“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 14: Η τελετή

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Το δεκαπενθήμερο πέρασε χωρίς να του τηλεφωνήσει κανείς. Τα πρωινά κοιμόταν, τις νύχτες ξαγρυπνούσε με τις σκέψεις του. Το μεσημέρι έπινε το τσάι του έχοντας παρέα κάποιο βιβλίο που δεν είχε όρεξη ν’ ανοίξει. Το απόγευμα έπαιρνε το τραίνο και ταξίδευε μέχρι την πυραμίδα, για να φιλοσοφήσει ατελείωτα με τον παλαιοπώλη που δεν σταματούσε ούτε στιγμή να προσπαθεί να τον νουθετήσει, αλλάζοντας το επόμενο βήμα που ήθελε να κάνει.

«Τι περιμένεις ότι θα επιτύχεις, Άγγελε; Τι μπορεί να φαντάζεσαι ότι θα καταφέρεις συνεχίζοντας την πορεία σου στην Αίρεση;»

«Δεν έχω μπει απλώς σε μια οποιαδήποτε αίρεση. Έχω κατορθώσει να εισέλθω στον πυρήνα του Μαύρου Ρόδου. Εγώ! Μόνος μου. Είμαι πολύ κοντά στο ν’ αγγίξω τον στόχο μου. Δεν μπορώ να τα παρατήσω. Δεν έχουν ιδέα για τις προθέσεις μου και μου ανοίγουν τις πόρτες τη μία μετά την άλλη. Τους παραπλάνησα. Εγώ! Θέλω να φτάσω μέχρι το τέλος», ωρυόταν, τονίζοντας τη λέξη εγώ, λες και χτυπούσε την ασπίδα του πριν από τον πόλεμο για να τρομάξει τον εχθρό.

«Παιδί μου, αυτό το τέλος μπορεί να είναι η ίδια σου η ζωή, αν αντιληφθούν αυτό που προσπαθείς να κάνεις. Αν δεν το έχουν αντιληφθεί ήδη, δηλαδή. Πολύ φοβάμαι πως ο Σωτήρης σε στρατολόγησε μ’ έναν πανέξυπνο τρόπο και πως πολύ σύντομα θα είσαι, όχι απλώς το θύμα μιας πλεκτάνης, αλλά αληθινό εξιλαστήριο θύμα σε κάποιον βωμό». Ο Άγγελος δεν μίλησε. Ήξερε πως μιλούσε σωστά και δεν είχε νόημα ν’ αντιμιλήσει στον μοναδικό άνθρωπο που εκτιμούσε, δείχνοντας ασέβεια στο ενδιαφέρον του.

«Έπρεπε να σου έχω δείξει να πάρεις άλλον δρόμο με κάποιον πιο αποτελεσματικό τρόπο από την έρευνα των φρεατίων κι έπρεπε να το πράξω πολύ νωρίτερα».

«Ίσως είναι η μοναδική ευκαιρία να βρω την καρδιά του Κτήνους και να την ξεριζώσω», συνέχιζε ο Άγγελος τον παραλογισμό του, κωφεύοντας στα λόγια του φίλου του.

«Είσαι τόσο ανόητος ώστε να πιστεύεις κάτι τέτοιο; Δεν γίνονται αυτά, Άγγελε. Ακόμη κι αν μπορούσες με το σπαθί σου να κόψεις όλα τα πλοκάμια αυτού του εκτρώματος, θα φύτρωναν ξανά, ισχυρότερα και περισσότερα. Ο κόσμος που ζούμε δεν μπορεί να σωθεί. Είναι καταδικασμένος. Αποδέξου το και προχώρησε στη δική σου ζωή, όσο υπάρχει ακόμη καιρός. Αν οπισθοχωρήσεις τώρα, δεν θα σε ξαναενοχλήσουν».

«Κι όλα αυτά τα παιδιά που εξαφανίζονται; Όλα τα παιδιά που κατάπιε το Θηρίο που λατρεύουν όλοι αυτοί; Εκείνο το κορίτσι από την Κύπρο;»

«Δεν μπορείς ν’ αλλάξεις το παρελθόν. Ο άνθρωπος έχει ελεύθερη βούληση».

«Όχι, κύριε Σταμάτη. Δεν είναι βούληση αυτό. Πλάνη είναι».

«Την ίδια πλάνη βιώνεις κι εσύ, Άγγελε. Το μόνο που αλλάζει είναι ότι έχεις ταχθεί στο αντίπαλο στρατόπεδο. Δεν μπορείς να σώσεις τον κόσμο, κατάλαβέ το. Ούτε έχεις τη δύναμη να εξολοθρεύσεις το Κακό».

«Έχω τη δύναμη όμως να το ξεσκεπάσω», είπε ο Άγγελος αποφασισμένος. Ο παλαιοπώλης έβαλε στα ποτήρια τους κονιάκ κι έπαψε να προσπαθεί να του αλλάξει μυαλό, διότι όσο προσπαθούσε, τον έκανε να πεισμώνει περισσότερο. Συλλογιζόταν με αγωνία πως ίσως έπρεπε να κάνει κάτι πιο δραστικό. Ο ένας τρόπος ήταν να ειδοποιήσει τους γονείς του, αλλά αυτό δεν θα του το συγχωρούσε ποτέ ο προστατευόμενός του. Ερχόταν σε αυτόν για να βρει την ασφάλεια που του είχε στερήσει η οικογένειά του και σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να τον εγκαταλείψει. Έπρεπε να βρει μια άλλη λύση. Αλλά τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τον φοβίσει τόσο ώστε να τον εμποδίσει. Ο Άγγελος είχε υποταχθεί σ’ ένα θέλημα ανώτερο από εκείνον.

Το τηλέφωνο χτύπησε όταν ο Άγγελος έλειπε. Κάποιος άφησε έναν αριθμό στην αδερφή του με την εντολή να καλέσει άμεσα και τη δικαιολογία πως τον χρειάζονταν για δουλειά σε κάποιο μπαρ που θα έκανε εγκαίνια και είχαν απόλυτη ανάγκη από προσωπικό.

«Αυτός ο τύπος μου μιλούσε απειλητικά. Ένιωθα πως αν ξεχάσω να το πω, θα με βρει και θα με καθαρίσει. Με ωραίους τύπους πας και συνεργάζεσαι, αδερφέ μου», είπε η Έφη δίνοντάς του το χαρτί με τον τηλεφωνικό αριθμό.

Ο Άγγελος κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα. Βγήκε να τηλεφωνήσει από τον θάλαμο της γωνίας. Ο φρέσκος αέρας κουβαλούσε τη μυρωδιά του καμμένου ξύλου. Ψηλά στον ουρανό, τα σύννεφα αραίωναν και πύκνωναν, αναμειγνύοντας το σκούρο γαλάζιο με τα μοβ χρώματα του χειμωνιάτικου ήλιου που έδυε. Τράβηξε την πόρτα του θαλάμου και μπήκε, αφήνοντάς την ανοιχτή για να μη χάσει τη μυρωδιά του ανέμου˙ με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό έριξε ένα κέρμα των πενήντα δραχμών στον κερματοδέκτη, αν και κάτι του έλεγε πως η συνδιάλεξη δεν θα διαρκούσε τόσο πολύ. Η γραμμή καλούσε κι όσο καλούσε, οι μαβιές πινελιές στα σύννεφα ταξίδευαν. Το μυαλό του αναπόλησε τα καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα της Ψυχώρης. Συνειδητοποίησε ότι αυτήν την ιδανική στιγμή, θα έπρεπε να τηλεφωνεί στη Μάγκι για να της προτείνει να βγουν. Παραλίγο να προλάβει να βάλει το χέρι του στον διακόπτη, τερματίζοντας την κλήση και μαζί της, την περιπέτεια που είχε σκοπό να διανύσει.

«Εμπρός», ακούστηκε μια αντρική φωνή που ήταν ακριβώς όσο απειλητική την είχε περιγράψει η μικρή αδερφή του.

«Είμαι ο Άγγελος».

«Οδηγείς;»

«Ναι».

«Την Παρασκευή τα μεσάνυχτα να βρίσκεσαι στην κεντρική πλατεία της Γαλήνης. Θα έρθεις με το αυτοκίνητο, θα το αφήσεις εκεί και μετά θα σε παραλάβουμε εμείς. Να έχεις μαζί σου τον μανδύα σου».

«Εντάξει», συμφώνησε ο Άγγελος κι η γραμμή έκλεισε. Δεν χρειάζονταν πολλά λόγια. Του είχαν εξηγήσει που οδεύει. Οπότε, το τηλεφώνημά του ήταν μια μορφή υπογραφής στο συμβόλαιο της συμφωνίας τους.

«Δεν μου είπε όμως τίποτα για τον γυρισμό», είπε ειρωνικά και κρέμασε το ακουστικό, γελώντας μόνος του με το μαύρο αστείο που είχε κάνει στον εαυτό του.

Δεν είχε δίπλωμα, αλλά οδηγούσε. Όταν γύρισε το κλειδί, βάζοντας μπρος τη μηχανή, σκέφτηκε πως αν τον σταματούσε η αστυνομία, την οποία απεχθανόταν από τότε που είχε φιλοξενηθεί στο κελί της με τα μούτρα σημαδεμένα και σακατεμένη την ψυχή του, θα ήταν η πρώτη φορά που θα του έβγαινε σε καλό, αποτρέποντάς τον από αυτό που δεν μπορούσε να τον προστατεύσει καμιά άμυνα του εαυτού του.

Οδήγησε σε όλη τη διαδρομή με κατεβασμένο το παράθυρο. Η ροκ μουσική στο ραδιόφωνο τον συνόδευε σαν να πήγαινε νυχτερινή εκδρομή. Οι μελωδίες των τραγουδιών ακούγονταν στ’ αυτιά του μυστήριες, ψιθυρίζοντας ένα μυστικό για κάτι που θα μπορούσε να πεταχτεί από το πουθενά και να τον αρπάξει. Τα τραγούδια είχαν συμμαχήσει για να τον προειδοποιήσουν πως η τύχη που καταδίωκε, θα τον ρήμαζε όπως ένα αρπακτικό από άλλη διάσταση.

Τα περισσότερα αυτοκίνητα που συναντούσε πήγαιναν αντίθετα από το δικό του. Οδηγούσε κόντρα στο ρεύμα των ανθρώπων που μάλλον επέστρεφαν στα σπίτια τους να ξεκουραστούν. Τους φαντάστηκε να ξαπλώνουν στα μαλακά, ζεστά τους κρεβάτια, να αποκοιμιούνται νανουρισμένοι από τη συντροφιά της τηλεόρασης που θα αναβόσβηνε γλυκά στο σκοτάδι του δωματίου, και τους ζήλεψε. Η καρδιά του σφίχτηκε από φθόνο, αλλά συνέχισε να οδηγεί κόντρα στο ρεύμα, μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο πεδίο της ερημιάς, με κάθε χιλιόμετρο που διένυε.

Όταν έφτασε στην πλατεία της Γαλήνης, έψαξε τον χάρτη για να βεβαιωθεί πως βρισκόταν στο σωστό σημείο. Δεν κυκλοφορούσε κανείς τέτοια ώρα. Τα φώτα της λεωφόρου ήταν τα μοναδικά που άναβαν ακόμη, μαζί μ’ εκείνα από τις βιτρίνες των λιγοστών μαγαζιών της περιοχής. Κοίταξε το χέρι του για να ελέγξει την ώρα λες και δεν ήξερε πως δεν φορούσε ποτέ ρολόι. Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε σημαίνοντας μεσάνυχτα κι από το απέναντι μικρό καφενεδάκι κάποιος έκλεισε με δύναμη την πόρτα, τραντάζοντας όλη τη τζαμαρία. Στράφηκε και του έριξε μια φιλύποπτη ματιά κι έπειτα τον αγνόησε, του γύρισε την πλάτη και συνέχισε τον δρόμο του. Αισθάνθηκε εγκαταλελειμμένος καθώς τον έβλεπε να φεύγει, τόσο που χωρίς να το σκεφτεί, τον φώναξε για να του μιλήσει:

«Φίλε, έχεις φωτιά;»

Ο άνδρας τον κοίταξε πάλι καχύποπτα κι έπειτα πήγε προς τη μεριά του και του δάνεισε το τσιγάρο του για να ανάψει από την κάφτρα.

«Ξένος δεν είσαι;»

«Περαστικός».

«Τι θέλεις εδώ μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα; Εδώ είναι χωριό. Αν σου συμβεί κάτι, ακόμη κι εδώ, στην κεντρική πλατεία, θα σε βρουν αύριο, αν είσαι τυχερός».

«Τι να μου συμβεί;»

«Πολλά γίνονται».

«Έχω ένα ραντεβού για μια δουλειά».

«Εσύ ξέρεις, φιλαράκο. Καληνύχτα», είπε μ’ έναν τόνο που άφηνε να εννοηθεί πως ένιωθε ότι είχε κάνει το καθήκον του και τον παράτησε αδιάφορα, χωρίς να ασχοληθεί περισσότερο. Ο Άγγελος βλέποντάς τον να φεύγει κατάλαβε πως ίσως να ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είχε ανταλλάξει κουβέντες. Αναρίγησε. Περπάτησε πάνω κάτω στην πλατεία. Στη βιτρίνα ενός μαγαζιού ακριβώς απέναντι από την εκκλησία, στέκονταν κούκλες γυμνές, ενώ είχαν απομείνει τα φωτάκια που την στόλιζαν στις γιορτές των Χριστουγέννων. Το θέαμα έκανε το τοπίο να φαίνεται ακόμη πιο παράξενο απ’ όσο ήταν.

Ένα αυτοκίνητο φάνηκε από μακριά. Αργά, μείωνε την ταχύτητά του ώσπου σταμάτησε μπροστά του για να τον παραλάβει.

«Έτοιμος;» ρώτησε ο οδηγός ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού. Στη φωνή του αναγνώρισε τον άνδρα του τηλεφώνου. Ο Άγγελος έτρεξε στο αυτοκίνητό του, πήρε τον μανδύα, κλείδωσε και μπήκε βιαστικά στο άλλο αυτοκίνητο, σαν να φοβόταν μήπως του κλέψει κάποιος τη θέση.

«Πρέπει να δέσω τα μάτια μου;»

«Όχι. Πίστεψέ με όσο και να προσπαθήσεις δεν θα καταφέρεις να βρεις ποτέ ξανά το μέρος που πηγαίνουμε», του απάντησε με νόημα κι ο Άγγελος πήρε κουράγιο από τα λόγια του, υποθέτοντας πως για να μιλάει έτσι, είχαν σκοπό να τον αφήσουν να φύγει όταν θα τελείωνε αυτό που τον είχαν καλέσει να παρακολουθήσει. Για πρώτη φορά έπειτα από το βράδυ που ο πατέρας του τον χτύπησε, αισθανόταν ξανά την ελπίδα να γεννιέται στην ψυχή του και λυπήθηκε τον εαυτό του που έπρεπε να τον υποβάλλει στο βαθύτερο σκότος για να κατορθώσει να δει το Φως με αυτόν τον νοσηρό τρόπο που διάλεξε.

Περπατούσαν σιωπηλοί ανάμεσα από τις συστάδες των δέντρων. Ο οδηγός φαινόταν να μην δυσκολεύεται καθόλου να βρει τον δρόμο. Ο Άγγελος φαντάστηκε πως τον είχε διανύσει δεκάδες φορές. Δεν ήθελε να μένει πίσω, οπότε προσπαθούσε να βρίσκεται διαρκώς δίπλα του, μολονότι άνοιγε διαρκώς το βήμα. Το δάσος τους παρακολουθούσε. Βάδιζαν γρήγορα, θαρρείς κι ήταν κυνηγημένοι. Κρωξίματα πουλιών έσπαγαν την ησυχία. Ένιωθε πως τα ζώα είχαν τεντώσει αυτιά και μάτια, πως κινούνταν κρυμμένα κι έτοιμα να ορμήσουν στον κίνδυνο που οσφραίνονταν στη μυρωδιά των εισβολέων. Είχε διαρκώς την αίσθηση πως το δάσος θ’ άρπαζε φωτιά και θα τους περικύκλωνε ως σταλμένη θεία τιμωρία .

«Φτάσαμε», είπε ο οδηγός.

Ένα ξέφωτο φάνηκε εκεί που τελείωναν τα ψηλόλιγνα δέντρα. Στην καρδιά του δάσους, τους περίμενε μια στρογγυλή αλάνα με στημένους ξύλινους πάγκους να κοιτάζουν μια μεγάλη μαύρη Τράπεζα. Δεξιά κι αριστερά της άναβαν δυο εξακάντηλα. Την ίδια στιγμή που πλησίασαν ο Άγγελος με τον οδηγό, ξεκίνησαν να βγαίνουν οι άνθρωποι με τους μανδύες από το δάσος. Ανάμεσά τους, η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά. Ήθελε τόσο να δει το πρόσωπό της. Κρατούσε στην αγκαλιά της ένα ολόγυμνο μωρό. Ο Άγγελος ανατρίχιασε. Είχε το δάκτυλό της στα χείλη του κι εκείνο έπαιζε μαζί του χαμογελώντας σαν να ήταν η θηλή της μητέρας του. Όλοι πήραν τη θέση τους στους πάγκους και κάθισαν. Εκείνη στηρίχτηκε στην άκρη της Τράπεζας.

«Καλύτερα να καθίσεις στις απομακρυσμένες θέσεις, αφού είναι η πρώτη σου φορά. Φόρεσε τον μανδύα σου και πήγαινε» τον πρόσταξε. Του φάνηκε παράξενο. Τον είχαν αφήσει ελεύθερο. Μπορούσε να καθίσει όπου θέλει. Ούτε τον περιόρισαν σε κύκλο. Διάλεξε να καθίσει στην άκρη του τελευταίου πάγκου. Έβλεπε τα πάντα πολύ καθαρά από εκεί.

Η γυναίκα σήκωσε ψηλά το μωρό. Αυτό άρχισε να κλαίει. Όλοι ύψωσαν όρθιοι τα χέρια στον ουρανό. Η γυναίκα αγκάλιασε πάλι το μωρό, το σκέπασε με τον μανδύα της στοργικά κι αποχώρησε με αργά βήματα στο δάσος μέχρι που έγινε ένα με το σκοτάδι. Πέρασε λίγη ώρα για να ξαναφανεί με ένα ασημένιο στρογγυλό δοχείο στα χέρια της. Το άφησε στην Τράπεζα. Κάποιος πλησίασε, το πήρε κι αφού ήπιε, το έδωσε στον επόμενο ώσπου έφτασε στα χέρια του Άγγελου. Το κράτησε τρέμοντας. Είχε φανταστεί το μωρό να γίνεται χίλια κομμάτια σπαράζοντας στα χέρια της γυναίκας κι εκείνη να μαζεύει το αίμα του για να το πιουν. Έφερε τα χείλη του στο δοχείο. Η μυρωδιά του κρασιού ειδοποίησε την γεύση του πριν προλάβει να δοκιμάσει κι έτσι ηρέμησε. Ήπιε τρεις φορές μιμούμενος τους προηγούμενους, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τη σιδερένια γεύση του αίματος στην γλυκιά υφή του κρασιού που κατάπινε. Δεν τη βρήκε. Ηρέμησε λίγο περισσότερο, αλλά φοβόταν. Αυτή ήταν η αλήθεια. Φοβόταν από την ώρα που είδε το απροστάτευτο πλάσμα στα επικίνδυνα χέρια της. Η περιφορά του ασημένιου δοχείου ολοκληρώθηκε. Ορισμένοι σηκώθηκαν, στάθηκαν μπροστά από την τράπεζα κι έβγαλαν τους μανδύες δείχνοντας την γύμνια τους στην Ιέρεια, ενώ το σώμα τους είχε την κλίση της προσφοράς. Ο Άγγελος παρατήρησε καλύτερα. Ήταν όλες τους γυναίκες. Κορμιά αναγεννησιακά με κατάλευκο δέρμα και τα μακριά τους μαλλιά χυμένα στις πλάτες τους. Λικνίζονταν λάγνα περιμένοντας την προσταγή της κοκκινομάλλας. Ζαλίστηκε. Ήταν το μόνο που δεν ήθελε να του συμβεί. Να μη βρεθεί πάλι στην ίδια κατάσταση μ’ εκείνη του υπογείου. Δεν κράτησε πολύ. Θόλωσαν λίγο τα μάτια του, τ’ ανοιγόκλεισε και πέρασε.

Κάποιος άλλος εμφανίστηκε από το δάσος. Περπατώντας, άφησε τον μανδύα του να πέσει στην γη και ξάπλωσε στην τράπεζα με το μόριο του εκτεθειμένο στη θέα των ματιών των γυναικών. Ο Άγγελος φαντάστηκε πως θα γινόταν πάλι άλλο ένα όργιο και θυμήθηκε τα λόγια του παλαιοπώλη: διεστραμμένοι άνθρωποι που ψάχνουν αιτία να καλύψουν τη νοσηρότητά τους στην πρόφαση της λατρείας του Κακού, σε οποιαδήποτε μορφή μπορούν να το βρουν. Τα μάτια του θόλωσαν ξανά κι αισθάνθηκε για μια στιγμή να κόβονται τα πόδια του. Σηκώθηκε από ένστικτό. Αισθάνθηκε το έδαφος να κυματίζει σαν να στέκεται στην επιφάνεια της θάλασσας. Ζαλίστηκε για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Όλοι τον κοιτούσαν προφανώς επειδή δεν είχε καμιά δικαιολογία να στέκεται οπότε ξανακάθισε, αλλά εξακολουθούσε να έχει την αίσθηση της ζάλης εκείνης που σ’ ενημερώνει πως, αν πιεις έστω και λίγο παραπάνω, θα βρεθείς άσχημα μεθυσμένος. Προσπάθησε να ελέγξει την αναπνοή του λέγοντας στον εαυτό του να κάνει υπομονή μέχρι να τελειώσουν το όργιο για να γυρίσει σπίτι. Άλλο ένα βράδυ χαμένο, σκέφτηκε απογοητευμένος κι έπρεπε ν’ αποδεχτεί πως όλη η ιστορία ήταν ένα φιάσκο. Αυτή η κατανόηση τού πήρε τον φόβο που είχε αισθανθεί κι επικεντρώθηκε να δει την απογείωση της ανθρώπινης διαστροφής σαν να παρακολουθεί θεατρική παράσταση του Γκραν Γκινιόλ.

Η Ιέρεια σήκωσε το μαχαίρι που κρατούσε ψηλά με το δεξί της χέρι ώστε να το δουν όλοι ν’ αστράφτει στο σκοτάδι του δάσους κι έπειτα το κατέβασε με ορμή στο στήθος του άντρα που είχε προσφερθεί για θυσία. Αν βρισκόταν σε βικτοριανό θέατρο της Γαλλίας θα είχε πεταχτεί πάλι όρθιος χειροκροτώντας. Το ουρλιαχτό του θυσιαζόμενου άργησε να ακουστεί, αλλά όταν απλώθηκε στον αέρα σπαρακτικά, τον καθήλωσε, επαναφέροντας τη λογική στο μυαλό του. Ο άνδρας κείτονταν στην τράπεζα έχοντας παραδοθεί στον ρόλο του. Ο Άγγελος προσπαθούσε να δει αν κινείται. Φαινόταν ζωντανός. Οι μανδυοφορεμένοι σήκωσαν όρθιοι τα χέρια στο ουρανό κι έπειτα έσκυψαν τα κεφάλια και παρέμειναν σκυφτοί να κοιτάζουν την γη υποδουλωμένοι σε μια ανώτερη δύναμη.

Η απώλεια ήχου κυριάρχησε στον τόπο της τελετής κι ολόκληρο το δάσος σίγησε. Ό,τι ζωντανό υπήρχε τριγύρω είχε πάψει ακόμη και ν’ αναπνέει, αλλά δεν ήταν από φόβο, ήταν από κάτι χειρότερο. Η σιγή πήγαζε από τον διάχυτο σεβασμό στο αρχέγονο άγνωστο του κόσμου που έμοιαζε να είναι παντού, δηλώνοντας πως η πλάση του ανήκει. Ακόμη κι ο ίδιος είχε ξεχάσει όλες τους τις σκέψεις κι είχε αποδεχτεί το δέος που πλημμύριζε την ψυχή του εκείνη την ώρα που με τον πιο ανίερο τρόπο έμοιαζε να είναι άγια.

Θυμήθηκε την πιο αγαπημένη του φράση από τα χρόνια που ζούσε στην Εκκλησία. «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν». Από παιδί όταν την άκουγε σήκωνε τα μάτια ψηλά στο άκουσμά της, αφού ο Θεός κατοικούσε στον ουρανό κι η μητέρα του τον τράβαγε άγρια από το μανίκι για να συμμορφωθεί, σκύβοντας το κεφάλι. Εδώ όμως ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό περιφρονώντας τους υπόλοιπους που σκλαβωμένοι δήλωναν την υποταγή τους. Στα σύννεφα διέκρινε μια μαύρη κηλίδα να κινείται. Φαντάστηκε πως είναι κάποιο πουλί, φαντάστηκε έναν πρωτόγονο αετό να διασχίζει τους ουρανούς την εποχή που ο πλανήτης κατοικούνταν μονάχα από τους δαίμονες της Πτώσης του Εωσφόρου. Η κηλίδα μεγάλωνε ερχόμενη ολοένα και πιο κοντά. Κατέβαινε κάνοντας ελιγμούς που σε μαγνήτιζαν σαν να βλέπεις μια σκοτεινή πεταλούδα να πετάει ερωτευμένη με τη φλόγα ενός κεριού. Τα φτερά ανοιγόκλειναν σκίζοντας τον αέρα. Το μόνο πλάσμα που είχε δικαίωμα στον ήχο ήταν αυτό που ερχόταν από ψηλά. Προσγειώθηκε σαν μια γιγάντια νυχτερίδα πίσω από την Τράπεζα. Μόνο η Ιέρεια κι οι υπηρέτριές της δεν είχαν σκύψει το κεφάλι. Οι γυμνές γυναίκες γονάτισαν κοιτάζοντας το πλάσμα που τις προσέγγιζε. Ο Άγγελος σαστισμένος διέκρινε με τρόμο πως το πλάσμα ήταν ανθρώπινο. Ένας πανέμορφος άντρας με τεράστια μαύρα γυαλιστερά φτερά κι αλαβάστρινο δέρμα στεκόταν ενώπιον όλων λάμποντας, φτιαγμένος από χρυσάφι.

Μια από τις δούλες του σύρθηκε κοντά του γονατιστή. Πήρε το μόριό του στα χέρια και το έβαλε στο στόμα. Ο Άγγελος γούρλωσε τα μάτια. Όταν αποτραβήχτηκε είδε να στάζει αίμα από το στόμα της. Το μόριο του πλάσματος είχε καταφαγωθεί. Ο Άγγελος πιάστηκε από την πλάτη του μπροστινού πάγκου για να μην σωριαστεί. Η φαγωμένη σάρκα φύτρωσε ξανά κι η επόμενη δούλα πήρε τη σειρά της για να κάνει το ίδιο. Κι ύστερα η επόμενη και κάθε μια με τη σειρά της. Ο Άγγελος ξέρασε στον μανδύα του. Δεν πρόλαβε να ελέγξει τον εαυτό του. Δεν είχε κανέναν έλεγχο πλέον. Το σώμα του είχε επαναστατήσει και δεν δεχόταν άλλο το μαρτύριο που το υπέβαλε. Αυτό το θέαμα δεν υπήρχε λέξη για να το περιγράψει. Ό,τι ένιωθε ήταν πέρα από τα όρια του φόβου και της αποστροφής.

Πετάχτηκε από το κάθισμά του κι άρχισε να τρέχει. Χώθηκε στο δάσος κι ασυνείδητα έκανε τον σταυρό του και το μόνο που ζήτησε από τον Θεό που τον είχε ξεχάσει παρακινημένος από τον εγωισμό της αποστολής που νόμιζε πως είχε, ήταν να τον βοηθήσει να επιστρέψει σπίτι του. Έκλαιγε, ίδρωνε, έτρεχε. Πέταξε τον μανδύα από το σώμα του με αηδία, έχοντας την αίσθηση πως δεν θα κατόρθωνε ποτέ ν’ απαλλαγεί από το βάρος του. Σας δίνουν παραισθησιογόνα, τίποτα δεν είναι αληθινό απ’ όσα βλέπεις, του έδινε κουράγιο η φωνή του παλαιοπώλη. Έτρεχε χωρίς κανέναν προσανατολισμό. Μονάχα έτρεχε. Τα μάτια των ζώων γυάλιζαν κρυμμένα στις σκιές. Αισθανόταν πως είναι σύμμαχοι στη διαφυγή του, πως αν εκείνο το πλάσμα τον γράπωνε θα ορμούσαν όλα μαζί για να τον σώσουν. Αυτό που φοβόταν περισσότερο από όλα ήταν πως, όταν θα μπήγονταν τα γαμψά του νύχια στο κρέας του ώμου του, θα ένιωθε εκείνη την απέραντη ηρεμία του χεριού που νοσταλγούσε τόσο και θα του παραδιδόταν δίχως μάχη. Όταν είδε στο βάθος τα φώτα του δημόσιου δρόμου έβαλε τα κλάματα. Έφτασε εκεί απορώντας προς τα πού έπρεπε να πάει. Αποφάσισε να τρέξει προς τα φώτα που υποδείκνυαν πως εκεί βρίσκεται μια πόλη. Ίσως να μην ήταν η Γαλήνη, αλλά σίγουρα θα υπήρχαν άνθρωποι.

Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε ασταμάτητα για να σωθεί, ώσπου οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Περπατούσε παραπατώντας, μέχρι που αντίκρισε, με τα θολωμένα από τα δάκρυα μάτια του, το ρολόι της πλατείας. Έδειχνε έξι, αλλά δεν είχε ξημερώσει ακόμη. Με τα χέρια του να τρέμουν και τα κλειδιά να του πέφτουν ξανά και ξανά από τα χέρια, κατόρθωσε με δυσκολία να ξεκλειδώσει και να μπει στο αυτοκίνητό του. Έβαλε τις ασφάλειες, κράτησε τα παράθυρα κλειστά σφίγγοντάς τα με τον μοχλό τους, άναψε τη μηχανή και ξεκίνησε αμέσως. Σπίτι του. Ήθελε να φτάσει στο σπίτι του. Ο πατέρας του δεν του φαινόταν πλέον για τέρας κι η ουλή στο πρόσωπό του είχε αποκτήσει τη σημασία της συγχώρεσης.

Το ραδιόφωνο άνοιξε από μόνο του στον ίδιο σταθμό που άκουγε όταν ερχόταν να συναντήσει τον όλεθρο.

«Να καλημερίσουμε τα πρωινά πουλιά που είναι συντονισμένα αυτήν τη στιγμή στον σταθμό μας με ένα τραγούδι από την αρχή της δεκαετίας του ογδόντα. Ένα τραγούδι από τους The Μotels, αγαπητοί ακροατές, και να έχετε πάντα τα μάτια σας ανοιχτά και δεκατέσσερα, βγάλτε μάτια ακόμα και στην πλάτη σας, αν χρειαστεί. Αν ακούτε βήματα από κάτι αόρατο, τουλάχιστον μην το αφήσετε να σας αρπάξει».

Ο Άγγελος σκούπιζε τα δάκρυά του τραγουδώντας τους στίχους για να επαναφέρει τον εαυτό του στην πραγματικότητα, και το μόνο που παρακαλούσε από το βάθος της ψυχής του πλέον ήταν να σωθεί.

In search of the shelter from solitude
In search of that someone I can talk to
I search my mind for a reason
Still all I hear is footsteps as you leave me

Footsteps, as you walk out the door
I hear footsteps as you walk down the hall
I hear footsteps and it hurts me so bad
I hear footsteps as I watch you go

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά