Οι Επιζήσαντες (Μέρος Α’)

by Μαρία Δανιήλ

Πίνακας του Edvard Munch.

Για τους ανθρώπους είχα διαβάσει στα Αρχεία. Δεν είχα καταφέρει να σχηματίσω μια ολοκληρωμένη άποψη για εκείνους, για να πω την αλήθεια, ούτε ήμουν σίγουρη για το αν τους συμπαθούσα ή όχι. Από την μια σκεφτόμουν πως έμμεσα προερχόμαστε από εκείνους, πως ήταν σπουδαίοι καλλιτέχνες κι επιστήμονες, όμως από την άλλη, εκείνοι ευθύνονται για όλες τις καταστροφές που τους έπληξαν. Τους τρεις Παγκόσμιους Πολέμους, τις πυρηνικές καταστροφές, το λιώσιμο των πάγων και την βύθιση ολόκληρων πόλεων, την εξάπλωση ιών για οικονομικά συμφέροντα, την πανδημία και τελικά τον αφανισμό του είδους.

Βέβαια, δεν θέλω να φανεί λες και προσπαθώ να σβήσω τα λάθη που έκανε και συνεχίζει να κάνει το δικό μου είδος. Είμαστε δολοφόνοι, άσχετα αν οι γενετικές μεταλλάξεις έχουν εξαλείψει την δίψα μας. Μέχρι να γίνει αυτό, κυνηγήσαμε και σκοτώσαμε, κάναμε πολέμους μεταξύ μας και με άλλα είδη, αλλά όλα αυτά είναι παρελθόν. Πλέον δεν χρειαζόμαστε αίμα για να ζήσουμε, τουλάχιστον όχι έτσι όπως το χρειαζόμασταν παλιά. Θεέ μου! Κάθε φορά που διαβάζω όλα αυτά που έγραφαν για εμάς οι άνθρωποι, πόσο σκοτεινούς, γοητευτικούς μας απεικόνιζαν, δεν το χωράει ο νους μου! Αν και φυσικά νιώθω κολακευμένη.

Μα θα πρέπει να με συγχωρέσετε! Ξεκίνησα την αφήγηση μου χωρίς να σας πω καν τ’ όνομα μου. Ονομάζομαι Μάλις και είμαι βρικόλακας, όμως δεν είναι αυτός ο λόγος που ξεκίνησα να σας τα λέω όλα αυτά. Ας το πιάσω από εκεί που είχα μείνει.

Λοιπόν, ναι, είμαι κι εγώ φαν της γοτθικής λογοτεχνίας κι αυτό γιατί είναι το μόνο είδος λογοτεχνίας που μας αφορά! Όσο κι αν συμπαθεί κανείς τους ανθρώπους, που και που αναζητά κάτι που ν’ αφορά τον ίδιο. Στα Αρχεία ευτυχώς έχουμε όλα τα είδη λογοτεχνίας κι όχι μόνο. Εκεί μπορεί κανείς να βρει οτιδήποτε. Βινύλια, δίσκους, βιντεοκασέτες, dvd, τα πάντα. Όταν όλα καταστράφηκαν κι εμείς μείναμε μόνοι σ’ αυτόν το τεράστιο πλανήτη, συγκεντρώσαμε όσα περισσότερα μπορούσαμε και τα διαφυλάξαμε για να θυμόμαστε το παρελθόν. Ναι, αγαπητέ αναγνώστη, οι άνθρωποι είχαν δίκιο όταν έλεγαν πως αγαπάμε το παρελθόν.

Μιλώντας για καταστροφή και παρελθόν, δεν θα’ θελα με τίποτα στο κόσμο να σε κάνω να νιώσεις θλίψη ή οίκτο για μένα και τους όμοιους μου. Τα καταφέραμε μια χαρά, όπως πάντα. Είμαστε συνηθισμένοι στον θάνατο, αν και από την ώρα που εξαφανίστηκαν οι άνθρωποι, όλο και λιγότεροι δικοί μας πεθαίνουν. Αυτό είναι καλό, γιατί έτσι ο καθένας από εμάς περνάει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του με τον δημιουργό του ή μάλλον –όπως είναι πλέον τα πράγματα- με τους δημιουργούς του ή τους γονείς του. Ναι, πλέον μπορούμε να αναπαραχθούμε, όπως πάντα μας άρεσε να προσπαθούμε, ακόμα και χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό έλεγε τουλάχιστον έναν λογοτεχνικός βρικόλακας που μου άρεσε πολύ κατά την εφηβεία μου.

Εγώ γεννήθηκα από δυο βρικόλακες που τότε ήταν περίπου τριακοσίων ετών. Ήταν απ’ τα πρώτα ζευγάρια που συμμετείχαν στα πειράματα για την γενετική μετάλλαξη. Δυστυχώς η μητέρα μου δεν άντεξε ως το τέλος, έτσι μεγάλωσα με τον πατέρα μου. Πλέον έχω φτάσει στην ωριμότητα, πράγμα που σημαίνει πως δεν θα μεγαλώσω άλλο και θα παραμείνω έτσι για το υπόλοιπο της ζωής μου.

Δεν ξέρω αν είμαι όμορφη. Στα βιβλία των ανθρώπων οι βρικόλακες ήταν κάτι παραπάνω από όμορφοι. Στα δικά μου μάτια είμαστε φυσιολογικοί, αλλά και πάλι  εγώ δεν είχα δει ποτέ μου έναν ζωντανό άνθρωπο από κοντά, μόνο σε ταινίες, σ’ εκείνες που δανειζόμουν από τα Αρχεία και τις έβλεπα ως αργά την ημέρα, με κατεβασμένα στόρια. Να και κάτι που δεν κατάφερε να εξαλείψει η γενετική μετάλλαξη: η φωτοευαισθησία. Δεν γινόμαστε και κάρβουνο αν μας αγγίξει ο ήλιος, αλλά παθαίνουμε τρίτου βαθμού εγκαύματα που κάνουν πολύ καιρό να επουλωθούν. Δεν φταίει τόσο η επιστημονική έρευνα γι’ αυτό, όσο οι αλλαγές που έγιναν στον πλανήτη αλλά και ολόκληρο το ηλιακό σύστημα. Ο ήλιος πλέον βρίσκεται δέκα φορές πιο κοντά στην γη, οπότε οι εποχές έχουν αλλάξει κατά πολύ, όπως και η επιρροή του ήλιου στην γη, η οποία με την σειρά της άλλαξε επίσης, αποκτώντας λεπτότερα στρώματα ατμόσφαιρας, στρατόσφαιρας κι ούτω καθεξής. Έτσι, αναγκαζόμαστε να κοιμόμαστε την ημέρα και να κάνουμε όλες μας τις δουλειές την νύχτα. Δεν είναι κι άσχημα, αν και θα ήθελα πάρα πολύ να δω τον ήλιο, να δω τον κόσμο που να φωτίζεται από εκείνον, να κάνω ηλιοθεραπεία κι όλα τ’ άλλα πράγματα που έκαναν οι άνθρωποι την ημέρα.

Όταν όλα είχαν τελειώσει κι εκείνος ήταν πια αδύναμος κι ετοιμοθάνατος στο νεκροκρέβατο του, του το είπα αυτό κι γέλασε. Μου είπε πως η μέρα ήταν υπερεκτιμημένη. Εκείνος προτιμούσε την νύχτα κι από τότε την αγάπησα κι εγώ λιγάκι, παρά τους κινδύνους της.

Μπορεί οι άνθρωποι να είχαν πια εξαφανιστεί, παρόλα αυτά υπήρχαν άλλα είδη που εμείς κατάφεραν κι επέζησαν. Κύκλοι μαγισσών, γοργόνες, φτερωτά πλάσματα που οι άνθρωποι –αν είναι δυνατόν!- αποκαλούσαν νεράιδες και οι λυκάνθρωποι. Μ’ αυτούς τους τελευταίους δεν τα πηγαίναμε και πολύ καλά.

Οι περισσότεροι επιζήσαντες λυκάνθρωποι γνωρίζαμε πως βρίσκονταν στις βόρειες χώρες που συνέχιζαν να έχουν σχετικά πιο δροσερό κλίμα, έτσι όταν εκείνο το βράδυ οσφράνθηκα στον αέρα την μυρωδιά τους, πίστευα πως έκανα λάθος. Βγήκα από την βιβλιοθήκη όπου εργαζόμουν κι έκανα γρήγορα τον κύκλο της αυλής. Η μυρωδιά όλο και πλησίαζε κι εγώ άρχισα να πανικοβάλλομαι. Δεν ξέρω τι έχετε διαβάσει, πάντως οι βρικόλακες της γενιάς μου δεν είναι πολεμοχαρείς. Ειδικά εγώ, δεν έχω καν την χάρη στις κινήσεις που έχουν άλλοι. Άρχισα να ψάχνω για κάτι με το οποίο θα μπορούσα ν’ αμυνθώ, όμως δεν βρήκα και πολλά. Οι πολεμικές διενέξεις είχαν λήξει εδώ και καιρό, οπότε δεν είχαμε όπλα στην βιβλιοθήκη ή οπουδήποτε. Ζούσαμε ειρηνικά, μέχρι εκείνο το βράδυ τουλάχιστον. Τελικά, οδηγούμενη απ’ την έμπνευση της στιγμής, έκοψα ένα χοντρό κλαδί από ένα δέντρο και περίμενα, μυρίζοντας, παρατηρώντας και ακούγοντας το σκοτάδι γύρω απ’ την βιβλιοθήκη. Κάποτε η μυρωδιά με πλησίασε τόσο γρήγορα που πισωπάτησα από έκπληξη και φόβο.

Στεκόταν ακριβώς απέναντι μου και ήταν αρκετά πιο ογκώδης από εμένα. Με την οξυμένη μου όραση είδα τις λευκές τούφες μέσα στο μαύρο τρίχωμα του, τα μάτια του που έλαμπαν στο σκοτάδι ασημένια, όμως κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή μου κι μ’ έκανε διστακτικά να πλησιάσω. Ένας θόρυβος έφτανε στ’ αυτιά μου, ένας συνεχόμενος, σταθερός ήχος, λες και κάποιος χτυπούσε κάτι ρυθμικά. Ήταν η καρδιά του. Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά καρδιά να χτυπάει. Το κλαδί έπεσε απ’ το χέρι μου και πήγα να κάνω άλλο ένα βήμα, όταν ο λύκος χάθηκε μέσα σ’ έναν στρόβιλο και την θέση του πήρε ένας γυμνός, κατάλευκος και ολοζώντανος άνδρας.

Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη γη κι εγώ ήμουν η πρώτη που τον έβλεπε.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά