“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 16: Η επιστροφή

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Η ζωή ανασταινόταν από τον τάφο με συνοδεία τα χρώματα και τον βρόντο των βεγγαλικών. Ο Άγγελος είχε χαθεί στον δικό του κόσμο. Οι άνθρωποι αντάλλαζαν φιλιά κι αγκαλιές με το Φως το Αληθινό να τρεμοπαίζει στις λαμπάδες τους. Τους παρατηρούσε μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη˙ στο μυαλό του έπαιζε η μελαγχολικά χαρμόσυνη πρώτη αλεμάντα του Μπαχ, ζωντανεύοντας το τοπίο που έμοιαζε να έχει ξεκολλήσει από τα Άχραντα Μυστήρια του Ραφαήλ. Έστρεψε τα μάτια στον ουρανό αναζητώντας την αιωνιότητα. Ο φόβος είχε υποχωρήσει από την ώρα που υπέκυψε στο άκουσμα της Φωνής, αφήνοντας την ψυχή του ελεύθερη να κολυμπήσει στην λίμνη της αγαλλίασης.

Θρονιάστηκε στην πολυθρόνα αμέσως μετά το γιορτινό δείπνο της οικογένειας και ζήτησε από τη μητέρα του έναν καφέ με τη δικαιολογία ότι ήθελε να ξενυχτήσει για να παρακολουθήσει στο βίντεο την ταινία Μπεν Χουρ, η οποία διαρκούσε περίπου τέσσερις ώρες.

«Θα ξημερωθείς, αγόρι μου», τον μάλωσε στοργικά, αφήνοντας το φλιτζάνι δίπλα του.

«Ναι, αλλά θα έχω καλή παρέα».

«Ό,τι σε ευχαριστεί, παιδί μου», είπε δίνοντάς του ένα φιλί στο μέτωπο, απορημένη που της το επέτρεψε.

Έβαλε την ταινία να παίζει κι όταν βεβαιώθηκε πως όλοι κοιμούνται, έκλεισε την τζαμένια πόρτα που χώριζε τα δωμάτια από το σαλόνι και ξανακάθισε στην πολυθρόνα απέναντι από το τραπέζι με το τηλέφωνο, έτοιμος για μονομαχία. Είχε τη διαίσθηση ότι θα χτυπούσε απόψε. Θα περίμενε υπομονετικά. Δεν θα τρόμαζε πλέον. Ήξερε τι πρέπει να κάνει.

Το τύμπανο που έδινε ρυθμό στους σκλάβους των Ρωμαίων καθώς κωπηλατούσαν χτυπούσε ολοένα και πιο γρήγορα, με σκοπό να εξοντώσει τον Ιούδα Μπεν Χουρ που εξακολουθούσε να στέκει απτόητος στη θέση του, προκαλώντας τον αξιωματικό με το σθένος του, όταν το τηλέφωνο ακούστηκε να σπάει τη νυχτερινή ησυχία του σπιτιού. Ο Άγγελος δεν ταράχτηκε καθόλου. Χάιδεψε την ουλή του με τον τρόπο που συνήθιζε, μόνο που τώρα η αφή του εκτός από εκδίκηση έκρυβε και το σχέδιο που είχε συλλάβει. Σηκώθηκε αποφασισμένος κι απάντησε.

«Λέγετε».

«Καλημέρα, Άγγελε», είπε ο άντρας στην άλλη γραμμή. Ο Άγγελος αναγνώρισε στην φωνή του αυτόν που περίμενε.

«Ακούω».

«Δεν θα μου αναγγείλεις την Ανάσταση, Άγγελε;» ρώτησε γελώντας. «Σήμερα, όλοι οι άνθρωποι μεταδίδουν το ελπιδοφόρο μήνυμά της».

«Τι θέλετε για να πάψετε να με κυνηγάτε;» του είπε κοφτά, θέλοντας να τον φτύσει κατάμουτρα για την ειρωνεία του.

«Ακούγεσαι επιθετικός. Εγώ προσπαθώ να κατευνάσω τα πνεύματα. Χθες δεν μας τίμησες με την παρουσία σου, παρόλο που είχες επίσημη πρόσκληση, αλλά το παραβλέπω. Πάντως να ξέρεις πως έχασες που δεν ήρθες. Κάνουμε κι εμείς Περιφορά, μονάχα που είναι λίγο… Ας πούμε, ανορθόδοξη. Όπως και να έχει, έγινε σπουδαία γιορτή. Ανυπομονούσα να γνωρίσω την αδερφή σου».

«Να αφήσετε την αδερφή μου και την οικογένειά μου στην άκρη. Ό,τι έχετε να ξεκαθαρίσετε είναι με εμένα».

«Άγγελε, νομίζω πως με παρεξηγείς. Εμείς απλώς σε θέλουμε πίσω κοντά μας. Μια καλή αρχή θα ήταν να συζητήσουμε ως πολιτισμένα όντα. Εγώ κι εσύ. Οι δύο μας. Μόνοι. Τι λες; Την πρώτη φορά τα είχαμε πάει πολύ καλά, πιστεύω».

Ο Άγγελος δεν μίλησε.

«Καταλαβαίνω τον δισταγμό σου, αλλά δεν έχεις λόγο να φοβάσαι. Δεν θα σε πειράξει κανείς. Έχεις τον λόγο μου. Ξέρεις πως πάντα τον τηρώ».

Κι όμως έλεγε αλήθεια. Πάντα τηρούσε τις συμφωνίες του. Απλώς, έπρεπε να προσέξει κανείς πολύ τις λεπτομέρειες.

«Πού και πότε;»

«Χαίρομαι που γίνεσαι συνεργάσιμος. Στο Bowllers, στην Κηφισιά. Το ερχόμενο Σάββατο στις οκτώ. Πώς σου φαίνεται;»

«Θα είμαι εκεί».

Η γραμμή έκλεισε κι η συνομιλία πέρασε στο παρελθόν, δίχως καμιάν εγγύηση και καμιά μαρτυρία. Ο Άγγελος έβαλε το δάχτυλό του στο καντράν για να σχηματίσει τον αριθμό του παλαιοπωλείου. Έπειτα κατάλαβε τι ώρα ήταν και σταμάτησε. Αύριο. Θα καλούσε αύριο. Θρονιάστηκε στην πολυθρόνα, βλέποντας αφηρημένα την ταινία, ενώ το μυαλό του έψαχνε να βρει τη λύση για να εφαρμόσει την ιδέα που του είχε καρφωθεί στο κεφάλι. Μπορεί να μην είχε τη δύναμη να εξαφανίσει το Κακό από τον κόσμο, αλλά σίγουρα μπορούσε να ξεριζώσει ένα από τα πλοκάμια του. Αυτό του αναλογούσε, αυτό θα έκανε. Με κάθε τίμημα.

«Τα μάτια σου είναι γεμάτα μίσος, νούμερο σαράντα ένα. Αυτό είναι καλό. Το μίσος κρατάει τον άντρα ζωντανό. Του δίνει δύναμη», συμβούλευε ο Τζακ Χόκινς ως Κουίντους Άριους, τον Τσάρλτον Ίστον.

«Στο βιβλίο του Ουάλας έλεγε “αιχμάλωτε νούμερο σαράντα ένα”», μουρμούρισε ο Άγγελος μιλώντας με την οθόνη της τηλεόρασης.

Μετά το λαμπριάτικο γεύμα, ο Άγγελος βγήκε στον δρόμο μ’ έναν σκληρό πρίγκηπα στο στόμα. Περπάτησε αργά μέχρι τον τηλεφωνικό θάλαμο της γωνίας. Η μυρωδιά του καμένου ξύλου από τα ψησίματα στις αυλές, του θύμισε το τζάκι της Ψυχώρης. Ακούγονταν ακόμα ξεθυμασμένοι ήχοι από τα δυναμιτάκια που πετούσαν όσοι δεν είχαν πέσει για ύπνο μεθυσμένοι. Στον δρόμο, παιδιά από όλα τα γύρω σπίτια, έπαιζαν μήλα, φωνάζοντας χαρούμενα κι ελεύθερα, στολίζοντας την ατμόσφαιρα με τη γλύκα της αργίας. Είχε μεγαλώσει πολύ πια η ημέρα κι ο ουρανός καταγάλανος σκέπαζε το ανοιξιάτικο απόγευμα.

Είχε σχεδόν τη βεβαιότητα πως ο κύριος Σταμάτης θα άνοιγε το παλαιοπωλείο για τους τουρίστες που θα κατέβαιναν να φάνε στις παραδοσιακές ταβέρνες κι ύστερα θα έκαναν τη βόλτα τους ψάχνοντας να αγοράσουν σουβενίρ.

«Βιβλιοπωλείον, Η φλόγα» άκουσε τον καλό και πολύτιμο φίλο του να λέει, συνειδητοποιώντας πως άκουγε πρώτη φορά την ονομασία του καταστήματος.

«Χριστός ανέστη».

«Άγγελε. Πόσο χαίρομαι που σε ακούω. Είσαι καλά;» αναφώνησε ο παλαιοπώλης ενθουσιασμένος.

«Καλά είμαι. Συγγνώμη που χάθηκα. Εσείς είστε καλά;» ρώτησε φοβούμενος πως μπορεί άθελα του να τον είχε μπλέξει στην δική του περιπέτεια.

«Ναι, καλά είμαι. Ανησυχούσα για εσένα. Ξέρω πως τα κακά νέα ταξιδεύουν γρήγορα, αλλά πάλι ποιος να μου έφερνε εμένα δική σου είδηση;»

Ο Άγγελος αισθάνθηκε τύψεις που τον είχε αφήσει ολομόναχο. Δεν είχε ανάγκη κανέναν εκτός από τα βιβλία του, αλλά δεν έπαυε να είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος χωρίς κανέναν στον κόσμο, εγκαταλελειμμένος στη μοναξιά της πυραμίδας του.

«Μπορώ να έρθω;»

«Το ρωτάς; Και τώρα αμέσως μάλιστα».

«Έρχομαι», του υποσχέθηκε. Γύρισε στο σπίτι, πήρε το μπουφάν με τον γούνινο γιακά, φίλησε το χέρι της γιαγιάς του που κατάκοπη από την αναστάτωση της ημέρας κοιμόταν στον καναπέ, ενημέρωσε με χαμηλή φωνή τη μητέρα του πως κατεβαίνει στο κέντρο για βόλτα μ’ έναν φίλο του κι αφού τους χαιρέτησε όλους, έφυγε. Η μητέρα του έκθαμβη που μετά από χρόνια σκέφτηκε την ανησυχία της, του ευχήθηκε να πάει στο καλό καθώς τον σταύρωνε, βλέποντάς τον από το παράθυρο ν’ απομακρύνεται.

Είχε αντιληφθεί πως τον παρακολουθούν από τη στιγμή που μπήκε στο σταθμό του τραίνου κι έκοψε εισιτήριο. Δεν ήταν δύσκολο άλλωστε με τον λιγοστό κόσμο που κυκλοφορούσε λόγω της ημέρας. Είχαν στείλει έναν τύπο με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια κι ένα μαδημένο ξανθό τσουλούφι να κρέμεται από το κεφάλι του. Φορούσε μια βρώμικη μπλούζα των Cure, ένα γαλάζιο στενό τζιν και μια ζώνη με καρφιά στη μέση. Ο Άγγελος κατάλαβε αμέσως πως ήταν κάποιος από τους ναρκομανείς παρατρεχάμενούς τους. Προφανώς, τον έστειλαν πιστεύοντας πως δεν θα τον αντιληφθεί, όμως αυτός ήταν τόσο ανόητος που δεν είχε πάρει το βλέμμα του από τη στιγμή που συναντήθηκαν στον σταθμό. Το αντίτιμο για τη δουλειά που του είχαν αναθέσει θα ήταν χρήματα για να πάρει τη δόση του. Ήξερε ότι θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνος, αν γινόταν αναγκαίο. Όταν ο φόβος αποχώρησε, το κενό συμπληρώθηκε από μια καινούρια δύναμη ανεξέλεγκτου τσαμπουκά.

Μπήκαν στο ίδιο βαγόνι. Ο Άγγελος έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά. Ο άλλος τον κοιτούσε διαρκώς. Βρισκόταν εκεί για να δηλώσει την παρουσία της Αίρεσης. Δεν θα τον έβλαπτε παρά μόνο αν τον προκαλούσε, κι αυτό από την ανοησία του κι όχι εκτελώντας εντολές. Κανείς δεν θα τον έβλαπτε μέχρι να συναντηθεί με τον συνονόματό του. Δεν ήθελε όμως να δει το μάτι τους πού θα πήγαινε. Το πιθανότερο ήταν πως ήξεραν ήδη για τον παλαιοπώλη, αλλά μπορεί και να τους είχε διαφύγει. Ίσως να μην τον παρακολουθούσαν από την αρχή. Όφειλε να προφυλάξει το καταφύγιό του. Πλησίασε τον τύπο με το τσουλούφι. Μόλις τον έφτασε, έβγαλε τα ακουστικά και τα κρέμασε στον λαιμό του. Πάτησε το στοπ στο γουόκμαν, τη στιγμή που ο Άλις Κούπερ καλωσόριζε τον κόσμο στον εφιάλτη του.

«Θα κατέβεις στην επόμενη στάση, χωρίς πολλά πολλά λόγια. Κατάλαβες φίλε;»

«Δεν σε κατάλαβα, ρε μεγάλε».

«Με κατάλαβες και πολύ καλά. Θα κάνεις αυτό που σου λέω».

«Κι αν δεν το κάνω;»

«Τα μούτρα σου τα θυμάμαι. Όταν συναντηθώ με τον Άγγελο θα του μιλήσω για σένα και τότε θα το μετανιώσεις που δεν έκανες αυτό που σου είπα».

Ο τύπος με το τσουλούφι σώπασε. Όταν έφτασαν στη στάση κατέβηκε αμίλητος. Δεν έδειχνε φοβισμένος. Έδειχνε υπάκουος. Ο Άγγελος σκέφτηκε πως το άγριο ύφος που είχε αποκτήσει από τους αλλεπάλληλους καβγάδες που είχε ζήσει όταν δούλευε στα νυχτερινά μαγαζιά είχε ξεπληρώσει το χρέος του. Έβαλε τα ακουστικά νιώθοντας μετά από καιρό την υπεροχή του νικητή, κι όταν έφτασε στο σταθμό του θησείου, απόλαυσε τη βόλτα του. Ερημιά. Πέρασε μπροστά από ένα παλιό νεοκλασικό κτίριο γεμάτο πασχαλιές. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν ήταν λίγοι και παράξενοι. Άλλοι μοναχικοί που σκότωναν την ώρα τους μέχρι να περάσει η αργία κι άλλοι εκκεντρικοί που περνούσαν απλώς το απόγευμα τους στο κέντρο, αδιαφορώντας για τη σημερινή γιορτή του Πάσχα. Ο Άγγελος ένιωθε να ταιριάζει σε αυτήν την ανομοιογένεια. Είχε συνδέσει τη μυρωδιά των υπονόμων και της υγρασίας των πολυκαιρισμένων κτιρίων με την μοναδικότητα της πόλης. Οι τουρίστες κι οι γραφικές παρέες που ήθελαν να περάσουν το πασχαλιάτικο απόγευμα τους κάτω από την Ακρόπολη, τον εκνεύριζαν. Προτιμούσε να παρατηρεί τους μεθυσμένους που μονολογούσαν κουνώντας άδεια μπουκάλια μπύρας, απειλώντας να τους τα πετάξουν.

Η κυρία Ντόρα με τα Άρλεκιν έλειπε από το πόστο της. Λυπήθηκε. Τώρα κατάλαβε πως τόσο καιρό την είχε στο μυαλό του ως παρέα για τον κύριο Σταμάτη. Η απουσία της παρουσίας της, τον έκανε να αντιληφθεί την τεράστια μοναξιά που χωρούσε εκείνη η μικρή πυραμίδα που στέγαζε την γνώση και τα άψυχα βιβλία που του κρατούσαν συντροφιά. Βιάστηκε να μπει. Το καμπανάκι κουδούνισε. Τα μάτια της κουκουβάγιας σκοτείνιασαν καθώς έκρυψε το φως που έμπαινε από την πόρτα.

«Έλα, Άγγελε. Έλα στην αυλή», του φώναξε ο φίλος του. Ο Άγγελος είδε τα χέρια του να βάζουν κονιάκ. Η θαλπωρή που αισθάνθηκε αντικρίζοντάς τον να περιμένει σε αυτήν τη μικρή, κρυφή γωνιά που φιλοξενούσε τα μυστικά τους και τη σκοτεινιά της ψυχής του, τον συγκίνησε όσο τίποτα άλλο στη μέχρι τώρα δυστυχισμένη ζωή του.

«Να κλειδώσουμε την πόρτα πρώτα», είπε θέλοντας να τον προστατεύσει.

«Είναι νωρίς ακόμη. Μπορεί να έρθει κάποιος πελάτης. Κάθισε και πες τα μου όλα από την αρχή».

Με βοηθό τις γουλιές του κονιάκ, ο Άγγελος εξιστόρησε όλο τον εφιάλτη που πέρασε για να φτάσει εδώ. Ο φίλος του δεν μίλησε μέχρι να τελειώσει η αφήγηση, παρά μόνο έβαζε κι έβγαζε τα γυαλιά του, τρίβοντας τη μύτη του στο ύψος των ματιών και συνοφρυώνοντας το μέτωπό του.

«Τελείωσες;» τον ρώτησε όταν του είπε για το συμβάν στο βαγόνι.

«Ναι».

«Σε είχα προειδοποιήσει ότι θα συνέβαιναν όλα αυτά. Δεν ξέρω αν διορθώνεται πλέον η κατάσταση. Ούτε μπορώ να φανταστώ τι θέλουν από εσένα, ούτε γιατί δεν σε βγάζουν από τη μέση ώστε να ξεμπερδεύουν. Είμαι σίγουρος πως η τελετή που είδες στο δάσος ήταν ένα καλοστημένο θέατρο στα πρότυπα του Γκραν Γκινιόλ, όπως το περιέγραψες κι εσύ ο ίδιος. Μια παράσταση που υποβοηθήθηκε με κάποιο από τα παραισθησιογόνα που χρησιμοποιούν».

«Μα τους είδα να μαχαιρώνουν τον άντρα, να παίρνουν το μωρό στο δάσος και να κοινωνούν το αίμα του».

«Μην εμπιστεύεσαι τόσο πολύ τα μάτια σου, Άγγελε. Είδες κι έναν φτερωτό δαίμονα να προσγειώνεται από τον ουρανό στην γη, του οποίου η σάρκα αναγεννιόταν. Σύνελθε. Ό,τι έγινε, έγινε. Λυπάμαι για τον τρόμο που σε παρέλυσε και χαίρομαι που τον νίκησες. Φαντάζομαι θα πας να τον συναντήσεις».

«Δεν έχω άλλη επιλογή».

«Τι σχεδιάζεις, Άγγελε;» τον ρώτησε ευθέως.

Ο Άγγελος πάγωσε.

«Ποιο μπορεί να είναι το χειρότερο σενάριο;» ρώτησε με γενναιότητα τον μέντορά του.

«Να σε εξαφανίσουν με μη αναστρέψιμο τρόπο».

Πρώτη φορά του είχε μιλήσει τόσο κυνικά. Η κατάφαση στη φωνή του, του έκοψε τα πόδια. Του είχε απαντήσει σαν να είχε κουραστεί από τη συνεχόμενη προσπάθεια να τον αποτρέψει και τώρα είχε αποδεχτεί την τραγική κατάληξη. Δεν του πρότεινε καμιά λύση. Μονάχα κοιτούσε τον πάτο του άδειου ποτηριού με αφηρημένο βλέμμα.

«Σε είχα προειδοποιήσει, Άγγελε» επανέλαβε πτοημένος, διώχνοντας την ενοχή και την ευθύνη από πάνω του.

«Έχω ραντεβού μαζί του».

«Με τον τύπο που υποκρίνεται τόσο καλά τον πρίγκηπα της Κόλασης, ώστε να σ’ έχει πιάσει κορόιδο και να σ’ έχει τρομάξει μονάχα με μερικά τηλεφωνήματα;»

«Δεν ήσουν εκεί. Δεν είδες όσα είδα. Δεν θα το αφήσω έτσι. Απειλούν την οικογένειά μου, την αδερφή μου. Θα τους κάνω όσο μεγαλύτερη ζημιά μπορώ».

«Δηλαδή;»

«Δεν ξέρω ακόμη. Θα το σκεφτώ καλύτερα αφού συναντηθούμε».

Το καμπανάκι χτύπησε, βγάζοντάς τους άτσαλα από τη ροή της συζήτησης που τους είχε παρασύρει. Κάποιος πελάτης είχε σταθεί στην πόρτα. Ο παπαγάλος φτεροκοπούσε στο κλουβί κρώζοντας και δάγκωνε τα κάγκελα με το ράμφος λες και ήθελε να τα κόψει για να δραπετεύσει.

«Μπορώ να περάσω;» τους ρώτησε από μακριά.

«Ναι, φυσικά. Ανοιχτά είμαστε».

Ο παλαιοπώλης σηκώθηκε να τον εξυπηρετήσει. Ο Άγγελος δεν μπορούσε να διακρίνει τη μορφή του ανάμεσα στις σκιές που έπεφταν επάνω του. Περίμενε υπομονετικά να επιστρέψει ο φίλος του για να συνεχίσουν την κουβέντα τους.

«Αγόρασε μια πολύ παλιά έκδοση των Αδερφών Καραμάζοφ. Πανάκριβη. Είπε ότι θα την κάνει δώρο στον ανηψιό του που έχουν το ίδιο όνομα. Τι βγαίνει ο κόσμος να ψάξει τέτοια ημέρα, ε;» χαχάνισε ο κύριος Σταμάτης. «Ξέχασε τα τσιγάρα του στον πάγκο. Δεν πειράζει, θα πάρει άλλα. Έχει λεφτά. Τα έφερα σε σένα. Σκληρό Prince δεν καπνίζεις;»

«Πώς ήταν αυτός ο άνθρωπος, κύριε Σταμάτη;»

«Ψηλός, με γλιστερά μαλλιά. Φορούσε μαύρα γυαλιά. Δεν τα έβγαλε καθόλου. Ιδιαίτερα φλεγματώδης κι ευγενέστατος».

«Αυτός ήταν».

«Ποιος;»

«Αυτός που μ’ έχει πιάσει κορόιδο. Μόλις έπιασε κι εσάς από τη μύτη».

«Σαχλαμάρες».

«Φορούσε ένα δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα;»

«Ναι, φορούσε ένα chevalier».

«Αυτός ήταν».

Ο παλαιοπώλης σώπασε καταλαβαίνοντας πως ο Άγγελος είχε δίκιο.

Έξω από το Bowllers είχε στηθεί πανηγύρι. Δεκάδες μηχανές παρκαρισμένες. Στις σέλες τους, οι οδηγοί τους να μιλούν μεταξύ τους γι’ αυτές και να πειράζουν ασταμάτητα τις κοπέλες που έμπαιναν κι έβγαναν από το μαγαζί. Οι ομιλίες τους σκέπαζαν κάθε άλλον ήχο. Το μάτι του Άγγελου έπεσε στην παρέα που καθόταν στα σκαλοπάτια επειδή δεν είχαν καμία σχέση με τους υπόλοιπους. Έμοιαζαν με μικρή φυλή μαυροντυμένων Ινδιάνων έχοντας πολύχρωμα κουρέματα Μοϊκανών. Από τις τσέπες τους κρέμονταν αλυσίδες. Άραζαν αδιάφοροι επειδή δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν. Ο αρχηγός τους ξεχώριζε από το ύψος, το πράσινο χρώμα που είχε βάψει το λοφίο του και τις μπορντό αρβύλες του. Ο Άγγελος αισθάνθηκε αστείος με τα παλιομοδίτικα ρούχα που φορούσε και την αχτένιστη κοτσίδα του. Όμως, ο αρχηγός του έγνεψε χαιρετώντας τον σαν να τον αναγνώριζε και του έδινε την άδεια να προχωρήσει στο λημέρι τους.

Οι ντισκομπάλες που κρέμονταν από το ταβάνι, σκορπούσαν τις γυαλιστερές αντανακλάσεις τους κι οι άνθρωποι στροβιλίζονταν με τα πατίνια στον ρυθμό της μουσικής. Πιο πέρα άλλες παρέες έπαιζαν μπόουλινγκ κι ο οξύς κρότος από τις κορίνες που χτυπιούνταν δυναμίτιζε διαρκώς την ατμόσφαιρα. Αναρωτήθηκε πού θα καθίσει κι αν έπρεπε να τον αναζητήσει. Περπάτησε πέφτοντας ατσούμπαλα σε όσους περνούσαν δίπλα του. Το τραπέζι μπροστά του ήταν εντελώς άδειο έχοντας ένα ταμπελάκι που έγραφε reserved.

«Είσαι ο Άγγελος;» τον ρώτησε ο σερβιτόρος φωνάζοντας στο αυτί του για να τον ακούσει. Του έγνεψε καταφατικά.

«Αυτό είναι το τραπέζι σου», του είπε και τον οδήγησε να καθίσει. Σε λίγο του έφερε μια τεράστια κόκα κόλα γεμάτη παγάκια κι έφυγε με τον δίσκο ψηλά πριν προλάβει να τον ρωτήσει οτιδήποτε άλλο. Χάζευε τον κόσμο που χόρευε πατινάροντας με τόση μαεστρία, ποθώντας να ξεμπλέξει κάποτε από το δίχτυ που τον είχε παγιδεύσει για να ζήσει κι αυτός έτσι ανέμελα, όπως οι υπόλοιποι.

«Iaintgottime , onlygotadimetomakealastcall» τραγουδούσε χτυπώντας ρυθμικά τα χέρια του στο τραπέζι πριν στρογγυλοκαθίσει με φόρα στο δερμάτινο κάθισμα απέναντι του.

«Οn time, όπως λένε οι Bee Gees. Σου αρέσει αυτό το γκρουπ, Άγγελε;» τον ρώτησε με τη συνηθισμένη παιδική του αφέλεια.

«Τίποτα δεν μου αρέσει αυτήν την ώρα. Πώς θα μιλήσουμε εδώ με τόση φασαρία;»

«Εγώ νόμιζα ότι θα σου αρέσει έστω το μέρος που διάλεξα. Πρέπει να νιώθεις ασφαλής σ’ ένα τόσο δημόσιο μέρος. Άλλωστε, η ενέργεια της Κηφισιάς είχε πάντα κάτι που με ελκύει. Μου θυμίζει στοιχειωμένο τοπίο. Δεν βρίσκεις;»

«Τι θέλεις από έμενα; Να τελειώνουμε»

«Δεν είναι ωραίος τρόπος αυτός να μιλάς σ’ έναν φίλο σου που νοιάζεται για εσένα», του είπε σπρώχνοντάς του ως δώρο συμφιλίωσης τους Αδερφούς Καραμάζοφ.

«Τι θέλεις; Γιατί με έφερες εδώ;»

«Να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Ας πούμε πρώτα τι θέλω. Θέλω αυτά που μου ανήκουν, Άγγελε».

«Τι εννοείς;»

«Τις σημειώσεις, τις φωτογραφίες κι όλο το υλικό για το οποίο ζήτησες τη σύμφωνη γνώμη μου ώστε να αποκτήσεις. Ή λέω ψέματα;»

Ο Άγγελος δεν μίλησε παρά χάιδεψε την ούλη του θυμωμένος.

«Μπορείς φυσικά να τα κρατήσεις για… να γράψεις το βιβλίο σου εφόσον συνεχίσεις να μας τιμάς με τη συμμετοχή σου στην οργάνωσή μας. Άρα, το ζήτημα είναι εσύ τι θέλεις».

Αισθανόταν πως διαβάζει το μυαλό του και πως οποιαδήποτε σκέψη ή κίνηση και να έκανε ήταν απλώς για να ενισχύσει το παιχνίδι του αντιπάλου του. Η μόνη επιλογή που είχε ήταν να κερδίσει χρόνο. Δεν ήθελε με τίποτα να τους παραδώσει όσα είχε καταγράψει.

«Θέλω να αφήσετε την οικογένεια μου ήσυχη», είπε χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι. Ήθελε να του πει να κάνουν τον ίδιο με τον παλαιοπώλη, αλλά κάτι τον κράτησε.

«Άγγελε, παραλογίζεσαι. Κανείς από την οικογένεια σου δεν κινδυνεύει. Ούτε εσύ ο ίδιος. Φτάνει να τηρηθεί η συμφωνία μας. Λοιπόν, θα παραμείνεις;»

«Δεν θέλω να ξαναβρεθώ με κανέναν τρόπο σε εκείνο το δάσος».

«Περίφημα. Η πόλη είναι δική σου, τότε. Χαίρομαι που λύσαμε ειρηνικά τις διαφορές μας. Όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος. Για τα υπόλοιπα θα ενημερωθείς τηλεφωνικώς. Χάρηκα που σε είδα, φίλε μου».

Σηκώθηκε, υποκλίθηκε κι ενώ ετοιμαζόταν να φύγει, χτύπησε τα δάχτυλα του στον αέρα. Η κόκκινη πέτρα έλαμψε. Το τραγούδι άλλαξε.

«Παραλίγο να το λησμονήσω. Ζήτησες να μάθεις για ποιον λόγο συναντηθήκαμε εδώ. Λοιπόν, ας πούμε πως ήθελα να σου κάνω ακόμη ένα δώρο. Κοίταξε λίγο καλύτερα στην πίστα. Εις το επανιδείν, φίλε».

You have to believe we are magic, nothin’ can stand in our way
You have to believe we are magic, don’t let your aim ever stray
And if all your hopes survive, destiny will arrive
I’ll bring all your dreams alive, for you

Με το μαλλί αλογοουρά και μια ασημένια κορδέλα στο μέτωπο είδε την Μάγκι να πατινάρει κάνοντας φιγούρες. Λικνιζόταν στη μελωδία κλέβοντας όλη τη μαγεία από τη φωνή της Ολίβια Νιούτον Τζον. Φορούσε μια ροζ αστραφτερή ολόσωμη φόρμα που την έκανε να μοιάζει με αστέρι. Αντί να χαρεί, εξοργίστηκε. Η καρδιά του ήθελε να τη θαυμάσει, αλλά το μυαλό του αναγνώριζε πως είχε πέσει πάλι σε παγίδα. Τι δουλειά είχε εκείνη εδώ; Ήταν με το μέρος τους; Την είχε στείλει ο Σωτήρης; Ή την χρησιμοποιούσαν για να τον απειλήσουν μ’ έναν ακόμη τρόπο. Έφυγε τρέχοντας. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε από την πολυκοσμία σ’ ένα ερημικό δρόμο με πλατάνια που τα κλαδιά τους έφτιαχναν αψίδα. Μείωσε την ταχύτητά του. Περπατούσε αργά τώρα. Σκοτάδι. Μυρωδιά από τριαντάφυλλα. Θυμήθηκε τον λαβύρινθο. Η κοιλιά του σφίχτηκε. Η σπονδυλική του στήλη δέχτηκε χτύπημα σαν από κεραυνό κι ο αφόρητος πόνος που τον πλημμύρισε γέννησε στο κεφάλι του διάχυτο μπλε φως. Προσπαθούσε με όλη του τη δύναμη να αντισταθεί, να μην υποκύψει στην δαιδαλώδη φαιά ουσία που νοσούσε κρυμμένη μέσα στο κρανίο του.

Μου το υποσχέθηκες, Άγγελε. Θα τους σκοτώσουμε όλους. Να σου πω μιαν ιδέα; Να σου πω; Έχω μια καταπληκτική ιδέα!

«Φίλε, είσαι καλά;» επαναλάμβανε κάποιος χτυπώντας τον στην πλάτη για να τον συνεφέρει.

«Τι έγινε;»

«Δεν ξέρω. Περνούσα με τη μηχανή, σε είδα να χτυπιέσαι φωνάζοντας ακαταλαβίστικες λέξεις και σταμάτησα να σε βοηθήσω».

Ο τύπος με το πράσινο λοφίο έμελλε να γίνει ο φύλακας άγγελος του Άγγελου. Τον πρόλαβε μια στιγμή πριν τον καταπιεί ο λαβύρινθος. Έβγαλε ένα φλασκί από την πίσω τσέπη και του πρόσφερε να πιει. Η γουλιά που κατέβασε του έκαψε τα σωθικά, αλλά τον συνέφερε για τα καλά.

Φωτιά, ούρλιαζε η Φωνή.

Συνεχίζεται

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά