπει να φοβόμαστε τα λάθη.

 

Gaston Leroux– Το Φάντασμα της Όπερας

Πριν τραγουδήσω – φάλτσα – μερικές άριες κι έπειτα ρίξω έναν πολυέλαιο στο ανυπεράσπιστο κοινό, θα ήθελα να σας μιλήσω για τον Άγγελο της Μουσικής, τον Κόκκινο Θάνατο, για την Μουσική της νύχτας που κάνει τους αγγέλους του ουρανού να δακρύζουν, για την μέχρι σήμερα μεγαλύτερη λογοτεχνική μου αγάπη: το Φάντασμα της Όπερας.

Το βιβλίο γράφτηκε από τον Gaston Leroux το 1909. Είναι η ιστορία ενός άνδρα, του Ερίκ, που γεννήθηκε με διάφορες δυσπλασίες και δυσμορφίες σ’ όλο του το σώμα, αλλά κυρίως στο πρόσωπο. Ο Ερίκ γνώριζε την αποστροφή των γονιών του, γι’ αυτό και εγκατέλειψε το χωριό του. Μετά από πολλές περιπλανήσεις ανά τον κόσμο, εγκαταστάθηκε στα υπόγεια της Όπερας του Παρισιού, στοιχειώνοντας την χρησιμοποιώντας μυστικά περάσματα και βγάζοντας τα προς τω ζην εκβιάζοντας του ιδιοκτήτες. Η ζωή του Ερίκ ήταν πάντα συνδεδεμένη με τον θάνατο και το σκοτάδι, όμως ο έλεγχος χάθηκε όταν γνώρισε την μαθητευόμενη σοπράνο Κριστίν και παρά την τεράστια διαφορά ηλικίας, την ερωτεύτηκε. Ο εμπρησμός, η απαγωγή, η δολοφονία και η πτώση του πολυελαίου δεν κατάφεραν να του δώσουν παρά μόνο στο τέλος αυτό που ποθούσε πιο πολύ από κάθε τι: ένα της αγάπης φιλί.

Ο Leroux έγραψε Το Φάντασμα της Όπερας μετά από επίσκεψη του στην όπερα του Παρισιού και αφού άκουσε διάφορες ιστορίες για στοιχειώματα και για τα υπόγεια του κτιρίου. Ύστερα η εύρεση ενός σκελετού στα ίδια αυτά υπόγεια πυροδότησε τη φαντασία του και ξεκίνησε την έρευνα του. Εκείνη την εποχή ήταν ήδη γνωστός για το δημοσιογραφικό του έργο, αλλά και για προηγούμενες λογοτεχνικές του απόπειρες, με πιο γνωστή το μυθιστόρημα Το Κίτρινο Δωμάτιο. Από εκεί ακόμα είχε δείξει το ενδιαφέρον του για τα θαύματα της αρχιτεκτονικής, κάτι που βλέπουμε και στο Φάντασμα της Όπερας. Επιπλέον, στον Ερίκ βρίσκουμε και κάποια χαρακτηριστικά του ίδιου του συγγραφέα, όπως το ταλέντο στις μεταμφιέσεις, η αγάπη για τα μακρινά ταξίδια και το ενδιαφέρον για τις τέχνες και τις επιστήμες.

Όλα αυτά έκαναν το Φάντασμα της Όπερας αυτό που είναι. Ένα αστυνομικό, γοτθικό, σκοτεινό μυθιστόρημα με ιστορικά στοιχεία, ύφος δημοσιογραφικό και χαρακτήρες που σύμφωνα με ερευνητές είναι βασισμένοι σε υπαρκτά πρόσωπα (π.χ. Κριστίν Ντάε και Κριστίνα Νίλσεν).

Το Φάντασμα της Όπερας, παρότι γράφτηκε το 1909, συνεχίζει να μαγεύει. Μεταφέρθηκε τέσσερις
φορές στην μεγάλη οθόνη, ξεκινώντας από το ευρηματικό φιλμ του 1928 με τον Lon Chaney μέχρι το 2005 και την ταινία με τον Gerard Butler. Ο μάγος των μιούζικαλ Andrew Lloyd Webber την δεκαετία του ’80 έντυσε την ιστορία του Ερίκ με μουσική και μετέφερε την ιστορία στις σκηνές του West End και αργότερα του Broadway, διαδίδοντας την φήμη του Αγγέλου της Μουσικής και την Μουσική της Νύχτας ανά τον κόσμο, θυμίζοντας σε όλους μας μια ιστορία παλιά: εκείνη της πεντάμορφης και του τέρατος. Αν και δεν νομίζω πως ήταν ο Ερίκ το τέρας. Όχι, όχι. Η κοινωνία ήταν το τέρας, αυτή ήταν που διέπραξε όλα τα εγκλήματα μέχρι να επέλθει η κάθαρση με το φιλί της Κριστίν.

Κάπου εδώ θα σταματήσω (γιατί αλλιώς το αφιέρωμα στη νύχτα θα μετατραπεί σε αφιέρωμα στο Φάντασμα της Όπερας) και θα σας αποχαιρετήσω για την ώρα με την Μουσική της Νύχτας, που αν και για τον Ερίκ έπαψε όταν έχασε την Κριστίν, για εμάς συνεχίζει και θα συνεχίζει για καιρό ακόμα.

Adieu!  

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά