Ο Γητευτής: Ανάμεσα στη Μαγεία και το Σπαθί

by Χριστίνα Λάσκη
Ο Γητευτής, (πηγή)

Ένα Πολυδιάστατο Σύμπαν

Ο κόσμος του Γητευτή (πρωτότ. πολων. Wiedźmin, αγγλ. The Witcher), όπως κάθε φανταστικός κόσμος, είναι φτιαγμένος από υλικά τόσο μυθοπλασίας όσο και πραγματικότητας. Στηριγμένος στα τυπικά μοτίβα που εισήγαγε ο γνωστός πλέον σε όλους Καθηγητής Tolkien, είναι μια μεσαιωνικής εποχής αχανής Ήπειρος, με τοπία τόσο ανομοιογενή όσο και τα πλάσματα που την κατοικούν: ξωτικά, νάνοι, δρυάδες, τέρατα, υπερφυσικά όντα, μάγοι και –αναπόφευκτα– άνθρωποι, αν και με πιο grimdark αίσθηση και με τα ιδιαίτερα στοιχεία της σλαβικής λαογραφίας της πατρίδας του δημιουργού του.

Αν και τα best-seller βιβλία του Πολωνού Andrzej Sapkowski (3 συλλογές διηγημάτων και 5 μυθιστορήματα) εκδόθηκαν κυρίως κατά τη δεκαετία του ’90, και σύντομα η πολωνική τηλεόραση δημιούργησε μια –ομολογούμενως low budget αλλά αρκετά πιστή στα βιβλία– παραγωγή (Wiedźmin, Heritage Films, 2001), το έργο έγινε ευρύτερα γνωστό από το 2007 και έπειτα, όταν πέρασε από το χαρτί στις οθόνες των videogames ως action role-playing game από την CD Projekt Red (The Witcher, 2007, The Witcher 2: Assassins of Kings, 2011, The Witcher 3: Wild Hunt, 2015). Βέβαια, στα games, περισσότερο οι χαρακτήρες και λιγότερο η πλοκή αντλούν από τα βιβλία, ακολουθώντας κυρίως γεγονότα που εκτυλίσσονται υποθετικά μετά το πέρας της “canon” αφήγησης. Η συνέχεια της «μοίρας» του έργου αναμένεται να εμφανιστεί τα επόμενα χρόνια στις τηλεοπτικές μας οθόνες από το Netflix, που παρουσίασε τον Δεκέμβρη του 2019 την πρώτη σεζόν του The Witcher, βασισμένο κυρίως στα βιβλία, αν και αναμενόμενα βρίθει στοιχείων από την αισθητική των videogames αλλά και της πολωνικής σειράς.

“This world doesn’t need a hero: it needs a professional” The Witcher 3, 2015

Εννοείται πως θα αποφύγουμε κατά το μέγιστο δυνατόν τα spoiler στην πλοκή, καθώς στόχος του παρόντος άρθρου είναι μια εισαγωγή στην κοσμοπλασία και τους βασικούς χαρακτήρες του Γητευτή, ξεκινώντας από τις ουσιώδεις παραμέτρους ενός κόσμου που τον διατρέχει τόσο η υλική διαμάχη για εξουσία όσο και η απανταχού απαστράπτουσα παρουσία του υπερφυσικού. Σε αυτό το άρθρο θα μιλήσουμε για τη φύση των γητευτών, τις διάφορες φυλές, αλλά και για τη μαγεία, τη θρησκεία και τον θάνατο μέσα στον κόσμο της Ήπειρου.

Σε επόμενο άρθρο θα μιλήσουμε ειδικότερα για τις παραδόσεις, τους θρύλους και τις προφητείες, που συχνά καθορίζουν την πλοκή, αλλά και για τα ποικίλα τέρατα-γόνους του Χάους με τα οποία έρχεται σε απόσταση αναπνοής ο πρωταγωνιστής των αφηγήσεων. Μία από αυτές τις παραδόσεις, που θα παρουσιαστεί εκτενέστερα στο επόμενο άρθρο, είναι και ο περίφημος «Νόμος της Έκπληξης», που πλέκει βαθιά μέσα στο υφαντό της αφήγησης τον ρόλο του Πεπρωμένου.

Ξεκινώντας να ασχοληθούμε τους χαρακτήρες και την πλοκή της αφήγησης του Γητευτή, είναι καλό να διευκρινίσουμε ότι η παρούσα οπτική για την αφήγηση έχει περισσότερο μετα-στρουκτουραλιστικό πρίσμα. Ως «αφήγηση», λοιπόν, νοείται όχι μόνο η λογοτεχνία, αλλά καθένα από τα παραπάνω μέσα που έχουν κατά καιρούς διευρύνει το «Σύμπαν του Γητευτή». Εξάλλου, υπάρχει πράγματι «αυθεντική οπτική» για έναν ευρέως διαδεδομένο φανταστικό χαρακτήρα; Ακόμα και στην πραγματική ζωή, υπάρχει ποτέ μια και μόνη αφήγηση για ένα γεγονός, πότε μία οπτική; Αυτό είναι δεδομένο ότι θα ισχύει και για ένα μυθοπλαστικό έργο, που, όπως πρόσφατα και άλλα έργα του fantasy, είχε την τύχη να έχει μια πηγή με εξαιρετικά περιθώρια «επέκτασης». Σύντομα επεκτάθηκε σε κάτι πολύ ευρύτερο από τα βιβλία: τα video-games εισήγαγαν νέες πλοκές και χαρακτήρες – ακόμα και για κάποιον που έχει συνειδητά μικρή σχέση με τον τεράστιο και ραγδαία εξελισσόμενο κόσμο των videogames, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό το πώς μέσα από το role-playing, από τη συμμετοχή του ίδιου του «αναγνώστη-παίχτη» μπορεί τόσο μια μάχη όσο και ένας διάλογος να οδηγήσει σε δεκάδες διαφορετικές καταλήξεις της ιστορίας , τόσο διαφορετικές όσο και ο άνθρωπος έξω από την οθόνη.  Εδώ ας  κάνουμε μια μικρή μόνο μνεία στο διαρκώς εξελισσόμενο, αχανές σύμπαν του fan art και του fan fiction.

Andrzej Sapkowski, Τα 8 βιβλία της σειράς Ο Γητευτής
(οι ελληνικές μεταφράσεις όλων των αποσπασμάτων των βιβλίων,
εκτός του Time of Contempt, είναι των εκδόσεων Selini

Διαφορετική εκδοχή –και ερμηνεία– της ιστορίας και των χαρακτήρων του Γητευτή έχουν προσφέρει και οι τηλεοπτικές διασκευές του, όσο πιστά και αν ισχυρίζονται ότι αποδίδουν τα βιβλία. Φαίνεται ενδιαφέρον, για παράδειγμα, ότι η σειρά του Netflix ακολουθεί μια φαινομενικά περίπλοκη χρονικά αφήγηση, για να μπορέσει να παρουσιάσει παράλληλα τις ιστορίες τριών κύριων χαρακτήρων, του Γκέραλτ, της Γένεφερ και της Σίρι – αν και τελικά δεν είναι κάτι τόσο ασυνήθιστο, λαμβάνοντας υπόψιν τα ήδη υπάρχοντα μπρος-πίσω στον χρόνο και τους εγκιβωτισμούς που υπάρχουν στην αφήγηση των βιβλίων. Από την άλλη, η πολωνική σειρά δίνει μια χαρακτηριστική ερμηνεία της πλοκής ως ιστορία εξιλέωσης, πολύ πιο έντονα από αυτό που προέβαλλε ο ίδιος ο συγγραφέας.

Για όσους θέλουν να εντρυφήσουν περισσότερο στις «εναλλακτικές πλοκές» των videogames της Cd Project Red και της σειράς του Netflix, υπάρχουν παρακάτω δύο link με την σύνοψή τους, – spoiler alert, βέβαια, για όσους θέλουν να ανακαλύψουν αυτά τα δύο.

The Witcher in 5 Minutes (Σύνοψη videogames)

The Entire Witcher Story Explained (Σύνοψη σειράς Netflix)

Θα αφήσουμε όμως τα περαιτέρω για την «εναλλακτική» αφήγηση για το επόμενο άρθρο. Εξάλλου, όπως εύστοχα γράφει ο ίδιος ο Sapkowski για τη «μοίρα» των χαρακτήρων και του κόσμου που ο ίδιος δημιούργησε:

«Το σπαθί του πεπρωμένου έχει δύο κόψεις. Η μία είσαι εσύ».

Επομένως, για την παρουσίασή μας για τον κόσμο του Γητευτή, θα αντλήσουμε τόσο από στοιχεία «εξωκειμενικά» (ή, έστω, εκτός των βιβλίων) όσο και κυρίως από τα βιβλία. Ειδικά μάλιστα σε κάποια σημεία των βιβλίων, οι εικόνες του για την κοσμοπλασία και τους χαρακτήρες είναι τόσο επαρκείς και ζωντανές, που θα τα παραθέσουμε ακέραια – κάθε δική μας ανάλυση είναι απλώς περιττή.

Τι είναι ένας Γητευτής; 

«Είμαι ο Γκέραλτ. Ο Γκέραλτ από τη… Όχι. Σκέτο Γκέραλτ. Ο Γκέραλτ απ’ το πουθενά. Είμαι γητευτής. Σπίτι μου είναι το Κάερ Μόρχεν… Κάποτε ήταν οχυρό. Δεν έχουν απομείνει πολλά από δαύτο»

«Η φωνή της λογικής 4», Η Τελευταία Ευχή*

Ο Γκέραλτ από τη Ρίβια είναι ένας γητευτής – ένας εξολοθρευτής τεράτων που προστατεύει τους ανθρώπους από αυτά έναντι αμοιβής. Οι γητευτές δημιουργήθηκαν από τους μάγους, μέσα από μακροχρόνια σωματική και νοητική εκπαίδευση και μια εξαιρετικά επώδυνη και συχνά θανατηφόρα διαδικασία μετάλλαξης – γνωστή και ως «Δοκιμασία της Χλόης». Κατέχουν εκτεταμένη γνώση για τα απόκοσμα πλάσματα, αλλά και υπεράνθρωπη δύναμη, ταχύτητα, αισθήσεις, που σε συνδυασμό με μαγικά ελιξίρια και εξαιρετικές ικανότητες στη μάχη, τους επιτρέπουν να εξολοθρεύουν τέρατα που απειλούν την ανθρώπινη κοινότητα.

The Witcher, Netflix, 2019

Αν και στην αρχή, στην εποχή της πρώτης επέκτασης των ανθρώπων πάνω στην αγριότητα της φύσης, οι Σχολές και οι συντεχνίες των γητευτών ενισχύονταν οικονομικά και πολιτικά από τα διάφορα ανθρώπινα βασίλεια, στη συνέχεια οι ικανότητές τους θεωρήθηκαν ως ασύμμετρη απειλή, καταδιώχθηκαν συστηματικά και αναγκάστηκαν να ζουν όλο και περισσότερο ως περιπλανώμενοι, παρίες, εξολοθρευτές επ’ αμοιβής. Τα βιβλία αλλά και τα games παρουσιάζουν κάποιους από τους εναπομείναντες γητευτές (Έσκελ, Λάμπερτ, Κόεν) αλλά και τον υπεραιωνόβιο Βέσεμιρ (ο τελευταίος δάσκαλός τους, μια πατρική φιγούρα, κάτι σαν τον Obi Wan Kenobi των γητευτών), όπως και τις υπό εξάλειψη Σχολές τους, του Λύκου, της Οχιάς, της Γάτας, της Αρκούδας, της Μαντικόρας, του Γρύπα…

Geralt Of Rivia Blaviken Stoning GIF - Find & Share on GIPHY

Είναι αρκετά ειρωνικό, λοιπόν, πως, παρότι οι γητευτές είναι προστάτες των ανθρώπων, οι ίδιοι οι άνθρωποι, λόγω της αλλόκοτης (μεταλλαγμένης) φύσης τους και της φαινομενικά στερημένης συναισθημάτων συμπεριφοράς τους, τους αποστρέφονται ως ελάχιστα διαφορετικούς από τα τέρατα από τα οποία τους σώζουν.

«Έφτανα στην άκρη ενός χωριού, έστηνα το κονάκι μου στους φράχτες των οικισμών και των περιβολιών. Αν με έφτυναν, με καταριούνταν και μου πετούσαν πέτρες, έφευγα. Αν ερχόταν κάποιος και μου πρότεινε δουλειά, την αναλάμβανα».

«Η φωνή της λογικής 4», Η Τελευταία Ευχή

Είναι επίσης σημαντικό ότι η μακροζωία των γητευτών, αλλά και ο Κώδικάς τους –αν κάτι τέτοιο υπάρχει– τους αποτρέπει από το να αναμειγνύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων, προσωπικές ή πολιτικές, κάτι που ο Γκέραλτ πεισματικά πασχίζει –και συχνά αποτυγχάνει, με ολέθριες συνέπειες– να τηρήσει:

 «Για ποιο λόγο νομίζεις ότι μαθαίνω να χειρίζομαι το ξίφος; Θέλω να σκοτώσω εκείνον τον μαύρο ιππότη από την Τσίντρα με τα φτερά στην περικεφαλαία για ό,τι μου έκανε, για τον φόβο που ένιωσα! Και θα τον σκοτώσω! Για αυτό εκπαιδεύομαι!»
«Η εκπαίδευσή σου πρέπει να σταματήσει», είπε ο Γκέραλτ με φωνή πιο ψυχρή και τα τείχη του Κάερ Μόρχεν. «Μέχρι να καταλάβεις τι είναι ένα ξίφος και ποιο σκοπό υπηρετεί στο χέρι ενός γητευτή, δεν θα το ξαναπιάσεις στα χέρια σου. Δεν εκπαιδεύεσαι για να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Δεν εκπαιδεύεσαι να σκοτώνεις από φόβο και μίσος, αλλά για να μπορείς να σώζεις ζωές. Τη δική σου και εκείνες άλλων».

Το Αίμα των Ξωτικών, κεφ. 3ο

Για αυτούς τους Κώδικες και για το ποια ακριβώς –ή ποιοι– είναι τα τέρατα στο Σύμπαν του Γητευτή θα μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο. Κάτι που χρειάζεται όμως να ειπωθεί, καθώς είναι βασικό στοιχείο της Κοσμοπλασίας, είναι το πώς και γιατί προέκυψαν τα «τέρατα», αλλά και οι ίδιοι γητευτές και οι μάγοι που τους δημιούργησαν.

Η Σύνοδος των Σφαιρών

Η μαγεία στο Σύμπαν του Γητευτή είναι μια δύναμη εξωκοσμική – μία δύναμη που αντλείται από το αρχέγονο Χάος και που πολλαπλασιάστηκε σε άπειρο βαθμό μέσα στην Ήπειρο μετά τη Σύνοδο των Σφαιρών, ένα κατακλυσμιαίο γεγονός κατά το οποίο διαφορετικοί παράλληλοι κόσμοι συγκρούστηκαν και κατέρρευσαν ο ένας μέσα στον άλλον για ένα σύντομο διάστημα, πριν χωριστούν ξανά. Είναι χαρακτηριστική η τεχνική του Sapkowski να προσθέτει ιστορικότητα στις αφηγήσεις, παραθέτωντας ιστορικά αρχεία, προφητείες και παραδόσεις, δοσμένες είτε από τους σκονισμένους παπύρους και τους πέτρινους Αρχαίους Ρούνους της Ηπείρου, είτε από τις μελωδίες των τροβαδούρων, που δένουν τη μυθοπλασία του Γητευτή με τη σλαβική λαογραφία, που είναι τόσο βαθιά χαραγμένη στο σώμα του έργου. Στις επιπτώσεις αυτού του γεγονότος αναφέρεται σε αρκετά αποσπάσματα ο Sapkowski , σε διάφορα πλασματικά «βιβλία-πηγές», ένα από τα οποία έχει παρουσιαστεί και στο storyline του videogame, όπου αναγράφεται:

 «Το κατακλυσμικό γεγονός ευρέως γνωστό ως η «Σύνοδος των Σφαιρών» συνέβη πριν 1.500 χρόνια. Μια κοσμική σύγκρουση από πολλά παράλληλα σύμπαντα […] Πριν από τη Σύνοδο των Σφαιρών […] ο κόσμος κατοικούνταν αποκλειστικά από μη ανθρώπινες φυλές – ξωτικά, νάνους και άλλα όντα ξεχασμένα από τον καιρό. Ήταν αυτοί που έχτισαν πρώτοι μεγαλειώδεις πόλεις, γέννησαν υψηλό πολιτισμό και κάνανε τα πρώτα βήματα προς τη φώτιση. Μετά τον κατακλυσμό, όλα άλλαξαν. Σύμφωνα με τις παραδόσεις των ξωτικών, οι άνθρωποι έφτασαν κατά τη διάρκεια της Συνόδου, αφού ο δικός τους κόσμος καταστράφηκε. Αυτοί οι ανθρώπινοι πρόγονοι διδάχτηκαν από τα ξωτικά το πώς να δαμάζουν τη δύναμη του πρωταρχικού Χάους και έτσι δημιουργήθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι-μάγοι. Ψάχνοντας μια θέση στον κόσμο, οι άνθρωποι πήραν τα όπλα ενάντια στις Αρχαίες Φυλές, που δεν μπόρεσαν να απωθήσουν τους βαρβάρους και τελικά παραδόθηκαν. Με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι κυριάρχησαν στον κόσμο. […] Λέγεται ότι η Σύνοδος των Σφαιρών δεν εισήγαγε μόνο τα ανθρώπινα όντα σε αυτόν τον κόσμο, αλλά επίσης έφερε μαγικά και αιμοδιψή τέρατα. Όντα όπως τα γκουλ, οι μπρούξες και τα γκραβίερ μάστιζαν όλο και περισσότερα εδάφη, σκοτώνοντας τους εποίκους και καταστρέφοντας τα πάντα στο διάβα τους. […] Αυτά τα θηρία δεν έχουν ρόλο στην οικολογική ισορροπία και είναι απλώς απομεινάρια περασμένων καιρών. […] Αιώνα τον αιώνα, ο γνωστός κόσμος αργά έπαψε να υπάρχει και μια νέα τάξη πραγμάτων γεννήθηκε, όπου οι άνθρωποι, αυτά τα βραχυχρόνια, ενεργητικά όντα, διψασμένα για εξάπλωση, κατάκτησαν τις υψηλές φυλές των παλαιών καιρών.»

Πηγή: “The Conjuction of the Spheres” by Adam Nivelle

Για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια και η επέκταση της ανθρώπινης κοινότητας, οι άνθρωποι-μάγοι δημιούργησαν μέσω μετάλλαξης και τους γητευτές, μέχρι τη στιγμή που, με την απόλυτη ανθρώπινη επικράτηση, τα τέρατα –όπως και οι γητευτές– θα έφταναν στο χείλος της εξάλειψης.

Yennefer, The Witcher 3, Marek Madej

Μαγεία και Χάος

Οι μάγοι και οι μάγισσες, εντέλει, πέρα από τη μετάλλαξη των γητευτών, είναι υπεύθυνοι για τη δημιουργία και την καταστροφή πολλών ακόμα πραγμάτων. Οι εκ γενετής ικανότητές τους διαπλάθονται σε ειδικές Σχολές –όπως η Αρετούζα ή το Μπαν Αρντ– μέσα από πολύχρονες μελέτες στο απόκρυφο, τη χρήση ξορκιών και ελιξιρίων.

Έχουν τη δύναμη να επιμηκύνουν τη ζωή τους και να βελτιώσουν τη μορφή τους, αλλά οι δυνάμεις τους πάνω στην ύλη καλύπτουν όλο το φάσμα του υπερφυσικού, από τη μεταμόρφωση ως την τηλεμεταφορά και από τον χειρισμό των φυσικών στοιχείων και των πνευμάτων ως τη διείσδυση και τον έλεγχο του νου.

Στο βιβλίο «Το Αίμα των Ξωτικών» μια από τις ισχυρότερες μάγισσες και, όχι τυχαία, εκείνη που έχει σαγηνεύσει τον νου και την καρδιά του Γκέραλτ από τη Ρίβια, διδάσκει για τη μαγεία:

«Η μαγεία», είπε η Γένεφερ […] «κατά τη γνώμη κάποιων είναι η ενσάρκωση του Χάους. Είναι ένα κλειδί που μπορεί να ανοίξει μια απαγορευμένη πόρτα· μια πόρτα που κρύβει πίσω της εφιάλτες, φόβο και απερίγραπτη φρίκη και πίσω από την οποία παραμονεύουν εχθροί, οι καταστροφικές δυνάμεις του απόλυτου Κακού που μπορούν να καταστρέψουν όχι μόνο αυτόν που θα ανοίξει μια τέτοια πόρτα, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο. […] Το γεγονός, ότι, μετά την Σύνοδο των Σφαιρών, οι άνθρωποι έμαθαν να χειρίζονται τη μαγεία, είναι η κατάρα και η καταστροφή του κόσμου». […]
«Η μαγεία», συνέχισε μετά από λίγο η Γένεφερ, «κατά τη γνώμη ορισμένων είναι τέχνη. Τέχνη υψηλή, ελιτίστικη, ικανή να δημιουργήσει πράγματα όμορφα και ασυνήθιστα. […] Το γεγονός, ότι, μετά την Σύνοδο των Σφαιρών, ορισμένοι εκλεκτοί ανακάλυψαν στους εαυτούς τους ταλέντο και μαγεία, το ότι βρήκαν την Τέχνη μέσα τους, είναι μια ευλογία της ομορφιάς».
«Υπάρχουν επίσης και εκείνοι, σύμφωνα με τους οποίους η μαγεία είναι μια επιστήμη. Για να την κατακτήσεις, το ταλέντο και οι έμφυτες ικανότητες δεν αρκούν. Χρειάζονται χρόνια επιμελών σπουδών και εντατικής δουλειάς και είναι επίσης απαραίτητες η επιμονή και η αυτοπειθαρχία. Η μαγεία που κατακτάται μ’ αυτόν τον τρόπο είναι γνώση, μάθηση, που τα όριά τους διευρύνονται διαρκώς από φωτεινά και δυνατά μυαλά, από την εμπειρία, τον πειραματισμό και την πρακτική. Η μαγεία που κατακτάται με αυτόν τον τρόπο είναι πρόοδος. Είναι το αλέτρι, ο αργαλειός, ο νερόμυλος, η υψικάμινος, ο γερανός και η τροχαλία. Είναι εξέλιξη και αλλαγή. Είναι διαρκής κίνηση. Προς τα πάνω. Προς το καλύτερο. Προς τ’ αστέρια. Το γεγονός ότι μετά την Σύνοδο των Σφαιρών ανακαλύψαμε τη μαγεία, κάποια μέρα θα μας επιτρέψει να φτάσουμε στα αστέρια» […]
«Να θυμάσαι», επανέλαβε. «Η μαγεία είναι Χάος, Τέχνη και Επιστήμη. Είναι κατάρα, ευλογία και πρόοδος. Τα πάντα εξαρτώνται από το ποιος χρησιμοποιεί τη μαγεία, πώς την χρησιμοποιεί και με ποιο σκοπό. Και η μαγεία βρίσκεται παντού. Γύρω μας. Είναι εύκολα προσβάσιμη. Αρκεί ν’ απλώσει κανείς το χέρι του. […] Στον αέρα, στο νερό, στη γη και στη φωτιά. Βρίσκεται και πίσω από την πόρτα που έκλεισε για εμάς η Σύνοδος των Σφαιρών. Από εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, η μαγεία μας απλώνει το χέρι. Σ’ εμάς. Το ξέρεις, έτσι δεν είναι; Ένιωσες ήδη το άγγιγμα της μαγείας· το άγγιγμα του χεριού που βρίσκεται πίσω από την κλειστή πόρτα. Ένα τέτοιο άγγιγμα γεμίζει τον καθένα με τρόμο. Γιατί στον καθένα μας ενυπάρχουν το Χάος και η Τάξη, το Καλό και το Κακό. Όμως, είναι κάτι που μπορεί και πρέπει κανείς να το ελέγξει. Είναι κάτι που πρέπει κανείς να μάθει. Κι εσύ θα το μάθεις…»

Το Αίμα των Ξωτικών, κεφ. 7ο
Τα 6 βασικά Σημάδια του videogame The Witcher

Ένα μικρό μέρος αυτής της μαγείας έχουν ενσταλάξει οι μάγοι και στους γητευτές, ούτως ώστε, σε συνδυασμό με μαγικά ελιξίρια, τοξικά για τους ανθρώπους, και δύο σπαθιά –μετεωριτικό σίδερο για τους ανθρώπους, ασήμι για τα μαγικά τέρατα– να μπορούν να εξολοθρεύουν τα κάθε λογής θηρία. Πρόκειται για απλά ξόρκια, τα Σημάδια, που μπορούν να απωθήσουν ή να εκτοξεύσουν ενέργεια ή άλλοτε να παγιδεύσουν το σώμα ή τον νου του αντιπάλου τους.

Για περισσότερη ανάλυση κάποιων Σημαδιών με βάση το videogame: witcher.fandom.com

H Δοκιμασία της Χλόης –  Wiedźmin, Heritage Films, 2001

Κάτι που ο Sapkowski μοιράζεται και με άλλους συγγραφείς που εμπεριέχουν την έννοια της μαγείας στα έργα τους, ήδη από τον Tolkien και ως τη Le Guin και τον Moorcock, ακόμα και τη  Rowling, είναι ότι η μαγεία έχει τόσο όρια όσο και κόστος. Καμία ανθρώπινη προσπάθεια δεν έχει νόημα, αν η μαγεία μπορεί να επιτύχει τα πάντα. Στον Γητευτή, το να αντλήσεις Δύναμη από το Χάος, το να κάνεις ένα ξόρκι, να καταπιείς ένα ελιξίριο ή να δαμάσεις ένα πνεύμα μπορεί να προσφέρει δύναμη, αλλά η υπερβολική χρήση τους διαταράσσει και εξαντλεί τον ανθρώπινο φορέα σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί να επιφέρει τύφλωση, αναπηρία, τρέλα ή και θάνατο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο οι μάγοι όσο και οι γητευτές είναι επίσης στείροι, καθώς η αναπαραγωγική δύναμη θυσιάζεται για την άντληση άλλων δυνάμεων.

Γκέραλτ και Γένεφερ, (πηγή

Ο Γητευτής και η Μάγισσα

«Δεν θα ήθελα να σε χάσω, Γεν»
«Μα με έχεις»
«Η νύχτα θα τελειώσει»
«Όλα τελειώνουν».

Time of Contempt, κεφ. 3ο (ed. Gollancz)

Δεν θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της μυθοπλασίας του fantasy έχει να κάνει με το να τοποθετήσεις πραγματικούς χαρακτήρες σε «μη πραγματικούς» κόσμους.

Το ανθρώπινο πρόσωπο όμως, για τους ικανούς συγγραφείς, αναδύεται πάντοτε πάνω από τη αστραφτερή δίνη του μαγικού. Έτσι και στον Sapkowski , έχουμε έναν μαγικό κόσμο, στον οποίο όμως πάλι οι χαρακτήρες παλεύουν για την ίδια τους την ταυτότητα, για τη  δύναμη των ανθρώπινων δεσμών, για την αγάπη, την αξιοπρέπεια, την αίσθηση του καθήκοντος, την ανάγκη να ανήκεις σε κάτι ή σε κάποιον.

The Witcher, Netflix, 2019

«Διασκεδάζουν. Γιορτάζουν τον προαιώνιο κύκλο της φύσης και την αναγέννησή της. Κι εμείς; Εμείς τι κάνουμε; Εμείς, τα απολειφάδια του παρελθόντος, που είμαστε καταδικασμένοι να αργοπεθαίνουμε, να αφανιστούμε και να μην μας θυμάται κανένας; Η φύση ξαναγεννιέται αλλά εμείς όχι, Γκέραλτ. Εμείς δεν μπορούμε να επαναλαμβανόμαστε. Μας στέρησαν αυτήν την ικανότητα».

Για να αναδείξει αυτή την απώλεια της ανθρώπινης διάστασης και την ανάγκη για την επιστροφή σε αυτή, η πολωνική σειρά επεκτείνει τα βιβλία, δείχνοντας το κόστος της επώδυνης μετάλλαξης του Γκέραλτ ως παιδί.

«Μας έδωσαν το ταλέντο να κάνουμε με τη φύση πράγματα παράδοξα, που κάποτε την αντιμάχονται. Και την ίδια στιγμή μας στέρησαν ό,τι πιο φυσικό υπάρχει στη φύση. […] Και σένα πάντως, όπως κι εμένα, μας τραβάνε ετούτες οι φωτιές αν και η παρουσία μας εδώ δεν αποτελεί παρά μια μοχθηρή και βλάσφημη ειρωνία για τη γιορτή αυτή. […]
«Μόνο σήμερα», είπε κοιτώντας με τα ορθάνοιχτα μάτια της. «Μόνο αυτή τη νύχτα, που σε λίγο θα χαθεί. Ας είναι η δική μας Μαγιάτικη Νυχτιά. Το πρωί θα χωριστούμε. Σε παρακαλώ, μην περιμένεις τίποτα περισσότερο… Δεν μπορώ, δεν θα μπορούσα… Συγχώρεσέ με».

«Κάτι παραπάνω», Το Σπαθί του Πεπρωμένου

Η σειρά του Netflix, από την άλλη, βασίζεται σε μια και μόνη γραμμή από το διήγημα «Η τελευταία ευχή» για να ανιχνεύσει το τραυματικό παρελθόν της Γένεφερ, πριν από τη δική της μεταμόρφωση, αποσκοπώντας στην ερμηνεία του εριστικού χαρακτήρα της και στην εμμονική ανάγκη της για τόσο για επιβολή όσο και για αποδοχή – τη δική της αγωνία για να δαμάσει το Χάος μέσα της.

Yennefer Of Vengerberg Fire Magic GIF - Find & Share on GIPHY
«Άσε το Χάος σου να εκραγεί» –
The Witcher, Netflix, 2019

«Είχα κάνει μεγάλο λάθος, Γκέραλτ… Σε τι λάθος με οδήγησε η υπεροψία της Βασίλισσας του Χειμώνα, που ήταν βαθιά πεπεισμένη για την παντοδυναμία της. Υπάρχουν πράγματα που δεν σου τα προμηθεύει ούτε η μαγεία […] Είμαι μάγισσα, Γκέραλτ. Η εξουσία που έχω επάνω στην ύλη είναι δώρο… δώρο που το ξεπλήρωσα αφήνοντας πίσω ό,τι είχα. Δεν μου έμεινε τίποτα».

«Ένα θρύμμα πάγου», Το Σπαθί του Πεπρωμένου

Το χυμένο Αρχαίο Αίμα

Τα ξωτικά παρουσιάζονται στον Tolkien κραταιά, αξιοπρεπή, γαλήνια. Έχουν τα δικά τους βασίλεια, τον δικό τους υπέρλαμπρο πολιτισμό. Ακόμα και όταν φεύγουν από τη Μέση Γη και περνούν με τα καράβια τους τη θάλασσα, το κάνουν από επιλογή και με τελετουργική αξιοπρέπεια, καταλαβαίνοντας ότι ο δικός τους χρόνος έχει περάσει, ότι ο κόσμος τώρα περνάει στα σιδερένια χέρια των Ανθρώπων και στην τραγική τους μοίρα του Θανάτου.

Filavandrel, The Witcher, Netflix, 2019

Τα ξωτικά του Sapkowski δεν έχουν έναν άλλο κόσμο να πάνε. Αυτός, η Ήπειρος, είναι –ήταν– ο κόσμος τους. Οι άνθρωποι, που μαθήτευσαν στον πολιτισμό και στη μαγεία κοντά στα ξωτικά – στη συνέχεια τα εκτόπισαν, μέσα από διωγμούς και σφαγές, εξαναγκάζοντάς τα σε γκέτο και σε συνθήκες μιας υποτιμημένης, δεύτερη κατηγορίας ύπαρξης, μέσα στις πόλεις τους.

Η μοίρα των ξωτικών και των δρυάδων στις ιστορίες του Sapkowski δεν διαφέρει πολύ από εκείνη των ιθαγενών φυλών του δικού μας Νέου Κόσμου.

Η Ήπειρος είναι πλέον ένας κόσμος ανθρώπων, όπου στον Βορρά διάφορα βασίλεια ανταγωνίζονται για την κυριαρχία, όπου βασιλείς, μάγοι, κατάσκοποι, μισθοφόροι, έμποροι και αγρότες παλεύουν για ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι μιας επικράτειας που καταρρέει, μπροστά στην επέλαση από τον Νότο της πιο συνεκτικής –και έτσι πιο απειλητικής– αυτοκρατορίας του Νίλφγκαρντ. Ανάμεσα στα πυρά, οτιδήποτε μη ανθρώπινο, όντα ή φυλές, παλεύει εξίσου λυσσαλέα για την επιβίωσή του. Ο διάλογος του Γκέραλτ με τον βασιλιά των ξωτικών, Φιλαβάντρελ, στο διήγημα «Στην Άκρη του Κόσμου», είναι χαρακτηριστικός της πληγωμένης περηφάνιας του αρχαίου λαού, του γεννήτορα του ιερού και της μαγείας, που καταλήγει, για να υπερασπιστεί την επιβίωση του, σε ανταρτοπόλεμο μέσα στα δάση και σε «ανίερες συμμαχίες» με την αυτοκρατορία του Νίλφγκαρντ.

 «Εσείς, άνθρωποι, μισείτε οτιδήποτε διαφέρει από εσάς, ακόμη κι αν πρόκειται για το σχήμα των αυτιών», συνέχισε ατάραχο το ξωτικό, μην δίνοντας σημασία στον κερασφόρο τράγο. «Για αυτό μας αρπάξατε τη γη μας, μας εξορίσατε στα όρη, στ’ άγρια βουνά. Καταλάβατε την Κοιλάδα του Μπλάθαν, την Κοιλάδα των Λουλουδιών. Είμαι ο Φιλαβάντρελ άεν Φίντχαϊλ των Ασημένιων Πύργων, από τον οίκο των Φελεάρον των Άσπρων Καραβιών. Κυνηγημένος τώρα και εξόριστος στην Άκρη του Κόσμου, είμαι ο Φιλαβάντρελ από την Άκρη του Κόσμου». […]
«Ναι, λιμοκτονούμε. Ναι, κινδυνεύουμε με αφανισμό. Εμείς, σε αντίθεση με εσάς, τους ανθρώπους, δεν καλλιεργούσαμε τη γη, δεν την πληγώναμε με τα τσαπιά μας και με τα αλέτρια. Σ’ εσάς η γη πληρώνει χαράτσι αιματηρό, Εμάς, μας χάριζε τα γεννήματά της. Εσείς αρπάζετε τους θησαυρούς της γης δια της βίας […]
Να συνυπάρξουμε με τους δικούς σας όρους;», συνέχισε με αλλοιωμένη, αλλά ακόμα ατάραχη φωνή. «Αποδεχόμενοι την κυριαρχία σας; Χάνοντας την ταυτότητά μας; Να συνυπάρξουμε σαν τι; Σαν δούλοι, σαν παρίες; Να συνυπάρξουμε με εσάς πίσω από τα τείχη που χτίζετε για να μας κρατάτε μακριά σας; Να συνυπάρξουμε με τις γυναίκες σας και να καταλήξουμε για αυτό στην αγχόνη; Γιατί, πες μου, τι περιμένει σε κάθε βήμα τους τα παιδιά που προήλθαν από μια τέτοια ένωση; Γιατί αποφεύγεις το βλέμμα μου, παράξενε άνθρωπε; Πώς είναι, αλήθεια, για σένα, η συνύπαρξη με τους ομοίους σου, που όμως σε κάτι διαφέρεις από εκείνους;»
«Τα καταφέρνω». Ο γητευτής τον κοίταξε ολόισια στα μάτια. «Τα καταφέρνω γιατί είμαι αναγκασμένος. Γιατί άλλη λύση δεν υπάρχει. Γιατί έπνιξα μέσα μου την αλαζονεία και την καταφρόνια για τη διαφορετικότητά μου, γιατί συνειδητοποίησα πως […] είναι μια άμυνα οικτρή. […] Όμως είσαστε αιωνόβιοι, θα ζήσετε πολύ, πάρα πολύ καιρό σε μια ξιπασμένη απομόνωση, όλο και πιο λίγοι, όλο και πιο ευάλωτοι, όλο και πιο πικραμένοι. Κι εσύ, τουλάχιστον, ξέρεις, Φιλαβάντρελ, τότε τι θα συμβεί. […] Θα κατεβείτε στην ολάνθιστη κοιλάδα να αναμετρηθείτε με το θάνατο, ποθώντας να πεθάνετε ένδοξα, στη μάχη […] Τότε, αιωνόβιε Άεν Σέιντε, θα με θυμηθείς. Θα θυμηθείς πως ένιωσα οίκτο για σένα. Και θα θυμηθείς πως δίκιο είχα».
«Ο καιρός θα δείξει ποιος είχε δίκιο», είπε σιγανά το ξωτικό. «Κι εδώ βρίσκεται η υπεροχή της μακραίωνης ζωής».

«Στην Άκρη του Κόσμου», Η Τελευταία Ευχή
Yarpen Zigrin, The Witcher, Netflix, 2019

Από την άλλη, οι πάντοτε πιο πρακτικοί  νάνοι οι οποίοι, –ισχυριζόμενοι ότι οι ίδιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Ήπειρου– όπως πάντοτε, δεν εμπιστεύονται τα ξωτικά, τις τακτικές και τους σκοπούς τους, θεωρώντας τα ταραχοποιούς μόνο από περηφάνια και απαξιώνουν τις απέλπιδες επαναστάσεις τους:

«Γιατί εγώ, ο Γιάρπεν Ζίγκριν, ο δειλός, ο προδότης και ο αποστάτης, πιστεύω ότι δεν πρέπει να αλληλοσκοτωθούμε. Πιστεύω πως οφείλουμε να ζούμε. Να ζούμε με τέτοιον τρόπο, ώστε να μη χρειάζεται μετά να παρακαλάμε κανέναν να μας συγχωρέσει. […]  

Έτσι αρχικά αποδέχονται τη συνύπαρξη με τους ανθρώπους, με αντάλλαγμα την παραμονή στις εστίες τους:

«Πρέπει να ζούμε ο ένας πλάι στον άλλο», συνέχισε ο Γιάρπεν. «Εμείς και εσείς, οι άνθρωποι. Απλούστατα γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή. Για περισσότερα από εκατό χρόνια προσπαθούμε να τα βρούμε με τους ανθρώπους. Τα χαλφλινγκ, οι γνώμοι, εμείς, ακόμα και τα ξωτικά· για να μην πω για τις νύμφες, τις ρουσάλκες και τις συλφίδες: αυτές ήταν πάντοτε αγρίμια ακόμα κι όταν εσείς δεν ήσασταν εδώ […] καταφέραμε κάπως να φτιάξουμε μια κοινή ζωή, μια ζωή πλάι-πλάι. Καταφέραμε να πείσουμε κάποιους από τους ανθρώπους ότι, τελικά, δεν διαφέρουμε και τόσο πολύ…»

Το Αίμα των Ξωτικών, κεφ. 1ο
Eithné, The Witcher, Netflix, 2019

Σε μια άλλη επιβεβλημένη, αλλά πιο ενεργητική απομόνωση βρίσκεται άλλο ένα αρχαίο φύλο, οι Δρυάδες – οι ημιανθρώπινες νύμφες των δασών, θεραπεύτριες και πολεμίστριες, που αναπαράγονται με επιλεγμένες επαφές με άνδρες είτε μεταλλάσσοντας ανθρώπινα κορίτσια, δίνοντας τους να πιουν το μαγικό «Νερό της Μπρόκιλον». Κατοικώντας πλέον αποκλειστικά στην επικράτεια του Δάσους του Μπρόκιλον, κρατούν με κάθε κόστος τα σύνορα του βασιλείου τους, σκοτώνοντας χωρίς έλεος όποιον τα ξεπεράσει, με εξαίρεση τα διωγμένα ξωτικά και έναν συγκεκριμένο γητευτή. Η βασίλισσά τους συζητά με εκείνον, στο διήγημα «Το Σπαθί του Πεπρωμένου», για τη δική τους σχέση με τη φαινομενικά αναπόφευκτη μοίρα:

«Λες ότι κάτι τελειώνει», συνέχισε αργά η Έιθνε. «Δεν είναι αλήθεια. Υπάρχουν πράγματα που δεν τελειώνουνε ποτέ. Μου μιλάς για επιβίωση; Εγώ πολεμώ να επιβιώσω. Γιατί η Μπρόκιλον υπάρχει εξαιτίας του αγώνα μου, γιατί τα δέντρα ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους· το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να τα προστατέψουμε από τα τσεκούρια σας. Μου μιλάς για βασιλιάδες και πρίγκηπες. Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Όσους ξέρω, δεν είναι παρά ασπρισμένοι σκελετοί που κείτονται στις νεκροπόλεις του Κράαγκ Αν, εκεί πέρα στην καρδιά του δάσους. Σε τάφους από μάρμαρο, σε σωρούς από κίτρινο μέταλλο και πετραδάκια που γυαλίζουν.
Αλλά η Μπρόκιλον ζει, τα δέντρα θροϊζουν πάνω στα ερείπια των παλατιών, οι ρίζες τους τσακίζουν και κάνουν τα μάρμαρα κομμάτια.Ο βασιλιάς Βέντσλαβ θυμάται, άραγε, ποιοι ήταν εκείνοι οι βασιλιάδες; Μήπως το θυμάσαι εσύ, Γκβίνμπλεϊντ; Κι αν δεν το θυμάσαι, πώς μπορείς να ισχυρίζεσαι ότι κάτι τελειώνει; Πώς ξέρεις σε ποιον πέπρωται ο χαμός και σε ποιον η αθανασία; Μήπως ξέρεις, άραγε, το πεπρωμένο;»

«Το Σπαθί του Πεπρωμένου», Το Σπαθί του Πεπρωμένου

Μια απανταχού Παρουσία του Ιερού

Μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο μαγεία, τέρατα, πνεύματα και παράλληλες διαστάσεις, όπου η εμφάνιση του υπερφυσικού είναι καθημερινή, δεν μπορεί να λείπει η ανάγκη των απλών ανθρώπων να κατανοήσουν, να εξευμενίσουν, να δαμάσουν ή να σεβαστούν την ιερότητα της φύσης. Σε αυτά τα πλαίσια προκύπτουν στον Γητευτή οι φυσικές θρησκείες, που ακολουθούν τόσο τα «μη ανθρώπινα όντα», όπως τα ξωτικά και οι νάνοι, όσο και οι άνθρωποι. Είναι επόμενο ότι οι περισσότερες θρησκευτικές μορφές στον κόσμο αυτόν είναι θηλυκές, ενσαρκώσεις της Θεάς-Μητέρας Φύσης.

Νένεκε και Γκέραλτ, Wiedźmin, Heritage Films, 2001

Οι ιερείς αυτών των θεοτήτων είναι οργανωμένοι σε ανδρικές και γυναικείες αδελφότητες Δρυίδων, όπως ο μέντορας του Γκέραλτ Μύσοβουρ (Mousesack) από τα νησιά Σκέλιγκε, αδελφότητες που εκπαιδεύουν σε μια μάλλον πιο περιορισμένη αλλά πιο φυσική μαγεία. Σε έναν από αυτούς τους Κύκλους είχε μυηθεί και μαθητεύσει ως μάγισσα και θεραπεύτρια και η μητέρα του Γκέραλτ, πριν τον εγκαταλείψει σε μικρή ηλικία στα σκαλιά του Κάερ Μόρχεν, της Σχολής του Λύκου.

Nenneke, The Witcher 3, 2015

Από την ίδια μαγεία εμπνέονται οι ιερείς και οι ιέρειες θεοτήτων όπως η Μελιτέλε, στον Ναό της οποίας, στην Ελάντερ, είναι αρχιέρεια η Νένεκε. Είναι μια κεντρική φιγούρα, ιδιαίτερα στο πρώτο βιβλίο, που περιποιείται συχνά τον τραυματισμένο από τα τέρατα Γκέραλτ. Πέρα από τη χρήση στοιχειώδους μαγείας από τις ιέρειες –που περιλαμβάνει σπάνια θεραπευτικά βότανα και μαγικά φίλτρα, μα και τη δύναμη της προφητείας– η Νένεκε λειτουργεί ως μητρική φιγούρα για τον Γκέραλτ, προστατεύοντας με υψηλό προσωπικό τίμημα τον ίδιο και αυτούς που αγαπά. Θα είναι κρίμα να απαλειφθεί από τη σειρά του Netflix, καθώς υπάρχει σε όλες τις υπόλοιπες εκδοχές, ακόμα και στην πολωνική σειρά.

«Πάντα με το μέρος του, ε, Νένεκε; Πάντα γεμάτη έγνοια για ‘κείνον. Σαν τη μητέρα που δεν είχε ποτέ».

Το Αίμα των Ξωτικών, κεφ. 7ο

Η σχέση του Sapkowski με τη θρησκεία, όπως άλλωστε και με τη μυθολογία, είναι στοχαστική, μεταμορφωτική. Οι σοφοί και οι ποιητές του κόσμου του Γητευτή γνωρίζουν τη σχέση των θεών τόσο με τη μαγεία όσο και με τους ανθρώπους:

«Η λατρεία της θεάς Μελιτέλε ήταν από τις πιο παλιές και, στον καιρό της, από τις πιο διαδεδομένες, ενώ οι καταβολές της χάνονταν σε πανάρχαιους, προϊστορικούς καιρούς. Κάθε φυλή και κάθε πρωταρχικό, νομαδικό ανθρώπινο φύλο λάτρευε κάποια θεά της ευφορίας και της γονιμότητας, προστάτιδα των γεωργών και των περιβολάρηδων, κυρά του έρωτα και του γάμου. Οι περισσότερες από αυτές τις λατρείες ενώθηκαν και συγχωνεύτηκαν στη λατρεία της Μελιτέλε.
Ο χρόνος, που φάνηκε άσπλαχνος με τα δόγματα και τις άλλες θρησκείες, απομονώνοντάς τες σε λησμονημένους, σπάνια επισκέψιμους, χαμένους στον ιστό της πόλης ναΐσκους και προσκυνητάρια, για τη Μελιτέλε αποδείχτηκε σπλαχνικός. Της Μελιτέλε δεν της έλειψαν μήτε οι πιστοί, μήτε οι χορηγοί. Οι σοφοί, που ανέλυαν το φαινόμενο, και που συνήθως παρέπεμπαν στις πρωτόγονες λατρείες της Μεγάλης Μητέρας, της Μητέρας Φύσης, μιλούσαν για τη Σχέση με τον κύκλο της Πλάσης, την αναγέννηση της Ζωής και άλλα φαινόμενα με άλλα ηχηρά ονόματα. Ωστόσο, ο φίλος του Γκέραλτ, ο τροβαδούρος Γιάσκιερ, που του άρεσε να περνιέται για ειδικός σε κάθε τομέα του επιστητού, έψαχνε πιο απλές απαντήσεις. Η λατρεία της Μελιτέλε, ισχυριζόταν, ήταν λατρεία τυπικά γυναικεία. Η Μελιτέλε είναι πρωτίστως θεά της γονιμότητας και του τοκετού, προστάτιδα των μαιών. Και η γυναίκα που γεννάει, πρέπει να ξεφωνήσει. Εκτός από τις συνηθισμένες οιμωγές, όπου συνήθως η γυναίκα υπόσχεται στον εαυτό της –χωρίς ωστόσο να το πολυπιστεύει και η ίδια– ότι από ‘δω και στο εξής δεν θα δοθεί ξανά σε κανέναν ελεεινό τύπο για να την γκαστρώσει, κάθε γυναίκα που γεννά πρέπει να καλέσει για αρωγό της κάποια θεότητα, και η Μελιτέλε είναι για την περίσταση αυτή η πιο κατάλληλη. Και επειδή οι γυναίκες γεννούσαν, γεννούν και θα γεννούν, έλεγε ο ποιητής, έτσι η θεά Μελιτέλε δεν θα έχει κανένα λόγο να φοβάται για τη δημοτικότητά της».

«Η φωνή της λογικής 2», Η Τελευταία Ευχή

Αλλά δεν έχουν μόνο οι άνθρωποι υπερφυσικούς προστάτες. Για τους Νάνους υπάρχει η αρχέγονη Μπλόεμενμαγκντε, που για τα Ξωτικά ονομάζεται Ντάνα Μεάντμπχ, η θεά των σπαρτών και των καρπών της φύσης, η οποία δεν χρειάζεται ναούς και ευλογεί την κάθε κοινότητα με ευημερία και ευφορία. Υπάρχει μάλιστα στο βιβλίο μια σκηνή, που δυστυχώς λείπει από τη σειρά του Netflix, όπου η θεότητα αυτή εμφανίζεται κατά την απαγωγή του Γκέραλτ και του Γιάσκιερ από τα ξωτικά και είναι η ίδια που αποτρέπει την εκτέλεσή τους:

Ντάνα Μέαμπντχ – Wiedźmin, Heritage Films, 2001

«Ανάμεσα στ’ αγριόχορτα, που σκέπαζαν το ξέφωτο, βάδιζε – όχι δεν βάδιζε – γλιστρούσε προς το μέρος τους η Βασίλισσα, αχτιδοβόλα, χρυσομαλλούσα, υπερκόσμια όμορφη, με μάτια φλογάτα, η Αφέντρα των Αγρών, στολισμένη με γιρλάντες από μπουμπούκια, από στάχια, από ορμαθούς βοτάνων. Στ’ αριστερά της, αλαφροπάτητο, με άκαμπτο βήμα, ερχόταν ένα ελαφάκι, στα αριστερά της θρόιζε ένας μεγάλος σκαντζόχοιρος.
«Ντάνα Μέαμπντχ», είπε με σεβασμό ο Φιλαβάντρελ. Κι ύστερα έσκυψε το κεφάλι και γονάτισε. Γονάτισαν επίσης και τα υπόλοιπα ξωτικά. […] «Έλα μαζί μας, Ντάνα Μέαμπντχ», είπε το ξωτικό με τα κάτασπρα μαλλιά. «Μας είσαι απαραίτητη. Μην μας εγκαταλείπεις, Προαιώνια. Μη μας στερήσεις τη στοργική αγάπη σου. Χωρίς εκείνη θα χαθούμε».

«Στην άκρη του κόσμου», Η Τελευταία Ευχή

Ο Γκέραλτ, βέβαια, μέσα από τη δική του πικρή εμπειρία του κόσμου, δεν εμπιστεύεται το χέρι των θεών ούτε του πεπρωμένου – μονάχα το δικό του χέρι:

«Δεν πιστεύω στη Μελιτέλε, ούτε στην ύπαρξη άλλων θεών. Όμως τιμώ την επιλογή σου, την αφοσίωσή σου, τιμώ και σέβομαι αυτό που πιστεύεις. Γιατί η πίστη σου και η αφοσίωσή σου, η τιμή της σιωπής, την οποία πληρώνεις, θα σε κάνουν καλύτερο, πιο σωστό άνθρωπο. Ενώ η δική μου έλλειψη πίστης δεν έχει καμία δύναμη. Είναι εντελώς ανίσχυρη.
Τότε, ρωτάς, σε τι πιστεύω; Πιστεύω στο σπαθί».

«Η φωνή της λογικής 4», Η Τελευταία Ευχή

Ο Θάνατος, πέρασμα μέσα στην ομίχλη

Η ουσία στην ιστορία του Γητευτή είναι βαθιά βασισμένη στην ανθρώπινη αγωνία για αγάπη και αποδοχή, ενώ όλοι μάχονται για εξουσία. Είτε πρόκειται για ένα μεταλλαγμένο παρία, είτε για παραμορφωμένη φυσικά και ψυχικά μάγισσα, είτε για ένα ορφανό με ανεξέλεγκτες δυνάμεις, είτε ακόμα και για καταδιωγμένες φυλές που ψάχνουν να ξαναβρούν μια αξιοπρεπή θέση στον κόσμο, ανάμεσα σε ανθρώπους και τέρατα που αλληλοεξοντώνονται στη μάχη για την επιβίωση. Στο επόμενο άρθρο θα μιλήσουμε για τον τρόπο που, περισσότερο από οποιοδήποτε θεό ή μαγεία, ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου συνδέεται τόσο με τη μάγισσα Γένεφερ, όσο και με ένα απροσδόκητο δώρο του Πεπρωμένου: ένα παιδί με Αρχαίο Αίμα, απόγονο και κληρονόμο της μαγείας του κόσμου, τη Σίρι, που πρέπει να προστατέψει με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει: με το σπαθί του, που ίσως έτσι καθορίσει την πορεία του κόσμου.

Υπάρχει όμως μια θεότητα, που είναι ίσως η μόνη στην οποία πιστεύει ο Γκέραλτ από τη Ρίβια. Μια θεότητα, που παρότι έχει χαρακτηριστικά όμοια με εκείνα ενός Ερμή Ψυχοπομπού και ενός Άνουβι, θυμίζει περισσότερο τις Βαλκυρίες, παραμένει γυναικεία, παραμένει συγγενής με την προαιώνια, στο σύμπαν του Sapkowski, δύναμη του Χάους – και το ίδιο ανεξιχνίαστη. Μια οντότητα που προσφέρει, σαν αντίβαρο στη μία όψη του Σπαθιού, που είναι το Πεπρωμένο, το ανεξιχνίαστο Πέρασμα στο Άγνωστο. Στο τέλος των βιβλίων του Sapkowski υπάρχει ένα Επέκεινα – αλλά κανείς δεν λέει τίποτα περαιτέρω για αυτό.

Όμως το αντικρίζει όταν, μετά από μια ακόμα μάχη του Γκέραλτ με τέρατα, που τον έφερε άλλη μια φορά στο κατώφλι του δικού του θανάτου, η αγωνία του σέρνει τα βήματά του ως ένα ακόμα κατώφλι, ένα Ηρώο του Θανάτου, για να διαβάσει τα ονόματα των πεσόντων μάγων και μαγισσών της Μάχης του Σόντεν:

Άκουσε πίσω του ένα ελαφρό θρόισμα και γύρισε.
Ήταν ξυπόλητη και φορούσε ένα απέριττο λινό φόρεμα. Στα μακριά, ξανθά μαλλιά της, που έπεφταν ελεύθερα στους ώμους, φορούσε ένα στεφάνι καμωμένο από μαργαρίτες.
 «Γεια σου», της είπε.
Τον κοίταξε με τα ψυχρά, γαλάζια μάτια της και δεν απάντησε.
«Έφερες λουλούδια;»
Χαμογέλασε και χαμήλωσε τα βλέφαρά της. Εκείνος ένιωσε μια ψύχρα. Τον προσπέρασε χωρίς να πει λέξη, γονάτισε στη βάση του μενίρ και ακούμπησε με τις παλάμες την πέτρα.
«Εγώ δεν φέρνω λουλούδια», είπε σηκώνοντας το κεφάλι. «Γιατί αυτά που βρίσκονται εδώ είναι φερμένα για μένα».
Την κοίταζε. Είχε γονατίσει με τέτοιον τρόπο που έκρυβε το τελευταίο όνομα που ήταν χαραγμένο στην επιφάνεια του μενίρ. Ήταν ανοιχτόχρωμη, εκθαμβωτικά ανοιχτόχρωμη στο σκοτεινό πλαίσιο του βράχου.
«Ποια είσαι;»
Χαμογέλασε και ένα ψυχρό αεράκι σηκώθηκε.
«Αλήθεια, δεν ξέρεις;»
“Ξέρω”, σκέφτηκε, κοιτάζοντας το ψυχρό γαλάζιο των ματιών της. “Ναι, νομίζω πως ξέρω”.
Ήταν ήρεμος. Δεν ήξερε άλλον τρόπο απ’ αυτόν.
«Είχα πάντα περιέργεια να δω πώς μοιάζεις, κυρά».
«Δεν χρειάζεται να με αποκαλείς έτσι», απάντησε σιγαλά. «Άλλωστε γνωριζόμαστε πολλά χρόνια».
«Γνωριζόμαστε», είπε. «Λένε πως με ακολουθείς καταπόδι».
«Σε ακολουθώ. Όμως εσύ δεν κοίταξες πίσω σου ποτέ. Μέχρι σήμερα. Σήμερα, για πρώτη φορά κοίταξες πίσω σου».
Σώπαινε. Δεν είχε τίποτα να πει. Ήταν κουρασμένος.
«Πώς… πώς θα γίνει;», ρώτησε τέλος ψυχρά και χωρίς κανένα συναίσθημα.
«Θα σε πάρω απ’ το χέρι», του είπε κοιτώντας τον ολόισια στα μάτια. «Θα σε πάρω από το χέρι και θα διαβούμε το χωράφι. Μες στην κρύα και υγρή ομίχλη.»
«Κι ύστερα; Τι υπάρχει μετά την ομίχλη, εκεί πέρα;»
«Τίποτα», είπε και χαμογέλασε. «Ύστερα πια δεν υπάρχει τίποτα».
«Με ακολουθούσες καταπόδι», είπε εκείνος. «Και έπεφτες πάνω σε άλλους, εκείνους που συναντούσα στο δρόμο μου. Γιατί; Ήθελες να μείνω μόνος, έτσι δεν είναι; Για να αρχίσω να φοβάμαι; Θα σου πω την αλήθεια. Πάντοτε σε φοβόμουν. Πάντοτε. Δεν κοιτούσα πίσω μου από φόβο. Από το άγχος πως θα δω να μ’ ακολουθείς. Διαρκώς φοβόμουν, όλη μου η ζωή πέρασε μέσα στο φόβο. Φοβόμουν… Μέχρι σήμερα».
«Μέχρι σήμερα;»
«Ναι. Μέχρι σήμερα. Στέκουμε ο ένας αντίκρυ στον άλλον και δεν νιώθω κανένα φόβο. Μου πήρες το καθετί. Μου πήρες και το φόβο». […]
«Ας τελειώνουμε πια», είπε με κόπο. «Πάρε με… πάρε με απ’ το χέρι και οδήγησέ με…»
Σηκώθηκε και τον πλησίασε. Εκείνος ένιωσε το κρύο που έβγαινε από μέσα της. Ένα κρύο τραχύ και διαπεραστικό.
«Όχι σήμερα», είπε. «Κάποτε, αλλά όχι σήμερα».
«Μου έχεις πάρει τα πάντα…»
«Όχι», τον έκοψε. «Εγώ δεν παίρνω τίποτα. Εγώ παίρνω μόνο κάποιον από το χέρι. Ώστε κανείς να μην είναι τότε μονάχος. Μονάχος στην ομίχλη. Έχε γειά, Γκέραλτ από τη Ρίβια. Κάποτε…».

«Κάτι παραπάνω», Το Σπαθί του Πεπρωμένου

Cover art by Art dealership Cook & Becker

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά