“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 18: Το ξερίζωμα

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Ο Γιώργος τον άκουγε καθισμένος σταυροπόδι, παίζοντας ασταμάτητα με το μικρό μπεγλέρι που κρατούσε στα χέρια˙ στις άκρες του κορδονιού κρέμονταν δυο πολύχρωμες πέτρες που θύμιζαν στον Άγγελο τις καραμέλες που του έδινε η γιαγιά του όταν επέστρεφε από την Εκκλησία. Δεν είπε ούτε λέξη όσο ο Άγγελος του εξηγούσε την κατάσταση. Μονάχα μετέφερε το βλέμμα του από το κενό στο ποτήρι του φραπέ, κι από τις αρβύλες του στους ανθρώπους που έρχονταν κι έφευγαν από το αναψυκτήριο της Κηφισιάς.

«Λοιπόν, τι λες; Θα με βοηθήσεις;» ρώτησε ο Άγγελος σχεδόν ικετευτικά.

Ο Γιώργος στήριξε το πηγούνι του στη δεξιά παλάμη σκεπτικός. Το πράσινο χρώμα της πανκ κόμης του ήταν ολόιδιο με το πλαστικό καλώδιο που τύλιγε την πλάτη και τη σέλα της σιδερένιας καρέκλας που καθόταν.

«Το βράδυ που σε βρήκα στα πλατάνια πίστεψα πως κάτι είχες πάρει που σε πείραξε, έτσι όπως παραμιλούσες γι’ αυτό που μόνο εσύ έβλεπες, και χάρηκα που βοήθησα. Τα σιχαίνομαι αυτά όλα, να ξέρεις. Δεν δοκιμάζω ποτέ τίποτα. Όταν σου έδωσα το τηλέφωνό μου δεν φαντάστηκα ποτέ ότι θα το χρησιμοποιήσεις. Ειδικά για έναν τέτοιο λόγο. Θα δεχόμουν να σε βοηθήσω και πάλι, αλλά διακρίνω πως κάτι μου κρύβεις. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα στα πατίνια κατάλαβα πως κάτι κρύβεις».

Ο Άγγελος έσκυψε το κεφάλι ενοχικά.

«Δεν είμαι αλήτης, Άγγελε. Ούτε εγώ ούτε οι φίλοι μου. Δεν τα «σπάμε» χωρίς λόγο. Μπορεί να σε μπέρδεψε η αμφίεση μας. Όσο για την αμοιβή που μας προσφέρεις, ομολογώ πως είναι καλό μεροκάματο τα πενήντα χιλιάρικα στον καθένα μας για δυο ώρες δουλειά, αλλά αυτό αναιρεί τη φιλία που σου προσέφερα εκείνο το βράδυ. Η έλλειψη εμπιστοσύνης με προσβάλει βαθιά. Ζητάς να σε ακολουθήσω σε κάτι αλλά, αν δεν μου φανερώσεις την αιτία, δεν θα μπορέσω, δικέ μου. Δεν είμαστε μπράβοι κανενός».

«Είσαι σίγουρος πως θέλεις να μάθεις;»

«Απολύτως».

«Δεν φοβάσαι;»

«Δοκίμασέ με».

Ο Άγγελος κατάλαβε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Τα δυο αγόρια ξεκίνησαν να συνομιλούν αλλάζοντας τον καφέ με μπύρα. Αφηγήθηκε όλη την ιστορία με κάθε λεπτομέρεια˙ τώρα που ο ακροατής ήταν κάποιος συνομήλικός του -κι όχι ο παλαιοπώλης- τα γεγονότα έμοιαζαν εντελώς διαφορετικά, σαν μια περιπέτεια παρά σαν καταδίκη. Ο Γιώργος είχε έναν τρόπο να ξεφτιλίζει τα πάντα κάνοντάς τα με αυτόν τον τρόπο λιγότερο τρομακτικά. Μόλις νύχτωσε, η πινακίδα με την ονομασία του αναψυκτηρίου άναψε, τραβώντας την προσοχή τους από την κουβέντα.

ΑΛΑΣΚΑ

«Γιατί πήγες κι έμπλεξες με όλους αυτούς τους ανώμαλους, ρε φίλε;» τον ρώτησε ο Γιώργος.

«Ό,τι έγινε, έγινε. Θα με βοηθήσεις να ξεμπλέξω;»

«Νομίζω πως αυτό που έχεις βάλει στο μυαλό σου να κάνεις, θα σε μπλέξει ακόμη περισσότερο. Από όσα άκουσα μάλλον δεν ακούς κανέναν, οπότε, αν δεν σε βοηθήσω εγώ, θα ψάξεις βοήθεια αλλού και τα πράγματα θα χειροτερέψουν περισσότερο».

«Οπότε;»

«Οπότε, ναι. Πάμε να το κάνουμε. Πλάκα θα έχει» απάντησε ο Γιώργος χαζογελώντας σαν μικρό παιδί που ετοιμάζεται για αταξίες με τον καινούριο του φίλο στο πάρκο, και παρήγγειλε ακόμη μια γύρα μπύρες για να τους συνοδεύσουν καθώς θα καταστρώνουν το σχέδιό τους.

«Στον όλεθρο», είπε σηκώνοντας το ποτήρι του ψηλά κι ο Άγγελος τσούγκρισε χαρούμενος. Είχε κάνει άλλον έναν φίλο για να τα πίνει και να τα λέει, είχε προστεθεί άλλος ένας φρουρός στον κύκλο της πυραμίδας που προστάτευε το μυστικό του. Ανυπομονούσε να τον γνωρίσει στον κύριο Σταμάτη. Αν εκείνος ήταν ο θεματοφύλακας της αρχαίας γνώσης, ο Γιώργος αποτελούσε τον γενναίο πολεμιστή μέσα στο ονειροπαρμένο μυαλό του Άγγελου. Είχαν ένα κοινό οι δυο του φίλοι που τον προσγείωνε και τον προστάτευε: δεν πίστευαν στην δύναμη του Μαύρου Ρόδου, οπότε δεν κινδύνευαν από την επιρροή που ασκούσε στον Άγγελο.

«Δεν θα ήθελες να γνωρίσεις τον συνονόματό μου ούτε από περιέργεια;» ρώτησε ο Άγγελος καταπίνοντας μια γουλιά μπύρα.

«Όχι, ούτε που μου πέρασε από το μυαλό. Όπως σου εξήγησα, δεν μπλέκω εύκολα».

«Κι αν σε πλησιάσει τώρα που συναναστρέφεσαι μαζί μου;»

«Κάνεις δεν σε πλησιάζει, αν δεν θέλεις κι αν δεν τον προσκαλέσεις», είπε ο νέος του φίλος και πριν πιει τη δική του γουλιά, έφτυσε στο γρασίδι, κλείνοντας το μάτι με νόημα.

Το μόνο που έμενε να μάθει ήταν η ημερομηνία της συνάντησης των “σιχαμένων της γης”. Έτσι τους αποκαλούσε ο Γιώργος. Όταν θα τον πληροφορούσαν για την ημέρα και την ώρα, θα τον ενημέρωναν και για τα καθήκοντά του. Αν όμως αυτό αργούσε, θα αντιμετώπιζε τεράστιο πρόβλημα, εφόσον δεν θα “ψάρευε” θύματα ώστε να τους αποδείξει πως όντως εργάζεται για την Αίρεση. Είχε σκοπό να γυρίζει στα μπαρ της Αθήνας συναναστρεφόμενος τον νεαρόκοσμο, μόνο και μόνο για να τους ρίξει στάχτη στα μάτια, ότι τάχα ψάχνει. Εκείνη τη στιγμή έκανε μια σκέψη που θαρρείς ότι τον πήρε από το χέρι και τον έβγαλε από το σπίτι, θέλοντας απεγνωσμένα να πραγματοποιηθεί.

Περπάτησε ως τον θάλαμο της γωνίας. Θα μπορούσε να της τηλεφωνήσει από το σπίτι, αλλά εδώ είχε ονειρευτεί να το κάνει πρώτη φορά. Μονό που τότε είχε ρομαντισμό στην καρδιά του, ενώ τώρα αναζητούσε απλώς ένα καμουφλάζ. Χώθηκε στο θάλαμο, κλείνοντας την πόρτα. Αυτό έφερε απίστευτη ζέστη κι ας ήταν απόγευμα. Ο θάλαμος μετατράπηκε σε κολαστήριο. Η συζήτηση διάρκεσε ελάχιστα με το πρόσχημα της έλλειψης κερμάτων, αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να ξεμπερδεύει κι η πίεση του χρόνου που προφασίστηκε έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Άλλοτε θα ίδρωνε από τον πόθο να της μιλήσει και να την δει˙ τώρα, ίδρωσε από ντροπή για τον εαυτό του κι από αμφιβολία, επειδή δεν ήξερε με ποιαν είχε να κάνει έπειτα από το βράδυ που την αντίκρισε να πατινάρει στο ίδιο μέρος που του είχε δώσει ραντεβού ο άλλος Άγγελος.

«Αύριο το βράδυ στις οκτώ και μισή στο Ράδιο Σίτυ. Θα δούμε ταινία και μετά είμαι όλη δική σου να με κυκλοφορήσεις στη νυχτερινή καλοκαιρινή Αθήνα».

«Έγινε», της απάντησε ξερά ο Άγγελος, αλλά τίποτα δεν ήταν στη θέση του σε αυτήν την συνομιλία. Εκείνη προσποιήθηκε ότι παραξενεύτηκε που της τηλεφώνησε ύστερα από τόσο καιρό, διατηρώντας καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας μια σχεδόν θεατρική χαρά για την επερχόμενη συνάντησή τους κι ο ίδιος υποκρινόταν όσο καλύτερα μπορούσε ότι της κάνει κόρτε, αναβιώνοντας την τεχνική που του είχε διδάξει ο Αντώνης, εκείνο το πρώτο του εφηβικό καλοκαίρι στην Ψυχώρη. Η καρδιά του βάρυνε άσχημα από τα ψέματα. Η μόνη κλωστή που τον κρατούσε δεμένο με το μέλλον έσπασε κι η απογοήτευση θρονιάστηκε στην ψυχή του, απολαμβάνοντας το βασίλειό της. Του φάνηκαν όλα τόσο μετέωρα στημένα. Δεν του έκαναν καμιά αίσθηση ούτε τα χρώματα του ουρανού ούτε η γεύση της ατμόσφαιρας. Το μόνο που αισθανόταν ήταν η ζέστη, κι έσπρωξε με βία την πόρτα του θαλάμου για να βρει ξανά την ανάσα του.

Κρυμμένος στη γωνία του απέναντι δρόμου, την παρακολουθούσε να περπατάει πέρα δώθε νευρικά, στολισμένη μέσα σε ένα κατακόκκινο φόρεμα, κοιτάζοντας κάθε τόσο το ρολόι της. Στην αφίσα του κινηματογράφου ένας άντρας αγκάλιαζε μια γυναίκα και στο κάτω μέρος, ο τίτλος;

Ένα φιλί πριν πεθάνεις

Είχε σκοπό, αν την προλάβαινε πριν φύγει θυμωμένη από το στήσιμο, μόλις θα τελείωνε το τσιγάρο του, να περάσει απέναντι, για να συναντήσει τη μοίρα του όποια κι αν ήταν, όμως στην τελευταία τζούρα, το μετάνιωσε. Δεν ήθελε να μάθει τίποτα.

«Γεια σου, Μάγκι» της είπε από μακριά πετώντας το τσιγάρο στο τσιμέντο. Φόρεσε την κουκούλα του κι απομακρύνθηκε˙ όσο μεγάλωνε η απόσταση τόσο θαύμαζε την πυγμή του να αντισταθεί στον πειρασμό. Μπορεί να νόμιζε ότι τους είχε στήσει παγίδα και τελικά να έπεφτε σε ενέδρα.

Γύρνα να τη δεις, Άγγελε. Γύρνα! Γύρνα να δεις ποια είναι η αγαπημένη σου, γύρνα! ούρλιαζε η Φωνή γαντζωμένη στο στομάχι του που σφιγγόταν από τον οξύ πόνο, αλλά προτιμούσε να πονάει παρά να απογοητευτεί περισσότερο.

«Ίσως κάποτε», μονολόγησε συνεχίζοντας τον δρόμο του, αφήνοντας τη Μάγκι να περιμένει. Λίγα μέτρα πιο πέρα, χάιδεψε την ουλή του εκδικητικά.

Το τηλεφώνημα αυτήν τη φορά ήταν απλό και βαρετό. Είκασε ότι η φωνή που του έδινε οδηγίες άνηκε στη γυναίκα που είχε γνωρίσει σε εκείνο το γκροτέσκο κτίριο της πλατείας του Ψυρρή, κάτι που επιβεβαίωσε η άλλη κοριτσίστικη φωνή που του έστελνε χαιρετίσματα. Από την προφορά κατάλαβε αμέσως πως ήταν το κορίτσι από την Κύπρο. Όλη αυτή η φιλική διάθεση κι η οικειότητα τον αηδίασαν, όπως τον αηδίαζαν από παλιά οι οικογενειακές στιγμές.

«Είκοσι μία Ιουνίου, στις εννέα το βράδυ. Ο ρόλος της παρουσίας σου θα είναι η απόλυτη καταγραφή. Έχεις την άδεια να χρησιμοποιήσεις κάθε μέσον. Μετά από αυτό το μικρό γκαλά, θα ανοίξουν νέοι δρόμοι για σένα, Άγγελε. Μόνο που…»

«Ποιο είναι το πρόβλημα;»

«Δεν είχαμε την τιμή και την χαρά της συντροφιάς σου, εδώ και καιρό. Ούτε μας έφερες νέους φίλους να γνωρίσουμε. Αντιμετωπίζεις δυσκολίες;»

«Ναι, η αλήθεια είναι αυτή. Θέλω λίγο χρόνο να προσαρμοστώ στα καθήκοντά μου», της είπε νιώθοντας πως μιλάει στην διευθύντρια κάποιας εταιρείας.

«Είχα μια επαφή πριν λίγες ημέρες…» ξεστόμισε χωρίς να το καταλάβει, έτοιμος αν χρειαζόταν να τους προσφέρει το κεφάλι του Γιώργου με το πράσινο λοφίο στο πιάτο, ως παραπέτασμα καπνού. Άλλωστε, αν εξακολουθούσαν να τον παρακολουθούν, θα τους είχαν δει μαζί.

«Λοιπόν;»

«Πιστεύω πως σύντομα θα έχω αποτελέσματα».

«Σε περιμένουμε όποτε είσαι έτοιμος», του είπε ευγενικά κι εγκάρδια κι έκλεισε το ακουστικό. Χωρίς να περιμένει λεπτό, τηλεφώνησε στον Γιώργο, του ζήτησε να βρεθούν στο κέντρο της Αθήνας κι εκεί σε ένα πεζούλι της πλατείας στο Μοναστηράκι, καθισμένοι στην άκρη από τα κατεβασμένα ρολά των καταστημάτων, ψιθυρίζοντας σκυφτοί με ένα κουτάκι μπύρα στο χέρι και με τράκα φωτιά για το τσιγάρο από τους περαστικούς, κατάστρωσαν τη στρατηγική της επίθεσης.

«Στον όλεθρο», τσούγκρισαν και σταμάτησαν να μιλούν για το φρικαλέο “υπόγειο της ανωμαλίας”, όπως το αποκαλούσε ο Γιώργος. Αφοσιώθηκαν στον πλανόδιο κιθαρίστα που έπαιζε ένα δικό του τραγούδι με ακαταλαβίστικα λόγια.

Το ραντεβού της συμμορίας δόθηκε στην οδό Μάρνης, έξω από το “Ρόδον”. O Γιώργος τους περίμενε στηριγμένος σε μια κολόνα. Φορούσε ένα στενό παντελόνι με κάθετες λευκές και μαύρες ρίγες. Το κρατούσαν μαύρες τιράντες, περασμένες στην κόκκινη αμάνικη μπλούζα των Ramones˙ την είχε μεγάλο καμάρι, επειδή την είχε αγοράσει στο Λονδίνο. Σιγά σιγά κατέφταναν κι οι υπόλοιποι μαρσάροντας τις μηχανές τους. Κλώτσησαν τις σιδερένιες μύτες από τις αρβύλες τους για να χαιρετηθούν κι άναψαν όλοι τσιγάρο. Ο Γιώργος τους μοίρασε τα χρήματα που τους αναλογούσαν, ενώ το δικό του μερίδιο το έχωσε βαθιά στη τσέπη. Οι άκρες των δαχτύλων του άγγιξαν το σκουλαρίκι του. Το τράβηξε και το φόρεσε. Ένας μεγάλος κρίκος με σταυρό κρεμάστηκε από το αυτί του.

«Για γούρι», εξήγησε στους άλλους.

«Γιατί δεν σήκωσες σήμερα όρθια τα μαλλιά σου;» τον ρώτησε αυτός με το κόκκινο λοφίο.

«Γιατί θέλω να φορέσω καπέλο. Είναι επίσημη η φάση», είπε. Πήγε στο μηχανάκι του, πήρε από τη σέλα το μαύρο του καπέλο και το φόρεσε κρύβοντας τα πράσινα μαλλιά του.

«Σαν λόρδος είσαι», τον πείραξε το παιδί με την ξανθιά περικεφαλαία, κι όλοι γέλασαν. Ο Γιώργος υποκλίθηκε λες και βρισκόταν στο Μπάκιγχαμ.

«Τσουλάμε, παιδιά. Τη διεύθυνση την ξέρετε και το μέρος σάς το έχω δείξει. Μόλις φτάσουμε στο φανάρι Πατησίων και Αγίου Μελετίου, θα σπάσουμε. Αφήστε τα μηχανάκια όπου νομίζετε για να μπορείτε μετά να τα βρείτε εύκολα. Πιάστε ένα πόστο κάπου από όπου να βλέπετε καλά την πόρτα. Όταν ανοίξει και μας κάνει σύνθημα ο Άγγελος, ορμάμε»

Ένας ένας έχωσαν τη φόρμα μέσα στις αρβύλες σφίγγοντας γερά τα κορδόνια κι έπειτα πέρασαν σταυρωτά στον κορμό τους, την αλυσίδα που είχαν για να δένουν τη μηχανή κλειδώνοντας το λουκέτο. Ο Γιώργος έλεγξε από ψηλά αν τα κόκκινα κορδόνια του ήταν καλά δεμένα κι αφού βεβαιώθηκε, ξεκίνησε πρώτος, ενώ οι άλλοι τον ακολούθησαν με ιαχές και κορναρίσματα τρομάζοντας τους περαστικούς στο πεζοδρόμιο.

Το υπόγειο των σιχαμένων της γης

Ο Άγγελος στάθηκε μπροστά από την πόρτα με το νούμερο δώδεκα έχοντας την τσάντα, με την κάμερα Πολαρόιντ, τα φιλμ, τα μολύβια, τα μπλοκ, το μυστικό του όπλο και τον μανδύα του, κρεμασμένη στον ώμο. Θα μπορούσε να έχει πάρει μαζί του μια πιο σοβαρή, αλλά προτίμησε τη λαδί στρατιωτική τσάντα που κουβαλούσε στο σχολείο πριν το ακυρώσει εντελώς ως θεσμό. Ήταν γεμάτη κονκάρδες από τις μπάντες που άκουγε στην αρχή της εφηβείας. Με ένα μαύρο μαρκαδόρο είχε ζωγραφίσει στο λουρί της ακαθόριστα σχήματα σε όλο το μήκος του. Στο κέντρο της, λίγο παραπάνω από το κούμπωμα έγραφε:

Hear no evil, see no evil, speak no evil”

Εδώ που είχε φτάσει δεν υπήρχε επιστροφή. Κρατήθηκε από το λουρί της τσάντας και προχώρησε. Χτύπησε τρεις φορές. Ένα ασήμαντος θυρωρός τού άνοιξε αμέσως. Έδειξε την πρόσκληση και πέρασε. Δεν υπήρχε καμιά ιδιαίτερη προφύλαξη. Ένα συνέδριο με ομιλίες θα μπορούσε εύκολα να δικαιολογηθεί, ακόμη κι αν προκαλούσε ανεπιθύμητη προσοχή. Η αίθουσα δεν ήταν πολύ μεγάλη. Η δυσωδία από τα χνώτα τους, τον τύλιξε αμέσως. Παράθυρα δεν υπήρχαν παρά μια πόρτα στην αυλή του φωταγωγού όπου είχε στηθεί υπαίθριο μπαρ κι οι παρευρισκόμενοι σερβιρίζονταν με ποτά και ορεκτικά. Του προκάλεσε αηδία να βλέπει να μπουκώνουν τα στόματά τους με φαγητό που τους πασάλειβε τα χείλη και μετά να καταπίνουν με την βοήθεια του αλκοόλ, αφήνοντας υπολείμματα τροφής στο κρύσταλλο των ποτηριών.

«Εσύ πρέπει να είσαι ο εκλεκτός μας», του είπε ένας φαλακρός άνδρας με κοιλιά που ξεχείλιζε από τη ζώνη του παντελονιού. Ο Άγγελος δεν απάντησε. Ο άνδρας έδειχνε διαχυτικός, αλλά δεν του πρότεινε το χέρι για χειραψία.

«Μπορείς να καθίσεις όπου θέλεις και να κάνεις ό,τι χρειάζεται για την καταγραφή που σου ανατέθηκε. Στο τέλος θα σου γνωρίσω τους ομιλητές κι είσαι ελεύθερος να τους κάνεις ερωτήσεις».

«Μπορώ να τραβήξω φωτογραφίες;»

«Μα, φυσικά. Μαζευτήκαμε εδώ για τις διαλέξεις των εξαιρετικών αυτών διανοούμενων. Δεν έχουμε κάτι να αποκρύψουμε», του είπε όλο χαρά και πιάνοντας τον από τον ώμο, του ψιθύρισε στο αυτί: « Ό,τι είναι να κάνεις με την κάμερα, κάν’ το πριν φορέσουμε τους μανδύες. Εσύ μην τον φορέσεις σήμερα», του είπε δίνοντας να καταλάβει πως δεν θα είναι μέτοχος αυτού που θα συνέβαινε απόψε. Τον χτύπησε στην πλάτη πατρικά κι έφυγε προς τον μπουφέ. Ο Άγγελος τον άκουσε, όμως κάθε φορά που πατούσε το κουμπί της μηχανής, αισθανόταν πόσο μάταιο ήταν στην περίπτωση που πετύχαινε το σχέδιό του. Η μόνη τους χρησιμότητα ήταν για το κρυμμένο αρχείο που είχε στα χέρια του ο παλαιοπώλης.

Ένα μικρό γκονγκ τους συνάθροισε όλους στον κύριο χώρο της αίθουσας, σταματώντας τη βαβούρα που δημιουργούσαν οι φωναχτές συζητήσεις τους σε όλες τις γλώσσες εκτός των ελληνικών. Κάθισαν στις καρέκλες, κι ο φαλακρός άνδρας στάθηκε στην τράπεζα με το κόκκινο βελούδινο σκέπασμα για να εκφωνήσει ένα λογύδριο καλωσορίσματος. Όσο μιλούσε ο σιχαμένος, Ο Άγγελος έριξε τα μάτια του στο πάτωμα για να μην τον βλέπει. Το ίδιο μωσαϊκό με τις πράσινες αποχρώσεις που είχε δει στο κτίριο του Ψυρρή ήταν στρωμένο κι εδώ. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε ώσπου παρατήρησε πως εκεί όπου είχε τοποθετηθεί η τράπεζα, υπήρχε το καπάκι ενός φρεατίου και του φάνηκε πάρα πολύ παράξενο. Έπρεπε να βρει την ευκαιρία να το φωτογραφήσει και να δει το σύμβολο που ήταν χαραγμένο πάνω του.

Όλοι φόρεσαν τους μανδύες τους, ο φαλακρός άνδρας αναφώνησε την φράση “κι εγένετο Χάος” κι ο πρώτος ομιλητής πήρε τη θέση του πίσω από την τράπεζα. Η ομιλία του έγινε στα γαλλικά. Ο Άγγελος θύμωσε. Δεν ήξερε λέξη γαλλικά. Ήθελε με κάθε τρόπο να μάθει τι ετοιμάζουν. Φαντάστηκε πως ο επόμενος ομιλητής θα μιλούσε στα αγγλικά. Όμως δεν το έκανε. Μίλησε σε μια γλώσσα που έμοιαζε στα αυτιά του γερμανική. Κι αυτό συνεχίστηκε και με τον επόμενο που μίλησε ισπανικά. Οι μόνες λέξεις που καταλάβαινε ήταν Αντίχριστος και χάος, οι οποίες επαναλαμβάνονταν διαρκώς. Ο Άγγελος θύμωνε ολοένα και περισσότερο με την ελιτιστική αλαζονική τους συμπεριφορά που μιμούνταν την γλωσσολαλιά της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους του Χριστού. Παραμορφωμένοι επιστήμονες ταγμένοι να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, να την ποδηγετήσουν φέρνοντας την να γονατίσει υποταγμένη στο κίτρινο Στέμμα του Πρίγκηπά τους. Επηρμένα σκουλήκια που έφταναν έρποντας για να κλειστούν σε καταγώγια, δίχως καμιά αξιοπρέπεια, προκειμένου να επιτύχουν τον καταχθόνιο σκοπό τους˙ να μαγαρίσουν την ανθρωπότητα. Τους φαντάστηκε να ζουν δήθεν όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, κατέχοντας θέσεις σε πανεπιστήμια, ώστε να ποτίζουν με δηλητήριο τη νεολαία που δίδασκαν και να διαφθείρουν σεξουαλικά τις ανίδεες φοιτήτριές τους. Τον είχαν φέρει εδώ για να του αποδείξουν πως είναι απλώς ένας υπηρέτης, ένας εκλεκτός υπηρέτης που δεν ήταν άξιος να μοιραστεί την γνώση μαζί τους, παρά μονάχα να εκτελεί εντολές. Χάρηκε τόσο πολύ που έξω στον δρόμο υπήρχε ο μικρός του στρατός περιμένοντας το σύνθημα για να επιτεθεί.

Ο φαλακρός άνδρας κρέμασε στον τοίχο τον Εσταυρωμένο. Μετά έλειψε για λίγο πίσω από μια κουρτίνα κι έπειτα γύρισε έχοντας στα χέρια ένα τραγόμορφο βαλσαμωμένο κρανίο που εναπόθεσε όρθιο στην τράπεζα. Του είχε μιλήσει ο παλαιοπώλης για τον Μπαφομέτ, αλλά αυτή η μορφή, όσο άγρια κι αποκρουστική κι αν ήταν, αποτελούσε σίγουρα απομίμηση του αληθινού τοτέμ. Με μια μαύρη κιμωλία χάραξε στο κόκκινο ύφασμα το σύμβολο της πεντάλφας κι ακούμπησε το κρανίο στο κέντρο της. Ύστερα, γύρισε ανάποδα τον Εσταυρωμένο στον τοίχο κι όλοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.

Ο Άγγελος οπισθοχώρησε. Είχε έρθει η ώρα.

«Πού πας;» τον ρώτησε ο θυρωρός.

«Να πάρω λίγο αέρα. Θα γυρίσω αμέσως».

«Την τσάντα θα την αφήσεις εδώ».

«Εντάξει», είπε ο Άγγελος καταλαβαίνοντας πως δεν υπήρχε άλλη λύση, αν ήθελε να πετύχει το σχέδιό του.

Βγήκε στον δρόμο κι άναψε τσιγάρο. Αυτό ήταν το σήμα. Ο Γιώργος το είδε και σφύριξε δυνατά με τα δυο του δάχτυλα στο στόμα. Το σφύριγμα μεταδιδόταν από τον ένα στον άλλο ώσπου βγήκαν από τις κρυψώνες τους κι ο Άγγελος είδε τους πολεμιστές με τα ξυρισμένα κεφάλια και τα χρωματιστά λοφία να πλησιάζουν αργά και προσεκτικά προς το μέρος του ζωσμένοι με τις αλυσίδες. Ο Γιώργος του πέταξε από μακριά μια σιδερογροθιά κρατώντας απόσταση από το τζαμάκι της πόρτας. Ο Άγγελος χτύπησε τρεις φορές και μόλις ο θυρωρός άνοιξε, κλώτσησε την πόρτα στα μούτρα του και τον χτύπησε με την σιδερογροθιά στη μύτη πριν προλάβει να συνέλθει. Γέμισε αίματα, τα έχασε και τότε η συμμορία όρμησε αποφασισμένη να σκορπίσει ανελέητα τον όλεθρο που έσερναν σαν ουρά. Ο πανκ με το πορτοκαλί μαλλί έκλεισε την πόρτα και κάθισε εκεί ακλόνητος φρουρός, έχοντας την αρβύλα του στον λαιμό του πεσμένου θυρωρού. Ο Γιώργος έβαλε στο χέρι του Άγγελου έναν σουγιά και το πανδαιμόνιο ακολούθησε.

Χτυπούσαν αδιακρίτως με τις αλυσίδες όποιον έβρισκαν μπροστά τους, οι λεπίδες των μαχαιριών έκοβαν τη σάρκα βαθιά κι οι σιδερογροθιές χτυπούσαν με βία όποιον προσπαθούσε να αντισταθεί. Είχαν κατορθώσει να τους αιφνιδιάσουν κι ο Άγγελος δεν πίστευε πως ήταν τόσο αλαζονικοί ώστε να μην έχουν λάβει κανένα μέτρο ασφάλειας. Έτρεχαν σαν ποντίκια γύρω γύρω, χωρίς να υπάρχει καμιά διέξοδος και κανένας τρόπος να γλιτώσουν. Οι αλυσίδες σηκώνονταν ψηλά κι έπεφταν με δύναμη ραγίζοντας τα κρανία τους και σπάζοντας τα κόκκαλά τους. Οι σιδερένιες γροθιές θρυμμάτιζαν μάγουλα και δόντια. Οι λεπίδες έσκιζαν ρούχα, αφαιρώντας κομμάτια σάρκας που πετάγονταν στον άερα κι ύστερα έπεφταν στο πάτωμα κι έλιωναν από τις αρβύλες των μισθοφόρων του Άγγελου. Ουρλιαχτά πόνου κι άναρθρες κραυγές ακούγονταν κάθε φορά που μια αλυσίδα μαστίγωνε έναν από τους σιχαμένους της γης σηκώνοντας πίδακες από αίμα. Ο Γιώργος, χωρίς να χάσει το καπέλο του, πήγαινε σε όσους είχαν σωριαστεί και τους κλωτσούσε με όλη του τη δύναμη στην κοιλιά, δίνοντας στο τέλος την χαριστική κλωτσιά στο κεφάλι. Ο Άγγελος χτυπούσε με μανία το τραγόμορφο τοτέμ για να το διαλύσει κι ο φαλακρός άνδρας που είχε κρυφτεί κάτω από την τράπεζα αναγκάστηκε να βγει μπουσουλώντας. Του επιτέθηκαν όλοι μαζί προσθέτοντας άλλο ένα τσακισμένο κορμί στον σωρό που κειτόταν στο πάτωμα.

Ο Γιώργος τους έφτυσε κι οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν. Οι τοίχοι πιτσιλισμένοι από το αίμα θύμιζαν πίνακα του Πόλλοκ σε μια έκθεση ζωντανής ζωγραφικής για εξαγριωμένους χούλιγκανς. Ο Άγγελος πήρε τον Εσταυρωμένο από τον τοίχο, τον έβαλε στην τσάντα, καθώς εμφάνισε ένα μικρό δοχείο βενζίνης κι ένα κουτί σπίρτα. Περιέλουσε ό,τι μπορούσε και κυρίως την τράπεζα με το κρανίο. Οι συμπολεμιστές του ένας ένας έφευγαν τρέχοντας προς τα μηχανάκια τους. Ο Γιώργος ανέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας που βρισκόταν πάνω από το “υπόγειο της ανωμαλίας” και χτύπησε όλα τα κουδούνια για να ξυπνήσει τον κόσμο και να προλάβουν να εγκαταλείψουν το κτίριο. Ο Άγγελος λίγο πριν την έξοδο, κοντοστάθηκε. Έβγαλε την κάμερα και πατώντας στα αίματα γύρισε για να φωτογραφίσει το καπάκι του φρεατίου.

«Άγγελε, πρέπει να φύγουμε» φώναξε ο Γιώργος. Άναψε τα σπίρτα και τα πέταξε στο βρεγμένο από τη βενζίνη πάτωμα.

Φωτιά, Άγγελε. Φωτιά. Σε ευχαριστώ, Άγγελε, Φωτιά. Τους σκοτώσαμε όλους. Τους κάψαμε. Φωτιά, κελαηδούσε μακάβρια η Φωνή, επιτέλους χορτασμένη.

Έκλεισε την πόρτα κι άρχισαν να τρέχουν προς το παπάκι του Γιώργου. Το καβάλησαν και με όσο μεγαλύτερη ταχύτητα μπορούσαν, εξαφανίστηκαν στα στενά της Κυψέλης.

«Πού πάμε;»

«Στο παλαιοπωλείο».

Ο Γιώργος προσπάθησε να μείνουν αθέατοι σε όλον τον δρόμο.

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ; Αφού είναι κλειστά».

«Μπορεί να φανούμε τυχεροί».

Ο Άγγελος κοίταξε από το τζάμι. Ο παπαγάλος τον αναγνώρισε κι άρχισε να φτεροκοπάει μέσα στο κλουβί του. Τα φτερά του είχαν το ίδιο χρώμα με τα βαμμένα μαλλιά του φίλου του. Ο κύριος Σταμάτης διάβαζε στην αυλή υπό το φως της λάμπας. Η αναστάτωση του παπαγάλου τον έκανε να σηκώσει το βλέμμα του από το βιβλίο. Είδε τον Άγγελο να τον χαιρετάει. Σηκώθηκε ανήσυχος και τους άνοιξε. Το καμπανάκι χτύπησε μια φορά και το κράτησε με το χέρι για να πάψει.

Είδε δυο αλαφιασμένα, κατάχλομα αγόρια, με τα χέρια και τα πρόσωπά τους γεμάτα αίμα να τον κοιτάζουν, εκλιπαρώντας να τους προσφέρει καταφύγιο.

«Τι έκανες, Άγγελε;»

«Το καθήκον μου», απάντησε εκείνος, απλώνοντας δειλά με το ματωμένο του χέρι, τη φωτογραφία από το σιδερένιο καπάκι, για να του δείξει τι ήταν χαραγμένο στο κέντρο του κύκλου.

666

ΤΕΛΟΣ ΤΡΙΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

«Είναι τεράστια πλάνη να χάνει κανείς το μυαλό του από ματαιοδοξία».

Ντενί Ντιντερό

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά