Οι Δερματόστικτοι (Τελευταίο Μέρος)

by Μαρία Δανιήλ

Η Αρτεμίζια γλίστρησε μέσα στις σκιές και κόλλησε την πλάτη της στον κορμό ενός δέντρου. Ο Άψινθος την πλησίασε με γοργά βήματα και κοίταξε γύρω του. Τα μάτια του γρήγορα προσαρμόστηκαν στο σκοτάδι, το ίδιο και τα δικά της. Ο αέρας ήταν νοτισμένος, μύριζε βροχή, υγρό χώμα και χορτάρι.

«Είσαι σίγουρη ότι είναι καλή ιδέα;» ρώτησε ο Άψινθος κοιτάζοντας την από πάνω μέχρι κάτω. Εκείνη, με τις κόρες των ματιών της διεσταλμένες ένευσε γρήγορα θετικά, δίχως να τον κοιτάζει. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στο γυάλινο κτίριο μπροστά τους.

«Ναι. Κάθε βράδυ κατά την διάρκεια του ψεκασμού ολόκληρη η ερευνητική ομάδα κλείνεται στο εργαστήριο. Το ίδιο κι εγώ.»

«Εσύ;» ψέλλισε ο Άψινθος με τα μάτια του στενεμένα και με μικρές ρυτίδες να σχηματίζονται ανάμεσα απ’ τα φρύδια του. Η Αρτεμίζια αναστέναξε.

«Τα φάρμακα με τα οποία μας ψεκάζουν αποδυναμώνουν το ανοσοποιητικό όσων έχουν κάνει το εμβόλιο, ενώ ενδυναμώνει το ανοσοποιητικό όσων δεν το έχουν κάνει. Τουλάχιστον αρχικά έτσι γινόταν. Αμφιβάλλω αν είναι ωφέλιμο πλέον.»

«Αν δεν είναι ωφέλιμο, τότε γιατί συνεχίζονται οι ψεκασμοί;»

«Για να συνεχίσει να έχει η ουσία την ίδια επίδραση στον οργανισμό, μετά από λίγο καιρό πρέπει να αυξηθεί ή να διπλασιαστεί η δόση, κάτι που δεν έγινε με τους ψεκασμούς. Δηλαδή εδώ και καιρό τα φάρμακα δεν σας πιάνουν», είπε η Αρτεμίζια με ανέκφραστο πρόσωπο, ενώ ο Άψινθος προσπαθούσε να καταλάβει όσα για εκείνη ήταν τόσο απλά όσο η λίστα για τα ψώνια του σούπερ μάρκετ.

«Δεν θα ήταν πιο φθηνό αν απλά έδιναν το εμβόλιο στον κόσμο;» ρώτησε ο Άψινθος και μετάνιωσε απευθείας για την ερώτηση του. Ακόμα κι αν ήταν φθηνότερη αυτή η λύση, υπήρχαν άλλοι λόγοι για να μην τεθεί σε εφαρμογή ένα τέτοιο σχέδιο. Τα χρήματα που κέρδιζαν φαρμακοβιομηχανίες, ας πούμε, από τα φάρμακα για την δήθεν θεραπεία του ίου. Η Αρτεμίζια, λες και είχε ακούσει τις σκέψεις του, δεν του απάντησε καν.

«Μόλις ακούσουμε τα ελικόπτερα να έρχονται, θα μεταμορφωθώ και θα προσπαθήσω να μπω μέσα.»

«Εγώ τι θέλεις να κάνω;» «Εσύ απλά μείνε εδώ. Έτσι όπως τα έχω σκεφτεί τα πράγματα, δεν θα μου πάρει πολλή ώρα.»

«Ξέρεις, κοριτσάκι, είμαι πιο δυνατός από εσένα. Θα μπορούσα να σου φανώ χρήσιμος.» Η Αρτεμίζια χαμογέλασε και τα πράσινα μάτια της έλαμψαν στο σκοτάδι.

«Μου έχεις ήδη φανεί χρήσιμος. Εντάξει, αν αργήσω, έλα μέσα.» Ο Άψινθος έκανε ένα σύντομο νεύμα κι έχωσε τα χέρια του βαθιά στις τσέπες του παντελονιού του.

Πριν προλάβει η καρδιά του να χτυπήσει τέσσερις φορές, ακούστηκαν οι έλικες ελικοπτέρου από μακριά. Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι προσπαθώντας ν’ ακούσει με προσοχή. Ήταν τέσσερα ελικόπτερα. Πετούσαν σε σχηματισμό. Τα δύο ήταν πιο χαμηλά και τ’ άλλα δυο ψηλότερα. Άκουσε τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν στο πέρασμα τους, τα μικρά ζώα του δάσους να τρέπονται σε φυγή. Πλησίαζαν, όμως είχαν αρκετά λεπτά μέχρι να τους φτάσουν.

«Αν δεν είσαι έτοιμη, έχεις μερικά λεπτά ακόμα.» είπε ο Άψινθος ανοίγοντας τα μάτια. Η Αρτεμίζια τον κοίταξε σταθερά, με τα χείλη της μισάνοιχτα και τον θώρακα της να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει αρμονικά με κάθε της ανάσα.

«Θα πάω τώρα», του είπε με φωνή σιγανή και σοβαρή. Ξεκίνησε να φύγει, αλλά σταμάτησε. Γύρισε και τον κοίταξε έντονα κι εκείνος γνώριζε τι θ’ ακολουθούσε. Με γρήγορα βήματα τον πλησίασε και δίχως δεύτερη ματιά, άγγιξε τα χείλη του με τα δικά της. Ο Άψινθος την κράτησε απ’ την μέση και απ’ το μπράτσο και όταν εκείνη απομακρύνθηκε και συνέχισε να περπατάει, αυτός κάρφωσε το βλέμμα του στα βήματα της, με τ’ αυτιά του τεντωμένα για τα αεροπλάνα.

Η Αρτεμίζια πήρε μια βαθιά ανάσα, έτρεξε και έκανε ένα σάλτο στον αέρα με τα χέρια της ανοιγμένα σε έκταση. Πριν ακόμα προσγειωθεί, είχε μεταμορφωθεί σε μια μεγάλη, δυνατή κι επιβλητική κουκουβάγια. Πέταξε ψηλά με τα φτερά της να χτυπάνε. Πέρα μακριά είδε τα ελικόπτερα κι άκουσε τον βόμβο τους. Ένιωσε κάποιες αλλαγές στον αέρα και ανέβηκε πιο ψηλά ψάχνοντας ένα πιο δυνατό ρεύμα για να την παρασύρει. Διέγραψε έναν κύκλο γύρω απ’ το γυάλινο κτίριο κι έπειτα έμεινε τα ταλαντεύεται στα ρεύματα πάνω ακριβώς απ’ την γυάλινη οροφή.

Είδε τον πατέρα της, την βοηθό του και τα υπόλοιπα μέλη της ερευνητικής ομάδας. Συζητούσαν, γελούσαν, μερικοί από αυτούς έτρωγαν. Ο πατέρας της κοιτούσε έξω απ’ τους γυάλινους τοίχους με τα χέρια πίσω απ’ τη πλάτη. Η Αρτεμίζια έψαξε με το βλέμμα της τον κεντρικό υπολογιστή και τελικά τον βρήκε στα δεξιά της. Εκεί θα έπρεπε να πάει… μετά. Κοίταξε ξανά τον ορίζοντα, ψάχνοντας για τα ελικόπτερα, ανέβηκε και κατέβηκε στα ρεύματα του αέρα κι ύστερα εφορμώντας χτύπησε με το ράμφος της δυνατά την τζαμένια οροφή. Απομακρύνθηκε κι είδε την ρωγμή να μεγαλώνει, να επεκτείνεται και να φτάνει μέχρι απ’ άκρη σ’ άκρη. Μετά ακούστηκε ένας εκκωφαντικός ήχος, καθώς η οροφή έσπαγε σε χίλια κομμάτια κι έπεφτε στο εσωτερικό του κτιρίου.

Η Αρτεμίζια έκρωξε και την στιγμή που ορμούσε μέσα, άκουσε το γρύλισμα του Άψινθου που είχε μεταμορφωθεί. Με την οξυμένη της όραση είδε πως τα θραύσματα είχαν σκοτώσει την βοηθό του πατέρα της και την ερευνητική ομάδα. Ή τουλάχιστον τους είχαν τραυματίσει τόσο, ώστε εκείνη δεν χρειαζόταν να ασχοληθεί μαζί τους. Ο αέρας μύριζε φρέσκο αίμα, αντισηπτικό, οινόπνευμα και βροχή. Ένας νεαρός άντρας που υπήρξε φοιτητής του πατέρα της, κείτονταν στο πάτωμα με ένα θραύσμα τζαμιού καρφωμένο ανάμεσα απ’ τα φρύδια του. Το αίμα είχε κυλήσει και είχε μπει μέσα στα μάτια του. Η βοηθός του πατέρα της είχε καρφωθεί στο πάτωμα με τζάμια να προεξέχουν από κάθε σημείο του σώματος της.

Η Αρτεμίζια δεν έδωσε σημασία στους υπόλοιπους. Έψαξε με το βλέμμα της τον πατέρα της και τον βρήκε δίπλα στον κεντρικό υπολογιστή. Εκείνη πήρε ξανά την ανθρώπινη μορφή της, γιατί ήθελε ο πατέρας της να γνωρίζει ποιος ήταν ο δολοφόνος τους, ήθελε να ξέρει ότι θα τον σκότωνε η ίδια του η κόρη κι αυτό όχι για να τον πονέσει. Όχι. Άλλωστε εκείνος ποτέ δεν νοιάστηκε για εκείνη, δεν πόνεσε για εκείνη. Ολόκληρη η ζωή του ήταν αυτό το εργαστήριο, αυτοί οι άνθρωποι των οποίων τα πνεύματα εγκατέλειπαν ένα προς ένα τα σώματα τους. Ήθελε να την δει για να γνωρίζει ότι είναι πιο ικανή απ’ όσο φανταζόταν, για να τον ενοχλήσει με την καταπάτηση των κανόνων του. Ήθελε να την δει, να την αναγνωρίσει μόνο και μόνο για την διασκέδαση του πράγματος. Ύστερα θα τον σκότωνε για να πάρει εκδίκηση για όσους είχαν πεθάνει και για να δει το πρόσωπο του να στιγματίζεται από κάποιο άλλο έντονο συναίσθημα πέραν του θυμού: εκείνο του πόνου.

Πάτησε στα θραύσματα, αλλά δεν την ένοιαζε. Έσκυψε και πήρε ένα κομμάτι γυαλί. Έκλεισε το ένα της μάτι και σημάδεψε. Έπειτα το πέταξε στον αέρα και εκείνο βρήκε τον πατέρα της στην ωμοπλάτη. Μ’ ένα βογκητό έπεσε κάτω και η Αρτεμίζια βρέθηκε δίπλα του. Δεν την απασχόλησε το ότι παρουσιαζόταν γυμνή μπροστά του. Δεν την ένοιαζε τίποτα άλλο πέρα απ’ τον φόνο.

«Αρτεμίζια…» ψέλλισε ο άνδρας και πέταξε μακριά τα γυαλιά του. Το τζάμι είχε διαπεράσει το δέρμα, την σάρκα και είχε βγει απ’ την άλλη μεριά.

«Γεια σου, μπαμπά», είπε γλυκά η Αρτεμίζια και με το κεφάλι της γερμένο στο πλάι του χαμογέλασε, καθώς έπαιρνε απ’ το πάτωμα ένα κομμάτι γυαλί.

«Τι πας να κάνεις; Τι…» ο άνδρας σταμάτησε μόλις το γυαλί άγγιξε το δέρμα του λαιμού του. Τέντωσε τον λαιμό του και κράτησε την ανάσα του, τρέμοντας ολόκληρος. Κοίταξε σπασμωδικά γύρω του ψάχνοντας κάποιο τρόπο να γλιτώσει ή ν’ αμυνθεί, όμως τα παράτησε.

«Κάνω αυτό που πρέπει, αυτό που έπρεπε να είχα κάνει εδώ και καιρό.»

«Είσαι τρελή!» φώναξε ο πατέρας της και η Αρτεμίζια γέλασε δυνατά, ρίχνοντας το κεφάλι της πίσω.

«Μα φυσικά!» φώναξε με τη σειρά της. «Είναι οικογενειακό μας!» του είπε κι ύστερα βύθισε το κομμάτι γυαλιού στον λαιμό του πατέρα της. Το αίμα πιτσίλισε το πρόσωπο και τα χέρια της, λέρωσε τα ρούχα του πατέρα της κι έτσι όπως ανάβλυζε απ’ την πληγή, σχημάτισε μια λιμνούλα γύρω τους. Η Αρτεμίζια πέταξε μακριά το γυαλί και κλείνοντας του τα μάτια, ψιθύρισε:

«Καληνύχτα, μπαμπά.» Τον φίλησε στο μάγουλο και σηκώθηκε. Πλησίασε τον κεντρικό υπολογιστή και τα δάχτυλα της πετούσαν, καθώς πληκτρολογούσε τους κωδικούς πρόσβασης, τα ονόματα χρήστη και τελικά στέλνοντας την εντολή για διανομή του φαρμάκου στα νοσοκομεία και τα ιατρικά κέντρα.

Όταν τέλειωσε, χαμογέλασε και πριν βγει έξω, πήρε μια λευκή ρόμπα από κάποια κρεμάστρα και κάλυψε την γύμνια της. Ο πάνθηρας με τα σκούρα μάτια και το στιλπνό τρίχωμα την περίμενε. Βλέποντας την ο Άψινθος επέστρεψε στην ανθρώπινη μορφή του. Την πλησίασε κοιτάζοντας την ανήσυχα. Πήρε το χέρι της στο δικό του και παρατήρησε την πληγή της.

«Πληγώθηκες», της είπε κι έσκισε με μια απότομη κίνηση μια λωρίδα απ’ την λευκή της ποδιά. Η Αρτεμίζια κάγχασε και δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της.

«Πριν πολύ καιρό.»

-Τέλος-

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά