Διήγημα: “Ο κόλπος των ναυαγίων” του Κωνσταντίνου Κέλλη

by Nyctophilia

Το κάστρο του δεν είχε φρουρούς. Οι πολεμίστρες δεν είχαν κανόνια, η πύλη του δεν είχε αμπάρες για να την κλειδώσουν. Όταν ο κίνδυνος πλησίασε, δεν ακούστηκαν ούτε βούκινα, ούτε σήμαντρα από τα έρημα τείχη.

Γι’ αυτό και όταν η μπάλα του βόλεϊ έσκασε πάνω του με τη μήνη χιλίων δράκων, το κάστρο έγινε ξανά ένα με την υπόλοιπη αμμουδιά. Η μπάλα κύλησε παραπέρα, παίρνοντας μαζί της και το χαμόγελό του.

Μια κοπέλα με μπικίνι ήρθε και τη μάζεψε, δίχως να του δώσει την παραμικρή σημασία. Εκείνος την κοίταξε καθώς επέστρεφε στην παρέα της χοροπηδώντας πάνω στην άμμο. Το δέρμα της ήταν καμένο, τσουρουφλισμένο από τον ήλιο· κάθε μαυριδερός πόρος έμοιαζε να παρακαλάει για καρκίνο. Εκείνη δεν έδειχνε να ενοχλείται, ούτε φαινόταν διατεθειμένη να καλύψει τίποτα περισσότερο από μερικά στρατηγικά τετραγωνικά εκατοστά κατά μήκος του σώματός της.

Ο ίδιος ήταν πιο άσπρος κι από κοιλιά ψαριού· αν κανείς έμπαινε στον κόπο να τον παρατηρήσει, μπορεί και να τον περνούσε για αλμπίνο, καθισμένο εκεί να παίζει με την άμμο. Θα έκανε λάθος. Οι αλμπίνοι δεν άντεχαν τον ήλιο, πόσο μάλλον μέσα στο κατακαλόκαιρο. Κι εκείνος ήταν στο ίδιο σημείο εδώ και ώρες. Το μέρος ήταν το σπίτι του, πολύ προτού χτιστεί το πρώτο από τα πολλά κτίσματα που στοιχίζονταν στην άκρη της αμμουδιάς.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε πάλι. Σκέφτηκε το κάστρο του πριν από το χτύπημα του στρογγυλού εχθρού: στο μυαλό του σχηματίστηκαν μεμιάς τα μεγαλοπρεπή, άδεια από ενοχλητικό κόσμο δωμάτια, οι λαβυρινθώδεις διάδρομοι, οι σάλες, τα μπαλκόνια.

Πανέμορφο και έρημο, όπως στεκόταν τώρα στα μακρινά και σκοτεινά βάθη του ωκεανού, πολύ μακριά από εκείνη την ακτή. Το χαμόγελο επέστρεφε αργά στα ψαρίσια χείλη του. Το έβλεπε ξανά και καθώς έκλεισε τα μάτια του… ήταν εκεί. Όχι σαν μνήμη, ούτε σαν όνειρο. Οι άνθρωποι δεν είχαν όνομα για την εμπειρία που βίωνε πίσω από τα λεπιασμένα του βλέφαρα. Κολυμπούσε στους στεφανωμένους από φύκια διαδρόμους του. Η άμμος μπροστά του άρχισε να σαλεύει.

Η μπάλα αυτή τη φορά τον χτύπησε στο άτριχο κεφάλι του. Το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο.

«Ωχ, συγγνώμη, σας χτύπησα;»

Δεν τον ενόχλησε η ηλίθια ερώτηση. Χρόνια τώρα υπέμενε την ανθρώπινη βλακεία, αστείρευτη σαν τα κύματα που έσκαγαν στην παραλία. Το γέλιο τους ήταν το χειρότερο. Το ηλίθιο, αστραφτερό χαμόγελο στα πρόσωπά τους. Η καψαλισμένη λουόμενη έφυγε χωρίς να περιμένει την προφανή απάντηση. Οι υπόλοιποι της παρέας ακόμη γελούσαν. Και δεν ήταν οι μόνοι. Εκατοντάδες, μπορεί χιλιάδες, ανθρώπινα σώματα πατούσαν την άμμο με τα βρομοπόδαρά τους. Όλοι τους με το χρώμα καμένου φαγητού και με τα βλακώδη χαμόγελα στις φάτσες τους. Τα φάλτσα γέλια τους, τόσο από τους μεγάλους όσο κι από τις μικρογραφίες που έσερναν μαζί τους, γρατζουνούσαν τα αφτιά του. Η συγκέντρωση του εξανεμίστηκε. Όχι, δεν θα μπορούσε να ξαναχτίσει το κάστρο του. Όχι με τόση εξοργιστική φασαρία.

Ίσως αν στρεφόταν σε κάτι πιο κοντινό. Ίσως σε κάτι πιο… οικείο.

Προτού ο κόλπος των Ναυαγίων γίνει δημοφιλής για το γαλάζιο πανί που του είχαν κρεμάσει και τώρα ανέμιζε στο κέντρο της παραλίας του, ήταν περιβόητος για τα βράχια στο βυθό του, και για τα ύπουλα ρεύματα που τραβούσαν τα καΐκια πάνω τους. Οι άκρες του σχημάτιζαν ένα σχεδόν απόλυτα συμμετρικό ημισφαίριο, που αγκάλιαζε το καταγάλανο νερό σαν ακριβό κύπελλο. Το υπέροχο αυτό χαμόγελο όμως είχε δόντια κοφτερά σαν τα δικά του, και έκρυβε κάτω από το γαλάζιο κινδύνους που τα ανθρώπινα μάτια δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Τα βράχια ξεκοίλιαζαν τα ύφαλα των πλοίων και οι ναύτες είχαν τουλάχιστον μια υπέροχη θέα να θυμούνται, προτού τους τραβήξει ο βυθός στη σκουριασμένη συλλογή του. Λάτρευε αυτή την ιστορία. Το μέρος, το σπίτι του από τότε που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον ωκεανό, πολεμούσε τους ανθρώπους. Αλλά δυστυχώς, αυτό δεν αρκούσε. Τα «εξοχικά» είχαν κατακλύσει τον τόπο σαν μολυσματική ασθένεια. Τα κοντινότερα απείχαν μόλις μερικά μέτρα από το κύμα, και οι πιωμένοι βλάκες που έψηναν σάρκες στα κάρβουνα –με το ένα πόδι στο γρασίδι και το άλλο στην αμμουδιά–, έδειχναν παντελώς ανίδεοι για τη ζημιά που προκαλούσαν. Κι εκείνος, ο μοναδικός του γένους του για χιλιάδες μίλια τριγύρω, ένα κακόμοιρο πλάσμα που είχε καταλήξει να μοιάζει περισσότερο με τους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν παρά με…

Η μπάλα έσκασε ξανά πάνω του, στην πλάτη του αυτή τη φορά. Ένα γαλάζιο σημάδι σαν τσίμπημα μέδουσας σχηματίστηκε πάνω στο γαλακτερό δέρμα. Ούτε συγγνώμη, ούτε ερώτηση αυτή τη φορά. Τα γέλια ήταν εκεί, οι φάλτσες δοξαριές στα αφτιά του, από την παρέα που έπαιζε βόλεϊ· αφού η εικόνα του περίεργου που παίζει με την άμμο τούς είχε φανεί αστεία, τα απανωτά χτυπήματα έπρεπε να μοιάζουν ξεκαρδιστικά. Δεν κουνήθηκε από τη θέση του.

Ένα παιδάκι χωρίς ρούχα πλησίασε αργά προς το μέρος του. Εκείνος σήκωσε τα χείλη του και έδειξε τις τρεις σειρές δοντιών που έκρυβε το πλατύ στόμα του. Το παιδάκι έφυγε τσιρίζοντας.

Εκείνος δεν το ακολούθησε με το βλέμμα του. Στράφηκε προς την άμμο. Τα μεμβρανώδη δάχτυλά του χώθηκαν στην άμμο, ανάμεσα στα εκατομμύρια σωματίδια βράχου και ορυκτών. Προσπάθησε να διαγράψει τις τσιρίδες και τα γέλια, προσπάθησε να σβήσει τα χαμογελαστά, καμένα πρόσωπα από το νου του. Τα κλειστά βλέφαρά του γέμισαν με θαλασσινό νερό.

Εκεί, στον πράσινο τάφο τους, νεκρά καΐκια περίμεναν κι ονειρεύονταν: δεκάδες, τόσο όμορφα εγκαταλελειμμένα στον πάτο, ανέγγιχτα, ελεύθερα πια από το ανθρώπινο μίασμα. Σκουριασμένο μέταλλο και σάπιο ξύλο, δοσμένα πίσω στη φύση.

Άραγε καταλάβαιναν όλοι αυτοί οι ηλίθιοι πως ο θαλάσσιος πλούτος του κόλπου όφειλε την ύπαρξή του στα θρεπτικότατα κουφάρια αιώνων; Όταν καταβρόχθιζαν τα ψάρια και τα οστρακοειδή αυτής της θάλασσας, μπορούσαν να διακρίνουν την ανεπαίσθητη γεύση του βρομερού γένους τους;

Όταν η μπάλα έσκασε για τρίτη φορά πάνω του, και τα γέλια τους τρύπησαν τις άμυνές του, άνοιξε τα κιτρινωπά μάτια του. Φυσικά, το έκαναν επίτηδες. Φυσικά, τους φαινόταν αστείο μέχρι θανάτου. Δεν θα το είχαν κάνει αν είχαν προσέξει το δικό του χαμόγελο, που απλωνόταν από τον ένα λευκό λοβό ως τον άλλο, τα τριγωνικά δόντια του που γυάλιζαν καθώς στεκόταν πάνω από τα δημιουργήματά του.

Δεν θα το είχαν κάνει αν είχαν δει τα δεκάδες πλοία από άμμο που είχαν σχηματιστεί μπροστά του, πανομοιότυπα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια με τη συλλογή που είχε ο βυθός μπροστά τους.

Οι παλάμες του ήταν ακόμη βυθισμένες στην άμμο.

Σιγά-σιγά, τα δάχτυλά του άρχισαν να κουνιούνται, αναδεύοντάς την. Αναδεύοντας τα πλοία.

Και τα πλοία υπάκουσαν. Το βογκητό του μετάλλου διέτρεξε τα σκοτεινά νερά σαν τον βρυχηθμό των νεκρών Θεών που κάποτε υπηρετούσε.

Στα βάθη του κόλπου, αλυσίδες σαν σκούρα πλοκάμια έσπασαν την επιφάνεια των κυμάτων και όρμησαν προς τα έξω, προς τον ηλίθιο, χαμογελαστό κόσμο.

Τους πήρε λίγη ώρα να τα προσέξουν. Όταν χούφτες από λουόμενους τινάχτηκαν δέκα και είκοσι μέτρα ψηλά πάνω από το νερό, και τα γέλια έγιναν ουρλιαχτά… τότε οι άνθρωποι τα πρόσεξαν για τα καλά.

Τα ουρλιαχτά τους ήταν για εκείνον μια ανακουφιστική μελωδία… Αλλά δεν ήταν αυτό το καλύτερο. Τα παγωμένα πλοκάμια –σκουριασμένα καλώδια κι αλυσίδες από τα ψαροκάικα που περίμεναν για δεκαετίες να γεμίσουν με την επόμενη ψαριά τους–, μάζευαν τον κόσμο σαν τσαμπιά από σταφύλια, σταφύλια που κραύγαζαν πανικόβλητα καθώς έχαναν τους χυμούς τους. Τα βίντσια άρπαζαν ζουμερή, καψαλισμένη σάρκα. Κι όπου δεν άρπαζαν, κάρφωναν. Κι όπου δεν κάρφωναν, έσφιγγαν, ώσπου σε μερικά μόλις δευτερόλεπτα υπέροχης υστερίας, ένα τσούρμο από τεράστιους, ανθρώπινους μπόγους χόρευε πάνω από τα κατακόκκινα νερά του κόλπου.

Αλλά ούτε αυτό ήταν το καλύτερο. Το καλύτερο ήταν όταν οι ανθρώπινοι μπόγοι έγιναν ανθρώπινες μπάλες. Τα σύρματα τινάχτηκαν προς τη στεριά, κρύβοντάς του τον ήλιο ψηλά, ραίνοντάς τον με κόκκινη βροχή. Καθεμία από τις μπάλες –αποτελούμενες από εκατοντάδες κόσμου–, άρχισε να σκάει με δύναμη πάνω στα εξοχικά.

Τόνοι ανθρώπων μετέτρεπαν τα οικοδομήματα σε ματωμένες πέτρες και ξύλα, πλαστικό και κεραμίδι. Οι τσιρίδες συνέχισαν να φτάνουν στα αυτιά του –τόσο ίδιες με τα γέλια τους, τόσο ξεκαρδιστικά ίδιες–, αλλά έπειτα από λίγη ώρα, όταν και τα τελευταία σπίτια έγιναν ένα με το χώμα, όταν οι μπάλες ανθρώπων έγιναν συμφύρματα κρέατος και οστών, τότε οι κραυγές έσβησαν και μαζί τους έσβησε και η φασαρία.

«Ια» μουρμούρισε, ένα χαμηλόφωνο γλουγλουκητό ευχαρίστησης από το λαιμό του. Επιτέλους μόνος, τράβηξε τα χέρια του από την άμμο και άφησε τα ναυάγια να ησυχάσουν. Οι αλυσίδες και τα βίντσια ελευθέρωσαν τα αλιεύματά τους ανάμεσα στα συντρίμμια και τραβήχτηκαν αργά προς το βυθό. Το μεταλλικό σύρσιμο κόπασε αφήνοντας πίσω μονάχα τη μουσική των αφρισμένων κυμάτων. Και τι όμορφα που γυάλιζαν κάτω από τον ήλιο, λες και κάθε κύμα ξέβραζε στοίβες από ρουμπίνια στην αμμουδιά… Κατέβασε τα βλέφαρά του, κλείνοντας μέσα τους την κόκκινη εικόνα. Εκεί που τον περίμενε το κάστρο του.

***

Το διήγημα περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων «Το φως μέσα μου: δεκατρείς σκοτεινές ιστορίες» του Κωνσταντίνου Κέλλη (Momentum 2013).

Bιογραφικό:

Ο Κωνσταντίνος Κέλλης γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1985 και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Συνέχισε τις σπουδές του στο Εδιμβούργο με μεταπτυχιακό στη Δημιουργική Γραφή. Η αγάπη του για τη Λογοτεχνία του Φανταστικού τον οδήγησε στη συγγραφή ιστοριών τρόμου, μυστηρίου και φαντασίας. Η δουλειά του έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2014 ζει και εργάζεται στη Σουηδία ως καθηγητής Αγγλικών.

Το φως μέσα μου: 13 σκοτεινές ιστορίες, η πρώτη του συλλογή βραβευμένων διηγημάτων τρόμου, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις εκδόσεις MOMENTUM. Από τον Ιανουάριο του 2014 μέχρι σήμερα, παραμένει στο #1 της λίστας “βιβλία τρόμου από Έλληνες συγγραφείς” του Goodreads.com.

Η Νεκρή γραμμή, το πρώτο του μυθιστόρημα τρόμου, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2014 από τις εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ και έγινε το πρώτο best seller του είδους του από Έλληνα συγγραφέα.

Τον Νοέμβριο του 2016, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ το νέο του μυθιστόρημα τρόμου, “Η σκιά στο σπίτι”, το οποίο μπήκε στις λίστες των Best sellers στον πρώτο μήνα της κυκλοφορίας του.

Από τις εκδόσεις Bell κυκλοφορεί το τελευταίο του μυθιστόρημα “Άγιοι Τίποτα”.

Cover image: “Shipwreck cove” by YoBarte (deviantart.com).

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά