“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 17: Η ερημιά

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Η αψίδα των πλατανιών δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος. Τα πλεγμένα τους κλαδιά σκέπαζαν τη σκοτεινή σήραγγα της αβύσσου. Τεράστιοι κορμοί με ξεραμένα κλαδιά δίχως φύλλα. Κανένα ίχνος ζωής. Γέρικα δέντρα ριζωμένα σε νεκρό χώμα. Ψηλά, άδειος κατάμαυρος ουρανός χωρίς αστέρια, χωρίς ορίζοντα. Ο μόνος ήχος που επικρατούσε στην απόλυτη ησυχία ήταν η πνοή της ανάσας του, η οποία πάγωνε μόλις άγγιζε τον κενό αέρα που είχε πάψει να κουβαλάει τη σωτήρια μυρωδιά των ρόδων. Βρισκόταν χαμένος σε αυτό το ξεκομμένο από τον κόσμο τοπίο. Χαμένος κι ολομόναχος, έπεσε με απόγνωση στα γόνατα σκύβοντας το κεφάλι στο έδαφος. Ανείπωτη μοναξιά. Καμιά ελπίδα. Φαντάστηκε πως όταν ο Εωσφόρος, ο έκπτωτος Αρχάγγελος, άγγιξε την Γη, πρέπει να αισθάνθηκε ακριβώς το ίδιο˙ παντέρημος.

Νύχτες ολόκληρες -μετά από το ραντεβού στην Κηφισιά- έβλεπε το ίδιο όνειρο, ξυπνώντας πάντα στο ίδιο σημείο της ερημιάς. Η ψυχή του πονούσε, μοιράζοντας τον πόνο και στο κορμί του. Παγιδευμένος στην αδιέξοδη οδό του λαβυρίνθου, αμάρτανε ταυτισμένος με αυτήν την ανίερη σκέψη του ύπνου που δεν είχε δύναμη να πολεμήσει με την προσευχή. Είχε εγκαταλείψει κάθε θρησκευτική συνήθεια όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν δύσκολο να βρει τον τρόπο να επανέλθει. Μπορεί αυτή η μυστική περιπέτεια να του είχε στερήσει την επικοινωνία με το θείο. Μπορεί η αμαρτία να τον είχε διαβάλλει τόσο που να μην υπήρχε γυρισμός. Μπορεί να του είχε καυτηριάσει κάθε ρίζα της πίστης του.

Δεν μας πήρε τον θησαυρό μας όμως, Άγγελε. Σώσε τον θησαυρό μας, σύριξε η Φωνή από το βάθος της ψυχής του, η Φωνή που αποτελούσε πλέον τη μοναδική του παρηγοριά, προστατεύοντάς τον και καθοδηγώντας τον για να μην λοξοδρομήσει άλλη φορά από την αποστολή του. Χάιδεψε την ουλή του στο παλιό ρυθμό της εκδίκησης, όπως συνήθιζε πριν μπερδευτεί το μυαλό του, κι έπειτα πετάχτηκε από το κρεβάτι για να πραγματοποιήσει την επιταγή της Φωνής. Έχωσε το σημειωματάριο στη σκονισμένη θήκη της κιθάρας του, που είχε χρόνια να αγγίξει, και τράβηξε το φερμουάρ βέβαιος πως εκεί δεν θα έψαχνε κανείς. Πήρε ένα άδειο χαρτόκουτο και με μανιακές αγωνιώδεις κινήσεις το γέμισε με όλα τα χαρτιά, τις σημειώσεις, τις κασέτες και τις φωτογραφίες που ξέθαβε από τις κρυψώνες τους στο δωμάτιο. Έπρεπε να τα διαφυλάξει. Αυτά ζητούσαν. Αυτά ήθελαν να του κλέψουν. Άρα, ήταν πιο σημαντικά από όσο πίστευε -ή αυτό ήθελαν να τον κάνουν να πιστεύει. Το παιχνίδι τους ήταν ακατανόητο. Ακόμη κι αν ήταν όλοι τους ηλίθιοι, αυτός που συναντούσε δεν ήταν και δεν θα μπορούσε ποτέ να τον ξεγελάσει. Του είχε επιτρέψει να καταγράφει όσα βλέπει για κάποιον λόγο, και του είχε επιτρέψει να τα κρατήσει, παρόλο που διέβλεπε πως ο Άγγελος ήθελε να οπισθοχωρήσει, για κάποιον ακόμη σημαντικότερο λόγο πέραν της αντίληψής του. Έπρεπε με κάθε θυσία να μην καταφέρουν ποτέ να τα πάρουν στα χέρια τους.

Άρπαξε το κιβώτιο κι έχοντάς το αγκαλιά, ταξίδεψε με το τραίνο μέχρι να συναντήσει τον αγαπημένο του φίλο. Η κυρία Ντόρα συνέχιζε να λείπει από το πόστο της. Η απουσία της δυνάμωσε την αίσθηση της ερημιάς που είχε εναποθέσει το όνειρο στον ψυχισμό του. Ο παπαγάλος έγειρε το κεφάλι στο πλάι κοιτάζοντάς τον με λύπη. Κράτησε το κουδουνάκι με το χέρι του για να μην χτυπήσει, λες και θα τους πρόδιδε, κι από την πόρτα φώναξε στον παλαιοπώλη:

«Πρέπει να τα κρύψουμε. Κάπου που να μην μπορέσουν ποτέ να τα βρουν».

Ο παλαιοπώλης πήρε το χαρτόκουτο από τη σφιχτή αγκαλιά του Άγγελου, απαλλάσσοντάς τον από το βάρος του φορτίου. Το εναπόθεσε προσωρινά στο βάθος του μικρού του μαγαζιού, πίσω από τις αντίκες και τις στήλες με τα παμπάλαια βιβλία και τον κάλεσε να βγουν στην αυλή να μιλήσουν. Ο Άγγελος τον ακολούθησε, αλλά το μάτι του δεν έφυγε ούτε λεπτό από το πολύτιμο υλικό που του είχε εμπιστευτεί.

«Άγγελε, ηρέμησε. Θα τα κρύψω κάπου όπου κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να τα ανακαλύψει. Ούτε εσύ ο ίδιος δεν θα μάθεις πού θα βρίσκονται. Ξέχασέ τα».

Ο Άγγελος του διηγήθηκε τον νέο του εφιάλτη κι όταν μίλησε για το συναίσθημα της απόλυτης ερημιάς και την ταύτιση της ψυχικής του μοναξιάς με τον Αρχάγγελο του Φωτός, έβαλε τα κλάματα, έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών σε μια γροθιά και φέρνοντας τα ανάμεσα στα φρύδια με σκυμμένο το κεφάλι, ρώτησε με αναφιλητά τον μέντορα του:

«Θα μπορέσω ποτέ να βρω συγχώρεση;»

Ο φίλος του σηκώθηκε, τον χτύπησε στην πλάτη και του είπε:

«Εγώ δεν πιστεύω στον Θεό, Άγγελε, αλλά πιστεύεις εσύ. Αύριο θα πάμε εκδρομή».

Το μπεζ Lada που οδηγούσε ο παλαιοπώλης τον περίμενε στη λεωφόρο που βρισκόταν λίγο πιο πάνω από την γειτονιά του. Όταν ο Άγγελος τον είδε από μακριά να κάθεται στη θέση του οδηγού, παραξενεύτηκε. Είχε συνδυάσει την εικόνα του αποκλειστικά με το παλαιοπωλείο και την αυλή, οπότε τον σόκαρε να τον βλέπει ξεκομμένο από αυτήν και μάλιστα μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Καθώς τον πλησίαζε, συνειδητοποιούσε με κάθε του βήμα πως ο φίλος του ήταν ανθρώπινος, κι όχι ο ασώματος κι άχρονος φύλακας της γνώσης. Η πυραμίδα όπου τον είχε τοποθετήσει ήταν γερά χτισμένη στη φαντασία του Άγγελου και τώρα κατανοούσε πως αυτή η εντύπωση αποτελούσε αποκύημα του υπέρμετρου θαυμασμού του.

«Ωραία ημέρα μας κάνει», του είπε χαμογελαστός ανοίγοντας την πόρτα από το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ να χαμογελάει.

«Ναι, πολύ ωραία ημέρα. Το παλαιοπωλείο;» ρώτησε μόλις βολεύτηκε στο κάθισμα.

«Έκλεισα μια ώρα νωρίτερα. Δεν έγινε τίποτα για μια φορά. Εμπρός, λοιπόν. Δεν χρειάζεται παραπάνω από μια ώρα οδήγηση για τον μέρος που πηγαίνουμε. Το πολύ δύο, αν βρούμε κίνηση. Σάββατο μεσημέρι. Όλοι πηγαίνουν στα εξοχικά τους, τώρα που μπήκαμε για τα καλά στον Μάη. Το απογευματάκι θα είμαστε εκεί».

«Μα πού θα πάμε;»

«Απόλαυσε την διαδρομή. Κάνοντας λίγη υπομονή θα μάθεις. Αν στο πω θα καταστρέψω τη μέθεξη της εμπειρίας».

«Μπορώ να καπνίσω;» ζήτησε σεμνά την άδεια από τον φίλο του.

«Ναι, Άγγελε. Φυσικά μπορείς», του απάντησε ανοίγοντας το ραδιόφωνο. Η κόκκινη ακίδα ήταν σταματημένη στους ενενήντα εννέα κύκλους των FM. Ο σταθμός της συχνότητας έπαιζε ξένα ερωτικά τραγούδια από τις δεκαετίες του πενήντα, του εξήντα και του εβδομήντα.

«Iodinottesonoquieripensoancoraate, emisembrachecosì tusiavicinoame», τραγουδούσε ο κύριος Σταμάτης κρατώντας το τιμόνι. Ο Άγγελος τον οραματίστηκε νέο, χωρίς τα φιμέ γυαλιά του, να φοράει ένα κοντομάνικο πουκάμισο και να οδηγεί ερωτευμένος με την κοπέλα που πήγαινε να συναντήσει αλλά στο όραμά του, ακόμη κι αυτή η απλή εικόνα είχε κάτι από την αίγλη της μυστικότητας που αυτός ο άνθρωπος είχε κατορθώσει να μπολιάσει στον εαυτό του. Η δική του κοπέλα δεν μπορεί να ήταν μια απλή κοπέλα. Η ιστορία τους θα διαπνεόταν σίγουρα από τους στίχους της ποίησης των καταραμένων ποιητών του Παρισιού.

Όταν το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε από την περιοχή του, ο Άγγελος αισθάνθηκε ασφαλής για πρώτη φορά ύστερα από το βράδυ εκείνο που τον χτύπησε ο πατέρας του. Ένιωθε σαν να είναι πάλι παιδί και τον είχε βγάλει ο παππούς του μια ανέμελη βόλτα με το αυτοκίνητο. Χώθηκε στο κάθισμα του καπνίζοντας, με το δροσερό αεράκι να του φυσάει το πρόσωπο, ώσπου βαρέθηκε το τσιγάρο, το πέταξε, έπλεξε τα χέρια του στο στήθος, κι έκλεισε τα μάτια για να ξεκουραστεί, ανακουφισμένος.

«Άγγελε, ξύπνα. Φτάσαμε», τον ενημέρωσε χαμηλόφωνα ο κύριος Σταμάτης. Το πρώτο πράγμα που είδε όταν άνοιξε τα μάτια του ήταν η θάλασσα που κυμάτιζε ήρεμα στα βότσαλα της ακτής.

«Πού είμαστε;» ρώτησε αποπροσανατολισμένος από τον ύπνο.

«Στην Αρτέμιδα. Έλα. Είναι ώρα».

Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο. Η παραλία ήταν γεμάτη από αρμυρίκια. Τριγύρω δεν υπήρχε κανένα σπίτι σε κοντινή απόσταση. Μερικά μέτρα μακριά τους βρισκόταν ένα μικρό λευκό ξωκλήσι και λίγο πιο πέρα μια καλύβα φτιαγμένη από καλάμια και πέτρες. Μπροστά της, αραγμένη στο νερό, μια βάρκα χωρίς όνομα.

Περπάτησαν μέχρι το ξωκλήσι.

«Εγώ θα σε περιμένω εδώ. Εσύ πήγαινε να τον βρεις».

Ο Άγγελος τον κοίταξε με δυσπιστία.

«Προχώρα, Άγγελε», τον καθησύχασε και κάθισε στο μάρμαρο της μικρής εκκλησίας για να ρεμβάσει στη θάλασσα.

Η πόρτα της καλύβας ήταν ανοιχτή. Την έσπρωξε και μπήκε. Ένας άνδρας ντυμένος με ράσο καθόταν στο σκαμνί με το κεφάλι σκυμμένο και μετρούσε το κομποσκοίνι του. Το ράσο του φθαρμένο και γκριζωπό. Ο Άγγελος δεν του μίλησε. Δεν ήξερε τι να του πει. Περίμενε να τελειώσει. Το μέτρημά του ολοκληρώθηκε με αργές κινήσεις στους τελευταίους κόμπους. Σήκωσε το κεφάλι φανερώνοντας στον Άγγελο το πρόσωπό του. Τα μακριά του μαλλιά έφταναν μέχρι τη μέση κι είχαν γίνει ένα σχεδόν με την άγρια γενειάδα του, μετατρέποντας τα μάτια του σε δεσπότες του κρανίου του. Έμοιαζε να μην έχει ηλικία˙ σαν ένας σοφός γέροντας να ζει στο αποστεωμένο σώμα ενός νέου ανθρώπου που είχε φθαρεί από την κακουχία.

«Σε ακούω», του είπε δείχνοντάς του ότι μπορεί να καθίσει στο άλλο σκαμνί. Κρεβάτι δεν υπήρχε παρά μόνο ένα φτενό στρώμα ριγμένο στο πάτωμα, στρωμένο με τρύπια κουβέρτα κι ένα ετοιμόρροπο τραπέζι στη γωνία του μοναδικού δωματίου, με μια πήλινη κανάτα στη μέση.

Ο Άγγελος υπάκουσε. Ξεκίνησε να μιλάει. Είπε τα πάντα. Ακόμη κι αυτά που δεν είχε ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό. Ο ρασοφόρος άκουγε υπομονετικά. Όταν η ψυχή του άδειασε από το βάρος της, σώπασε για λίγο, ώσπου πήρε βαθιά ανάσα και του εκμυστηρεύτηκε ακόμη και το σχέδιο που στριφογύριζε στο μυαλό του για να ξεπαστρέψει όσους κι ό,τι μπορούσε από την Αίρεση και την Εκκλησία του Μαύρου Ρόδου. Περίμενε την κρίση του εξομολογητή του. Περίμενε να τον καταδικάσει για όσα είδε, για όσα έκανε και για όσα είχε θελήσει. Εκείνος ατάραχα τύλιξε το κομποσκοίνι του στο χέρι κι έδεσε τη ζώνη του στη μέση γύρω από το ράσο. Έφερε τις παλάμες του με πλεγμένα τα δάχτυλα στο μέτωπο. Έσκυψε, κοιτάζοντας τον ομφαλό του. Έπειτα μίλησε.

«Ο κόσμος τούτος έχει ρίξει τα δίχτυα της πλάνης επάνω μας. Γι’ αυτό καμιά φορά ξεστρατίζουμε. Κανείς μας δεν φταίει γι’ αυτό. Φταίμε μονάχα που δεν προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τα δίχτυα της».

Ο Άγγελος δεν κατάλαβε τι προσπαθούσε να του πει. Ο ρασοφόρος σηκώθηκε και προχώρησε ως την ανοιχτή πόρτα. Στάθηκε εκεί.

«Ο θεός, Άγγελε, τον βλέπει και τον λογαριάζει τον πόλεμο. Και παραστέκεται σε όποιον πολεμάει. Τον πόλεμό μας τον διαλέγουμε μόνοι μας. Αλλά πρέπει να ξέρεις ποιος είσαι, τι πολεμάς και για ποιον. Αποφάσισε, Άγγελε. Αποφάσισε. Αλίμονο σε όποιον πάει κόντρα στον καθήκον που του μοίρασε ο ερχομός του στη ζωή. Αλίμονο».

«Φοβάμαι», του είπε με όλη του την αλήθεια.

Ο ρασοφόρος γύρισε και τον κοίταξε με την άκρη του ματιού του. Από ‘κείνη την άκρη θαρρείς πως ήταν έτοιμη να στάξει όλη η πίκρα της πλάσης. Χωρούσε στο λοξό του βλέμμα όλη η ειρωνεία που μπορούσε να διακατέχει κάποιον που παλεύει αδιάκοπα με τον εαυτό του.

«Αν πιστεύεις στον Χριστό, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα», του είπε βγαίνοντας έξω. Ο Άγγελος έτρεξε πίσω του, μα δεν τόλμησε να τον φωνάξει. Τον είδε να απομακρύνεται, περπατώντας στην όχθη με το ράσο του να βρέχεται και το κομποσκοίνι του να κρέμεται από το δεξί του χέρι. Η πλάτη του είχε μια μικρή κάμψη σαν να είχε λυγίσει από το βάρος που κουβαλούσε και το βήμα του μαρτυρούσε την αδιαφορία του για όλα τα εγκόσμια. Άφησε την καλύβα, πήγε στο ξωκλήσι και κάθισε στο μάρμαρο, δίπλα στον φίλο του.

«Ποιος ήταν αυτός;»

«Ένας ερημίτης. Τι σου είπε να κάνεις;»

«Να πολεμήσω»

Ο παλαιοπώλης δεν σχολίασε τη φράση του. Είχε κάνει το χρέος του απέναντι στον μικρό του προστατευόμενο με όποιον τρόπο ήξερε και περνούσε από το χέρι του. Έμειναν εκεί αμίλητοι, βλέποντας τον ήλιο να βασιλεύει στη θάλασσα.

Για άλλη μια φορά κατέβαινε τον δρόμο της Ερμού, χαμένος ανάμεσα σε χαμένους ανθρώπους. Έριχνε κλεφτές ματιές στα σιδερένια καπάκια των φρεατίων, σημειώνοντας στο μυαλό του τα σύμβολα, ώστε να τα ταιριάξει μετά στον χάρτη του σημειωματάριού του. Θυμήθηκε την εποχή που τριγυρνούσε εδώ για να βρει έναν τρόπο να εισέλθει στην Αίρεση. Τώρα την κρατούσε στα χέρια του. Δεν φοβόταν τίποτα πια. Το περπάτημά του ήταν αγέρωχο. Αν ήθελε, θα γινόταν ο βασιλιάς της πόλης. Του την είχε υποσχεθεί εκείνος. Το τηλέφωνό του είχε χτυπήσει κάποιο απόγευμα και μια γυναικεία φωνή του είχε δώσει οδηγίες για το νέο του ραντεβού, μεταβιβάζοντάς του στο τέλος τα χαιρετίσματα του συνονόματού του. Χώθηκε στα στενά γύρω από την πλατεία του Ψυρρή, όπως ακριβώς έλεγαν οι οδηγίες. Στο τέλος της οδού όπου έπρεπε να πάει βρισκόταν ένα παλιό κτίριο, με δυο πατώματα και το ισόγειο. Η πόρτα είχε κάγκελα για να προστατεύουν το τζάμι. Πάτησε το λευκό κουμπί του κουδουνιού.

«Ανέβα τη σκάλα», είπε κάποιος χωρίς να ρωτήσει την ταυτότητά του.

Ο Άγγελος το αποδέχτηκε. Η σκάλα οδηγούσε στο διαμέρισμα του ρετιρέ. Στο ισόγειο δεν υπήρχε τίποτα πέρα από μερικές γλάστρες. Τα πλατιά τους φύλλα ταίριαζαν με τις πράσινες ψηφίδες του μωσαϊκού στο δάπεδο. Στον πρώτο όροφο προσπέρασε μια πόρτα βαμμένη με μπογιά στον ίδιο τόνο με το χρώμα του τοίχου και λουκέτο αντί για κλειδαριά. Στον τελευταίο όροφο, η πόρτα τον περίμενε ανοιγμένη διάπλατα. Το δωμάτιο του σαλονιού είχε ταπετσαρία με σχέδια λουλουδιών σε σκούρες καφέ αποχρώσεις. Δερμάτινες πολυθρόνες δίπλα σε αμπαζούρ φιλοξενούσαν καλοντυμένους ανθρώπους που έπιναν κόκκινο κρασί σε κρυστάλλινα ποτήρια με σνομπ στάση και λαίμαργα βλέμματα. Μια γυναίκα που έμοιαζε στην Γκρέτα Γκάρμπο κάπνιζε τη μακριά μαύρη πίπα της φορώντας ανδρικό κοστούμι.

Στο επόμενο δωμάτιο, κορίτσια κι αγόρια ξάπλωναν ράθυμα στα πανάκριβα περσικά χαλιά ντυμένα με ρούχα παράταιρα για την ηλικία τους. Κάποιος του έκανε νόημα να πάει προς τα εκεί κι όταν τους πλησίασε, του έδειξε μια γωνία για να καθίσει. Το δωμάτιο είχε ένα τεράστιο παράθυρο. Έβλεπε στα κεραμίδια της στέγης του διπλανού κτιρίου. Απέναντι υπήρχε άλλο ένα κτίριο. Στον τελευταίο όροφο άναβε φως.

«Εσύ πρέπει να είσαι ο εκλεκτός μας», του είπε μια λιγερόκορμη ξανθιά κυρία, δίνοντάς του το χέρι για χειραψία.

Ο Άγγελος σηκώθηκε για να τη χαιρετήσει.

«Η αποστολή σου είναι απλή κι από όσα έχω μάθει,το έχεις ξανακάνει… από την ανάποδη», χαχάνισε πειρακτικά. «Το μόνο που θέλουμε από εσένα είναι να μας προμηθεύεις με νέους πιστούς. Τίποτα άλλο. Όπως σου υποσχέθηκε ο… λατρεμένος Άγγελος όλων μας, η πόλη σού ανήκει. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Θα έχεις απόλυτη προστασία, ελευθερία κίνησης κι άφθονα χρήματα. Γκρέμισε την, αν σου κάνει κέφι. Η μοναδική σου υποχρέωση, το μόνο που περιμένουμε και πρόκειται να ζητήσουμε από σένα, είναι να μας φέρνεις σε επαφή με τις νέες και τους νέους που μας αναζητούν για να προσφέρουν την αφοσίωσή τους στην… οργάνωσή μας. Γνωρίζεις πολύ καλά πως τηρεί τις συμφωνίες του. Μένει μονάχα να τηρήσεις κι εσύ τη μεριά σου. Σε αφήνω για λίγο να το σκεφτείς κι όταν επιστρέψω θα συζητήσουμε τις λεπτομέρειες».

Ο Άγγελος έμεινε όρθιος, αναστατωμένος από το λογύδριο της. Άκουσε ένα πετάρισμα. Κοίταξε από το παράθυρο. Ένας τεράστιος γλάρος είχε προσγειωθεί στα κεραμίδια. Πώς εμφανίστηκε ο γλάρος στο κέντρο της πόλης; Μπροστά του βρισκόταν ένα λευκό περιστέρι. Κατάλαβε αμέσως πως θα το άρπαζε για να το φάει. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο για να διώξει τον γλάρο, τρομάζοντάς τον. Το παράθυρο δεν είχε χερούλι. Ήταν σφραγισμένο. Στο μικρό μπαλκόνι του σπιτιού με το αναμμένο φως βγήκε ένα αγοράκι, κρατώντας το κατακόκκινο φορτηγάκι του στα χέρια. Όχι, δεν έπρεπε να το δει αυτό. Έπρεπε κάτι να κάνει να το σταματήσει. Χτύπησε τα χέρια του στο τζάμι. Ο γλάρος τον αγνόησε. Το μυτερό του ράμφος γράπωσε το περιστέρι από τον λαιμό και ξεκίνησε να το πνίγει καθώς αυτό κρεμόταν ανήμπορο. Το δέρμα του περιστεριού ξεκολλούσε φανερώνοντας την κόκκινη σάρκα του ενώ σπαρταρούσε ψυχομαχώντας. Τα φτερά του γλάρου είχαν ανοίξει διάπλατα και στα μάτια του ο Άγγελος διάβασε την απόλαυση του δολοφόνου. Το άτυχο πουλί κρεμόταν άψυχο. Το αγοράκι παρακολουθούσε χωρίς να κλάψει ή να φωνάξει. Ο Άγγελος σταμάτησε να χτυπάει το τζάμι. Περίμενε να δει τον γλάρο να πετάει μακριά με το θήραμά του στο στόμα, αλλά εκείνος απλώς το άφησε να πέσει στη στέγη, έπειτα το πάτησε με το πόδι και τελικά το ξαναδάγκωσε για να το πέταξει στο κενό του φωταγωγού. Ο Άγγελος έφερε στο μυαλό του το φτερωτό δαίμονα του δάσους. Το αγοράκι μπήκε στο σπίτι του κι απόμεινε να παρακολουθεί πίσω από το τζάμι.

«Κακώς θέλησες να ανακατευτείς, Άγγελε. Η φύση δεν δέχεται την παρέμβασή μας. Παραβιάζουμε τους νόμους της. Πάψε να είσαι ρομαντικός. Η φύση δεν είναι ούτε γαλήνια ούτε αρμονική. Είναι μοχθηρή κι αδυσώπητη», του είπε η λιγερόκορμη γυναίκα με σκληρό, δασκαλίστικο ύφος, προσφέροντάς του έναν φάκελο. «Χρήματα για τα πρώτα σου έξοδα και μια πρόσκληση σε συνέδριο των σπουδαιότερων ονομάτων της διανόησης στην Ευρώπη. Είσαι από τους ελάχιστους νεοσύλλεκτους που θα έχει την τιμή να παρευρεθεί. Απίθανη ευκαιρία», του δήλωσε δίνοντάς του ένα φιλί στο μάγουλο, για να αφήσει εκεί το στίγμα της από το κατακόκκινο κραγιόν που φορούσε.

Μια κοπέλα σύρθηκε στο χαλί για να φτάσει τον Άγγελο. Του τράβηξε το μπατζάκι για να σκύψει και του ψιθύρισε:

«Έρχονται για τα σκουπίδια».

Ο Άγγελος την κοίταξε απορημένος.

«Οι γλάροι. Έρχονται για να φάνε από τα σκουπίδια».

«Μην φοβάσαι», συνέχισε. Ούτε να το σκεφτείς δεύτερη φορά. Έχει τον τρόπο να σου κάνει τη ζωή μαγική. Όσο περισσότεροι είμαστε, τόσο πιο δυνατοί. Μην λυπάσαι κανέναν. Εγώ ούτε τον εαυτό μου δεν λυπάμαι», του είπε για να τον ενθαρρύνει, κι ο Άγγελος αναγνώρισε, πολύ καλά κρυμμένη στα λόγια της, την κυπριακή προφορά. Γονάτισε για να βεβαιωθεί.

«Μα τους είδα να θυσιάζουν μωρά κι ανθρώπους», της είπε για να την κάνει να μιλήσει.

«Δεν είναι άνθρωποι, βρε, χαζέ. Κλώνοι είναι. Μην σκας», χαχάνισε η κοπέλα φανερώνοντας την παράνοιά της.

«Πώς μπορείς να πιστεύεις τέτοια ανοησία; Τους είδα με τα μάτια μου», της είπε για να την κάνει να μιλήσει περισσότερο.

«Η όραση μας ξεγελάει πολύ συχνά. Μας κάνει να βλέπουμε αυτό που θέλει κι όχι αυτό που υπάρχει. Αλλά ακόμη κι αν ήταν άνθρωποι, πώς ξέρεις ότι δεν θυσιάστηκαν με τη θέλησή τους;»

Ναι, είχε κυπριακή προφορά. Μπορεί να ήταν εκείνο το κορίτσι για το οποίο του είχε μιλήσει ο παλαιοπώλης.

«Είσαι από την Κύπρο;» ρώτησε μη συγκρατώντας τον εαυτό του.

«Ήμουν κάποτε. Πολύ παλιά. Τώρα είμαι μονάχα δική Του».

Φωτιά, Άγγελε, Φωτιά, ούρλιαζε η Φωνή σκαρφαλώνοντας από την άβυσσο.

Ο φάκελος περιείχε τριακόσιες χιλιάδες δραχμές. Η κάρτα θύμιζε προσκλητήριο γάμου. Χρυσά γράμματα σε λευκό χαρτί. Τα ονόματα των ομιλητών γραμμένα το ένα κάτω από το άλλο και στο τέλος κάποια διεύθυνση στην Κυψέλη. Το θέμα της ομιλίας “Η νέα Τάξη του Χάους”. Τα χρήματα τον σκανδάλισαν. Θα μπορούσε να ζήσει πλουσιοπάροχα, να μην χρειαστεί ποτέ να ξαναδουλέψει. Να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να φύγει από το σπίτι, να μείνει μόνος του σε ένα μεγάλο, άνετο διαμέρισμα. Άλλωστε, δεν του ζητούσαν τίποτα σπουδαίο. Να διευκολύνει όσους ενδιαφέρονταν να γίνουν μέλη της αίρεσης. Ελεύθερη βούληση. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα έβρισκαν τον δρόμο προς το Μαύρο Ρόδο εφόσον το ήθελαν, όπως τον βρήκε κι ο ίδιος. Θυμήθηκε τον οδηγό που τον είχε μαζέψει από την Ομόνοια. Τον πήγε στα σκαλιά της Αίρεσης και τον άφησε εκεί νίπτοντας τα χέρια του. Παρόμοια δουλειά θα έκανε. Θα δεχόταν, αρκεί να μην είχε δει εκείνη την τελετή στο δάσος. Κάτι του έλεγε πως πολλά από τα παιδιά που θα προσέγγιζε δεν θα προορίζονταν για μέλη αλλά για θυσία.

Μα τι σκεφτόταν; Τρόμαξε με τη δύναμη και την ευκολία που ο πειρασμός τυλιγόταν στην ραχοκοκαλιά του στοχεύοντας τη βούλησή του, προκαλώντας του ρίγη, σαν φίδι φτιαγμένο από χρυσάφι, τόσο λαμπερό ώστε να καταφέρνει να κάνει τα πάντα να φαίνονται φωτεινά. Οργίστηκε με τον εαυτό του που αφέθηκε να αναλογιστεί έστω και την πιθανότητα να παραδοθεί στον εχθρό, εγκαταλείποντας την ιδέα που είχε για το σχέδιο της καταστροφής του. Ο ερημίτης είχε δίκιο. Έπρεπε να αποφασίσει ποιος είναι.

Άρχισε να παριστάνει πάλι τον ντετέκτιβ. Πήγε περπατώντας από την πλατεία του Ψυρρή στην Κυψέλη. Πρώτη φορά θα πήγαινε σε αυτήν την μεριά της Αθήνας. Σε όλη τη διαδρομή κατέστρωσε το σχέδιό του. Το πρώτο σκέλος ήταν να εξερευνήσει το κτίριο όπου θα γινόταν η συνάντηση του Χάους. Έπειτα να μάθει ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι σημαντικοί καλεσμένοι με τα χρυσά ονόματα και ποια η αιτία της μάζωξής τους.

Δυσκολεύτηκε να βρει την οδό. Προτίμησε να μην ρωτήσει σε περίπτερα και μαγαζιά, ώστε να μην προκαλέσει την προσοχή, οπότε ρωτούσε τους περαστικούς ώσπου την εντόπισε. Μια γκρίζα ξύλινη πόρτα στο ισόγειο της πολυκατοικίας κι από πάνω της κρεμόταν, καρφωμένη στον τοίχο, μια μικρή, μπλε, τετράγωνη πινακίδα με τον αριθμό δώδεκα κυκλωμένο σε λευκό κύκλο. Ψηλά στο κέντρο της υπήρχε ένα παραθυράκι με τζάμι και λευκά κυματοειδή κάγκελα. Προσπάθησε να δει στο εσωτερικό, αλλά επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Σε αυτό το άθλιο υπόγειο θα γινόταν η κορυφαία συνάντηση.

Αποχώρησε και μπήκε στον πρώτο τηλεφωνικό θάλαμο που βρήκε. Κάλεσε από μνήμης έναν αριθμό. Απάντησαν αμέσως.

«Γιώργο, εσύ;»

«Ναι, ποιος είναι;»

«Ο Άγγελος. Σε θέλω για δουλειά. Θα πληρωθείς», του είπε σκαλίζοντας την ουλή του. Τα τριακόσια αργύρια που του χάρισαν θα έπιαναν τόπο. Είχε έρθει η ώρα να στρέψει τα ίδια τους τα όπλα εναντίον τους.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά