“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 19: Η διαφυγή

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΑΞΗΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Οι τρεις συνεργοί κάθονταν στο τραπέζι της αυλής καταβεβλημένοι κι αμίλητοι, σαν να ήταν τα απομεινάρια των ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης μετά από μια σπουδαία μάχη. Στο κέντρο του τραπεζιού δέσποζε η φωτογραφία με τα τρία εξάρια. Είχαν καρφώσει κι οι τρεις τα μάτια τους εκεί, για να αποφύγουν ο ένας τον άλλο. Ο Γιώργος αισθανόταν την αμηχανία του περιττού που μόλις είχε εισβάλει ακάλεστος σε μια παρέα, ο Άγγελος μάζευε τα κομμάτια της τρέλας που είχε διαπράξει, συναρμολογώντας τη λογική του κι ο κύριος Σταμάτης προσπαθούσε να βρει την ισορροπία του ανάμεσα στην οργή και την ψυχραιμία που ήταν αναγκασμένος να επιδείξει ώστε να βρει λύση και να περισώσει ότι μπορούσε από την κατάσταση.

Ο κούκος του ρολογιού αντίκα λάλησε δύο φορές. Ο Γιώργος σκέφτηκε ότι μόλις έμπαιναν στη ζώνη του λυκόφωτος. Κρατιόταν με χίλια ζόρια. Ήθελε να το πει στον Άγγελο και να σκάσουν παρέα στα γέλια. Ο παλαιοπώλης σηκώθηκε όρθιος. Ο παπαγάλος φτερούγισε, σπάζοντας τη σιωπή με το τράνταγμα του κλουβιού.

«Πώς το κάνατε αυτό; Μου είναι αδιανόητο! Όλα τα περίμενα από εσένα. Όλα! Γι’ αυτό και προσπάθησα με κάθε τρόπο που διέθετα να σε προστατεύσω και να σε αποτρέψω. Αλλά αυτό που έκανες μου είναι αδιανόητο».

«Ό,τι έγινε, έγινε», απάντησε ο Άγγελος σκουπίζοντας με τη βρεγμένη πετσέτα που κρατούσε όποιον λεκέ από αίμα έβρισκε να έχει απομείνει στο δέρμα και στα ρούχα του, ενώ ξεκίνησε κι ο Γιώργος να κάνει το ίδιο με απάθεια.

«Καταλαβαίνετε πως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να τελείωσε η ζωή σας εδώ;»

Τα δυο αγόρια κοιτάχτηκαν σιωπηλά.

«Θα σας αναζητήσουν παντού κι αυτά που θα σας κάνουν όταν σας εντοπίσουν δεν νομίζω ότι έχετε αρκετό μυαλό στο κεφάλι σας για να τα φανταστείτε. Θα σας εξαφανίσουν από το πρόσωπο της γης. Τι πήγατε και κάνατε; Θεέ μου!» είπε ο παλαιοπώλης, πιάνοντας τα λευκά μαλλιά του.

«Μα εσύ δεν πιστεύεις στον Θεό», τον ειρωνεύτηκε ο Άγγελος κλείνοντας το μάτι στον Γιώργο που πολύ σοφά συνέχιζε να παραμένει αμίλητος θεατής.

«Τολμάς να κάνεις πνεύμα; Αυτήν την ώρα;» ρώτησε αυστηρά ο μέντοράς του, αλλά κοιτάζοντας τον προστατευόμενο του, η αγριάδα υποχώρησε από το πρόσωπ;o του καθώς συνειδητοποιούσε πως έβλεπε ένα παιδί εντελώς αλλαγμένο. Η έκφραση του προσώπου του είχε μαλακώσει κι από την όψη του έλειπε η αποτύπωση του πόνου. Αν δεν ήξερε τι είχαν κάνει, θα ορκιζόταν πως τον έβλεπε για πρώτη φορά ανακουφισμένο από ότι του τσάκιζε την ψυχή τόσο καιρό. Ξανακάθισε στην καρέκλα, παρατώντας την πρόθεση του για ένα κήρυγμα παντελώς ανούσιο, με σκοπό να ηρεμήσει για να βρουν έστω μια προσωρινή διέξοδο.

«Τι θα κάνουμε;» μουρμούρισε απελπισμένος.

Έπειτα, έβγαλε τα γυαλιά του, έτριψε με τις παλάμες το πρόσωπ;o του μερικές φορές, τα ξαναφόρεσε και πήρε αρχηγική θέση στην καρέκλα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

«Υπήρξαν νεκροί;» τους ρώτησε με αγωνία.

«Δεν έχω ιδέα. Σίγουρα τους τραυματίσαμε όλους πολύ βαριά και άσχημα. Όταν φύγαμε έμοιαζαν με μια σάρκινη ματωμένη μάζα που βογκούσε, αλλά δεν ξέρω…»

«Το κτίριο κάηκε;»

«Δεν το πιστεύω. Μάλλον προλάβαμε να ενημερώσουμε εγκαίρως τους ενοίκους», εγγυήθηκε ο Γιώργος τώρα που η γνώμη του μπορούσε να φανεί χρήσιμη.

«Πρέπει να περιμένουμε να βγουν οι πρωινές εφημερίδες. Να βρούμε μια τηλεόραση να δούμε αν θα προβάλουν το περιστατικό και πώς θα το έχουν χαρακτηρίσει», είπε ο παλαιοπώλης.

«Βανδαλισμός από νεαρούς χούλιγκαν με άγνωστη αιτία», εξήγησε ο Γιώργος. «Πάντα έτσι λένε και ποτέ δεν ψάχνει κανείς να βρει ποια είναι η αληθινή αιτία κι αν είναι δίκαιη ή άδικη», συνέχισε υπερασπίζοντας τον εαυτό του κι αυτό που πρέσβευε, κι ύστερα έβγαλε το καπέλο του κι έκανε μια κίνηση υπόκλισης, καθιστός όπως ήταν στην καρέκλα, κοιτάζοντας τον παλαιοπώλη ευθεία στα μάτια.

«Πρέπει να κρυφτείτε. Να φύγετε», είπε ο παλαιοπώλης με έντονο ύφος γεμάτο ανησυχία κι ενδιαφέρον.

«Να πάμε πού;» ρώτησε ο Άγγελος. «Όπου κι αν πάμε θα μας βρουν. Είναι μάταιο. Προτιμότερο είναι να καταστρώσουμε ένα σχέδιο προφύλαξης».

«Άγγελε, αρκετά πια με τις αποστολές και τα σχέδιά σου. Αρκετά. Δεν το ανέχομαι άλλο», τον προειδοποίησε ο παλαιοπώλης θυμωμένος.

«Οι δικοί μου όλοι έχουν γίνει ήδη καπνός. Ξέρουν από τέτοιες δουλειές. Ποτέ δεν έχει πιαστεί κανένας μας. Τους αιφνιδιάσαμε. Αν κι εφόσον επιβίωσε κανείς τους ή και όλοι, είναι σχεδόν αδύνατον να θυμούνται τα πρόσωπά μας. Οπότε, εμένα θα μου επιτρέψετε να επιστρέψω στο λημέρι μου στην Κηφισιά. Εκεί δεν με πλησιάζει κανείς», αποφάσισε ο Γιώργος στωικά.

«Είστε δυο άμυαλα παιδιά. Δεν σκεφτήκατε καν να καλύψετε τα πρόσωπά σας. Μου είναι αδιανόητο!» είπε πάλι θυμωμένος ο παλαιοπώλης. «Δεν τα βάλατε με τους οπαδούς μιας ομάδας ποδοσφαίρου. Επιτεθήκατε σε ένα κομμάτι της avant garde της Εκκλησίας του Μαύρου Ρόδου. Θα σας βρουν και θα σας τεμαχίσουν μέχρι που να μην μείνει ίχνος από την ύπαρξή σας». Ο παλαιοπώλης έκανε μιαν παύση και συνοφρυώθηκε σαν να προσπαθεί να τακτοποιήσει μιαν αχαλίνωτη ιδέα που μόλις είχε τρυπώσει στο μυαλό του.

«Να το διαπραγματευτούμε», πρότεινε ο Άγγελος ανάβοντας τσιγάρο.

«Τι να διαπραγματευτούμε;» ρώτησε ο παλαιοπώλης.

Ο Άγγελος έφερε το μπουκάλι με το κονιάκ για να το κεράσει σε τρία ποτήρια.

«Θα ζητήσουμε την απαλλαγή μας, ανταλλάσσοντάς την με τις φωτογραφίες που τράβηξα. Έχω τραβήξει όλες τις σιχαμένες τους φάτσες. Αν θέλω, πηγαίνω αύριο σε μια εφημερίδα και τις δημοσιοποιώ. Ψοφάνε οι δημοσιογράφοι για τέτοιες ιστορίες. Να, ορίστε ποια θα είναι η κάλυψή μας, αν δεν δεχτούν να μας αφήσουν ήσυχους. Αυτό θα είναι το όπλο μας. Η απειλή της έκθεσης όλων των στοιχείων που έχουμε στα χέρια μας».

«Άγγελε, είσαι ανόητος. Τους ανήκουν τα πάντα. Δεν θα καταφέρεις τίποτα», του απάντησε αφηρημένα ο παλαιοπώλης, παλεύοντας ακόμη να βάλει σε τάξη εκείνη την ιδέα που επέμενε να του διαφεύγει.

«Νομίζω ότι έχετε δώσει περισσότερη αξία και δύναμη σε μια ομάδα που αποτελείται από διεστραμμένα ανθρωπάκια, τα οποία πουλάνε παραμύθι και τίποτα παραπάνω. Αν ήταν τα πράγματα όπως τα λέτε κι όπως τα φοβόσαστε δεν θα μαζεύονταν στην υπόγεια τρώγλη της Κυψέλης για τη Σύναξή τους. Όποιος κρύβεται με αυτόν τον τρόπο, φοβάται περισσότερο από όσο αφήνει τους άλλους να πιστεύουν ότι φοβάται», σχολίασε ο Γιώργος πιστεύοντας κάθε λέξη που βγήκε από το στόμα του, κάνοντας τον Άγγελο να τον θαυμάσει και τον παλαιοπώλη να εκτιμήσει τον νέο του φίλο και να χαρεί που είχε πάψει να είναι μόνος.

«Άγγελε, θυμάσαι πώς είχε ξεκινήσει η γνωριμία μας; Σου είχα μιλήσει για τον ιδιωτικό αστυνομικό που μου είχε αφήσει την κάρτα του, ψάχνοντας για το κορίτσι από την Κύπρο που είχε ενταχθεί στο Μαύρο Ρόδο. Το θυμάσαι;»

«Ναι, το θυμάμαι», απάντησε ο Άγγελος. Το μυαλό του πήγε κατευθείαν στη μικρή ράθυμη κοπέλα που σερνόταν σαν φίδι στο χαλί, μιλώντας του για τον σκοτεινό θεό της.

«Αυτόν θα καλέσουμε», είπε ο παλαιοπώλης, κατεβάζοντας όλο το κονιάκ μονοκοπανιά, κουρασμένος από την προσπάθεια να συγκεντρώσει τη σκέψη του στην ιδέα που στριφογύριζε στο κεφάλι του. Κατάπιε, σκούπισε τα χείλη του και συνέχισε:

«Εμείς είμαστε όλο θεωρία. Αυτός γνωρίζει την πράξη της κατάστασης. Αυτόν θα καλέσουμε να μας βοηθήσει. Θα ζητήσει χρήματα μάλλον, αλλά έχω κάποιες οικονομίες. Πρωτίστως, ας τον πείσουμε να έρθει εδώ και βλέπουμε», είπε αλαφιασμένος και μπήκε μέσα για να βρει την καταχωνιασμένη κάρτα με τον αριθμό του τηλεφώνου του.

Ο Γιώργος έχωσε το χέρι του βαθιά στην τσέπη του παντελονιού κι έβγαλε τα πενήντα χιλιάρικα που του είχε προσφέρει ο Άγγελος ως αμοιβή.

«Άγγελε, είχα σκοπό να στα επιστρέψω, έτσι κι αλλιώς. Ό,τι έκανα, το έκανα ως φίλος. Κράτησέ τα. Θα χρειαστούν».

«Μην ανησυχείς. Έχω να προσφέρω στον ντετέκτιβ μας πολύ μεγαλύτερη αμοιβή. Πάρα πολύ μεγαλύτερη».

«Τον βρήκα τον αριθμό», φώναξε ο παλαιοπώλης με την τσαλακωμένη κάρτα του ντετέκτιβ στο χέρι.

«Ωραία. Ας έρθει να μας βοηθήσει. Όμως δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο πρέπει να πληρωθεί. Δεν θα του αναθέσουμε καμιά υπόθεση. Απλώς θα ζητήσουμε πληροφορίες για το τι συμβαίνει σε όσους χαλάνε τη σχέση τους με το Μαύρο Ρόδο και κυρίως τι μπορεί κανείς να πράξει για να ξεκόψει».

«Άγγελε, δεν ξέρω τι έχεις πάθει. Ή μάλλον ξέρω. Τρελάθηκες εντελώς. Δεν χάλασες τη σχέση σου με την Αίρεση, της έβαλες φωτιά και την έκαψες. Αν υπάρχει κάποιος τρόπος κι αν μας ζητήσει χρήματα, θα τα δώσουμε».

«Θα του δώσουμε κάτι πολυτιμότερο».

«Τι;»

«Το κορίτσι από την Κύπρο που ψάχνει».

«Δεν είμαστε σίγουροι ότι είναι η ίδια».

«Είναι σχεδόν απίθανο να είναι τόσο μεγάλη η σύμπτωση».

«Ας έρθει εδώ και τα υπόλοιπα έπονται».

Ο παλαιοπώλης αποχώρησε για να τηλεφωνήσει. Δεν τον σταμάτησε ούτε η προχωρημένη ώρα ούτε το γεγονός ότι έπρεπε να εξηγήσει τα ανεξήγητα σε έναν άνθρωπο που είχε δει μια φορά κι είχε να μιλήσει χρόνια μαζί του. Άναψε ένα λαμπατέρ για να βλέπει καλύτερα. Τα μάτια από τα βαλσαμωμένα κτήνη ζωντάνεψαν. Ο παπαγάλος έγειρε το κεφάλι κι έμεινε έτσι να τους κοιτάζει. Τα δυο αγόρια συνέχισαν να πίνουν κονιάκ. Ο Γιώργος είχε πάρει τη φωτογραφία στο χέρι και, στερεώνοντας τις χάρτινες ακμές της στις ψίχες των δακτύλων του, την περιεργαζόταν χαζεύοντας τα τρία εξάρια. Ο Άγγελος χάιδευε την ουλή του εγκαύματος με το ένα χέρι ενώ με το άλλο ξεμπέρδευε την κοτσίδα που είχε πήξει από τον ιδρώτα, τους καπνούς και τα αίματα, έχοντας την τάση να την τραβήξει για να κοπεί.

Ο παλαιοπώλης επίστρεψε δείχνοντας κατάκοπος λες και είχε βγει από πυγμαχικό αγώνα.

«Έρχεται».

Ένας κτύπος ακούστηκε πάνω στο τζάμι, βγάζοντας και τους τρεις από την περισυλλογή και τη ραστώνη της αϋπνίας. Ο παλαιοπώλης πήγε να ανοίξει. Τα δυο αγόρια δεν έβλεπαν καλά τι γίνεται. Άκουσαν την πόρτα να κλειδώνει.

«Καλησπέρα σας», είπε ο ντετέκτιβ όταν τους εμφανίστηκε από το ημίφως του μαγαζιού.

«Ονομάζομαι Βασίλης Γρηγορίου», συστήθηκε, δίνοντας και στους δυο το χέρι για χειραψία.

«Καθίστε. Έρχομαι σε μισό λεπτό. Σε μερικές ώρες ξημερώνει οπότε καλού κακού…» είπε ο παλαιοπώλης, πήρε ένα χαρτόνι, έγραψε “για τρεις ημέρες” και το κόλλησε κάτω από την ταμπέλα “ΚΛΕΙΣΤΟΝ” αφού την έστρεψε να κοιτάζει προς τον δρόμο. Όταν γύρισε, τον βρήκε να κρατάει το ποτήρι με το κονιάκ που του είχαν προσφέρει τα παιδιά.

«Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν».

«Με όλα όσα άκουσα κι επειδή δεν έχω κανέναν λόγο να θεωρήσω ότι πρόκειται περί φάρσας, έχω να σας πω ότι η πάσα αλήθεια είναι πως καλά κάνετε και φοβάστε, αλλά…»

«Εγώ δεν φοβάμαι», δήλωσε ο Γιώργος.

«Ούτε εγώ», συμφώνησε ο Άγγελος.

«Θα πάψετε επιτέλους;» τους μάλωσε ο παλαιοπώλης.

«… αλλά, όπως εξήγησα στον κύριο Σταμάτη πριν έρθω», συνέχισε ο Γρηγορίου αφού ταξίδεψε το βλέμμα του και στους τρεις με τη σειρά που μίλησαν «δεν ξέρω αν έχω τη δυνατότητα να σας βοηθήσω στον βαθμό που χρειάζεστε. Οι περισσότεροι από όσους έχουν απευθυνθεί στο γραφείο μου συνεχίζουν να αγνοούνται, όπως συμβαίνει παγκοσμίως με όλα τα θύματα της Αίρεσης. Από τους ελάχιστους που κατορθώσαμε να εντοπίσουμε, άλλοι νοσηλεύονται σε ψυχιατρεία κι άλλοι κατέφυγαν σε μοναστήρια. Η Αίρεση δεν αποτελείται από ηλίθιους. Δεν σκορπάνε πτώματα, διότι τα πτώματα αφήνουν ίχνη. Δεν προκαλούν γενικώς. Πιστεύω πως αυτοί που αγνοούνται, το κάνουν με τη θέλησή τους επειδή δεν θέλουν να εγκαταλείψουν το Μαύρο Ρόδο. Εν ολίγοις, η ενασχόλησή σου με όλο αυτό ήταν από την πρώτη στιγμή απερίσκεπτη», είπε απευθυνόμενος στον Άγγελο που δεν είχε πάψει να τον περιεργάζεται. Είχε μια φωνή τόσο βαθιά που θα μπορούσε να τους υπνωτίσει και του έκαναν εντύπωση οι άψογα τακτοποιημένες γκρίζες τρίχες που φύτρωναν ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά του.

«Εγώ στη θέση σου θα ενημέρωνα την οικογένειά μου κι ύστερα την αστυνομία. Δεν τους φοβούνται. Άλλωστε, σίγουρα κάποια μέλη της θα τους ανήκουν. Όμως κανείς δεν θέλει μπερδέματα με τους αστυνομικούς. Στο εξωτερικό πολλοί από τους μετανοημένους βγήκαν και μίλησαν δημοσίως στην τηλεόραση για την περιπέτειά τους. Είναι τεράστια κάλυψη, αλλά στην Ελλάδα δεν ξέρω αν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να αποδεχτεί το κοινό μια τέτοια πραγματικότητα, ούτε αν υπάρχει τόσο γενναίος δημοσιογράφος για να ασχοληθεί με το θέμα».

«Άρα τι προτείνετε, κύριε Γρηγορίου;» τον ρώτησε γεμάτος πανικό ο παλαιοπώλης.

«Να φύγεις, Άγγελε. Κρύψου για ένα χρόνο κάπου κι από ‘κει και πέρα, βλέποντας και κάνοντας. Όσα άκουσα από εσένα τους εκθέτουν μεν, αλλά είναι δύσκολο να γίνουν πιστευτά. Αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους. Εύκολα μπορεί να σε μετατρέψουν τα ίδια σου τα λεγόμενα σε τρελό. Ξέρουν τι κάνουν, σε ποιον εκτίθενται και για ποιον λόγο. Μόνος σου ανάφερες πως σε αποκαλούσαν “εκλεκτό”. Οπότε σε είχαν διαλέξει για κάποιον δικό τους απροσδιόριστο λόγο. Ίσως στη συνάντηση των Μεγάλων να τους αιφνιδίασες, διότι μπορεί κανείς να προβλέψει τα πάντα αλλά όχι την απερισκεψία της στιγμής. Μάλλον υποτίμησαν τις ικανότητες σου. Ή και όχι…»

«Δηλαδή;»

«Εικασίες κάνω. Έχεις σκεφτεί πως ίσως τους εξυπηρέτησες με το μικρό σου μακελειό;»

Ο Άγγελος αγνόησε την ερώτηση. Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η εκδοχή.

«Να φύγω να πάω πού;».

Έξω στο δρόμο ακούστηκαν οι ρόδες από το πλανόδιο μαγαζάκι που έσπρωχνε ο σαλεπιτζής για να πάει να στηθεί στο πόστο του, διαλύοντας την ησυχία της προσήλωσής τους. Το φως της ημέρας έπεσε απότομα στην αυλή, ξυπνώντας την κούρασή τους.

«Αυτό θα το βρούμε στην πορεία. Προς το παρόν θέλω να μιλήσουμε για την κοπέλα που πιστεύεις πως είναι αυτή που αναζητώ. Τα χαρακτηριστικά της ομοιάζουν, όπως όλη η περιγραφή που έκανες. Σου έφερα μια φωτογραφία της».

Την έσπρωξε προς το μέρος του Άγγελου. Ένα γλυκό κορίτσι με κοτσιδάκια πόζαρε στον φακό με όλη την ανεμελιά της εφηβείας, αλλά στα μάτια της σπινθήριζε η μοχθηρία ενός πλάσματος της ζούγκλας. Το τρομακτικό όμως δεν ήταν αυτό, αλλά ότι το κορίτσι που είδε ο Άγγελος αποτελούσε την τερατωδώς παραμορφωμένη όψη του χαμένου κοριτσιού που είχε εκφυλιστεί από τη διαστροφή διατηρώντας τη μοχθηρία λαμπερή στο βλέμμα της.

«Αυτή είναι».

«Τότε πρέπει να βιαστούμε. Δεν μπορεί να πάρει αναβολή. Οι γονείς της δεν έπαψαν ποτέ να ελπίζουν. Εξακολουθούν να με πληρώνουν κάθε φορά που με επισκέπτονται γεμάτοι ικεσία. Θα στηθώ έξω από το κτίριο κι όποτε εμφανιστεί θα την…αρπάξω».

«Και πού θα την πάτε;»

«Υπάρχει στην πατρίδα μας ένα μέρος για ανθρώπους που έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου από όλων των ειδών τις αιρέσεις. Δεν είναι το μοναδικό. Υπάρχουν αρκετά σε όλον τον κόσμο, αλλά δρουν υπό πλήρη μυστικότητα. Βρίσκεται σε ένα βουνό, κοντά σε ένα ξεχασμένο χωριό. Άλλοι επανέρχονται, άλλοι υποκρίνονται πως άλλαξαν νου και λίγο καιρό μετά την απελευθέρωσή τους επιστρέφουν στις αιρέσεις τους. Όπως και να έχει, δικαιούται μιαν ευκαιρία, αν κι η προσωπική μου γνώμη είναι πως θα αποβεί μάταιη η προσπάθεια. Η αλλαγή της θρησκευτικής πίστης ίσως και να μπορεί να καταπολεμηθεί, αλλά το να είσαι μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας που θυσιάζει ανθρώπους βαφτίζοντας τα μέλη της στο αίμα τους εις το όνομα του Σατανά, δεν νομίζω ότι είναι αναστρέψιμη κατάσταση».

«Προσφέρομαι να βοηθήσω», είπε ο Γιώργος, όμως ο Άγγελος δίστασε.

«Θα σε χρειαστώ σίγουρα», είπε αποδεχόμενος την προσφορά του. «Λοιπόν, κύριοι. Χρονοτριβούμε. Θα λείψω για λίγη ώρα. Πρέπει να φέρω ένα μικρό φορτηγό».

Οι άλλοι τρεις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απορημένοι.

«Ακούστε πώς θα γίνει για να καταλάβετε. Θα στηθούμε κοντά στο κτίριο που μας είπε ο Άγγελος και θα περιμένουμε».

«Πόσο;» ρώτησε ο Γιώργος έχοντας ήδη μπει στον ρόλο του βοηθού.

«Όσο χρειαστεί. Το ιδανικό θα ήταν να είμαστε τρεις…» είπε με νόημα κάνοντας μιαν μικρή παύση, αλλά ο Άγγελος δεν έδειξε καμιά προθυμία. «…ώστε να αλλάζουμε βάρδιες μεταξύ μας. Όταν τη δούμε να βγαίνει, θα ορμήσουμε επάνω τους και θα την αποσπάσουμε. Σίγουρα θα δημιουργηθεί επεισόδιο, αλλά δεν πρέπει να σταματήσουμε για κανέναν λόγο. Θα τη βάλουμε στο φορτηγό και τα υπόλοιπα είναι δουλειά δική μου και των γονιών της. Είμαστε σύμφωνοι, κύριοι;»

Ο παλαιοπώλης ένευσε καταφατικά, αν και σε όλο του το πρόσωπο ήταν γραμμένη η αμφιβολία. Είχε αφήσει να τον παρασύρει η ταχύτητα της κατάστασης και το μέλημά του να προστατεύσει τον Άγγελο δεν τον άφηνε να δει καθαρά. Ο Γιώργος σήκωσε το ποτήρι του ψηλά κατενθουσιασμένος, αλλά ο Άγγελος έμεινε αμέτοχος της συμφωνίας.

«Να το σώσουμε το κορίτσι. Κι εγώ θέλω να το βγάλουμε από εκείνη τη μαύρη τρύπα. Θέλω να κάνω κάτι να εξιλεωθώ για όσα προκάλεσα στον εαυτό μου και για όσα είδα να συμβαίνουν χωρίς να αντιδράσω. Θέλω να συνεχίσω να τους χτυπάω αλλά δεν καταλαβαίνω με ποιον τρόπο η διάσωση του κοριτσιού θα με βοηθήσει να ξεφύγω από το ανθρωποκυνηγητό που όπως μου λέτε θα εξαπολύσουν εναντίον μου;»

Ο παλαιοπώλης τινάχτηκε. Ναι, ναι, αυτό ήθελε να μάθει κι ο ίδιος.

«Φαίνεται πως δεν ήμουν σαφής και γι’ αυτό δεν έγινα κατανοητός. Δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής, Άγγελε. Όπως σου είχε πει ο… πώς έλεγαν τον τύπο που σε μύησε;»

«Σωτήρη».

«Όπως σου είχε πει ο Σωτήρης, εκείνος κατόρθωσε να ξεφύγει, αν και θα μου επιτρέψεις να πω πως δεν το γνωρίζουμε σίγουρα και πως ίσως ήταν ένα κόλπο να σε προσελκύσουν με τον δικό σου τρόπο, επειδή πήρες εσύ τη θέση του. Εγώ δεν έχω ξανακούσει τέτοια τακτική. Οπότε, αυτό που θα σου πρότεινα, και που μπορώ να σου παρέχω, είναι να βρούμε ένα ασφαλές μέρος να κρυφτείς και στην πορεία, βλέποντας και κάνοντας, όπως προείπα».

«Αν χρειάζονται χρήματα…»

Ο Γιώργος έσπρωξε τα πενήντα χιλιάρικα προς το μέρος του ντετέκτιβ.

«Ας θεωρηθεί αυτό το ποσό ως προκαταβολή και θα βρούμε κι άλλα. Συν ότι θα βοηθήσω με το κορίτσι χωρίς αμοιβή».

Ο ντετέκτιβ έβαλε τα γέλια, κάνοντας τους να νιώσουν περίεργα.

«Θα τα βρούμε. Κύριοι, σας αφήνω προς το παρόν. Θα επιστρέψω σε τρεις ώρες. Ελπίζω να σας βρω έτοιμους. Χάρηκα για την γνωριμία σας και εύχομαι καλή επιτυχία στην αποστολή μας».

Το κουδουνάκι της πόρτας χτύπησε σημαίνοντας τη σιωπή που επρόκειτο να ακολουθήσει. Κανείς τους δεν μιλούσε.

«Κάποιος πρέπει να βγει να αγοράσει εφημερίδα. Να μάθουμε αν έγραψαν κάτι για τα χθεσινά», μίλησε επιτέλους ο Γιώργος κι ετοιμάστηκε να φύγει.

Το τηλέφωνο του έκοψε την φόρα.

«Να απαντήσουμε;» ρώτησε όρθιος όπως ήταν.

«Ναι, πρέπει. Μπορεί να είναι ο Γρηγορίου», είπε ο παλαιοπώλης διστακτικά.

«Εμπρός».

«Εξαιρετικοί οι Αδελφοί Καραμάζοφ»

«Ορίστε;»

«Λέω, η έκδοση που αγόρασα από το κατάστημά σας ήταν εξαιρετική. Ήθελα να σας το πω και να σας ευχαριστήσω. Τώρα που το διάβασα, μπορώ να το χαρίσω στον εκλεκτό ανιψιό μου για τον οποίο το είχα πάρει εξ’ αρχής. Μήπως θα μπορούσα να του μιλήσω, παρακαλώ;»

«Δεν σας καταλαβαίνω».

«Με καταλαβαίνετε μια χαρά και θα σας ζητήσω να μην παίξουμε αυτό το παιχνίδι. Μετά βίας συγκρατώ την οργή μου. Ζητήστε του να έρθει στο ακουστικό, παρακαλώ».

Ο παλαιοπώλης κάλυψε το ακουστικό με το χέρι του για να μην ακουστεί.

«Άγγελε, σε ζητούν. Είναι εκείνος. Ξέρει πως είσαι εδώ. Τι θα κάνεις;»

Ο Άγγελος πλησίασε και πήρε το ακουστικό από τον φίλο του.

«Ακούω».

«Με στενοχωρεί που πρέπει να κάνουμε αυτήν τη συζήτηση. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Δεν έχεις αγγίξει το βαθύτερο νόημα όσων μυστικών μοιράστηκα μαζί σου, ούτε έχεις επιτρέψει να σε εξυψώσει η εμπειρία σου κοντά μας. Σου δήλωσα πολλές φορές πως είσαι ο Εκλεκτός. Ούτε αυτό συνειδητοποίησες τι σημαίνει. Κι όλα αυτά επειδή δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου. Είσαι ελεύθερος πλέον, Άγγελε. Έχεις το λόγο μου πως δεν θα σε πειράξει κανείς. Ούτε εσένα ούτε κανέναν από τους ανθρώπους που θεωρείς δικούς σου. Αθέτησες τη συμφωνία μας, αλλά εγώ θα σε περιμένω. Όταν θα είσαι έτοιμος, η αγκαλιά της Εκκλησίας μας θα είναι ορθάνοιχτη».

Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα του σαν καρφιά.

Ο Άγγελος καταράστηκε την ικανότητα που είχε η φωνή του να διεισδύει στο μυαλό και την ψυχή του αναστατώνοντάς τον με τέτοιο τρόπο ώστε να αμφισβητεί τα πάντα σε βαθμό που να νιώθει συμπάθεια για εκείνον. Ήταν σαν να μοιραζόταν το αίσθημα της δυστυχίας και της ερημιάς του.

«Το υλικό;» ρώτησε δειλά για να μην του δώσει την ευκαιρία να πιαστεί από τα λόγια του.

«Κράτησέ το. Το αισθητήριό μου διαθέτει ανιχνευτή ψεύδους, Άγγελε. Και σιχαίνομαι τους ψεύτες κι όσους φαντάζονται ότι μπορούν να με κοροϊδέψουν. Λες να πίστεψα έστω και μια λέξη από όσα μου είπες;»

Ο Άγγελος παρέμεινε βουβός.

«Συνεχίστε τις έρευνές σας. Το μυστικό για τα φρεάτια δεν θα το ανακαλύψετε ποτέ. Είχες την ευκαιρία να ανεβείς πολύ ψηλά και την κλότσησες, αλλά θα σε περιμένουμε», επανέλαβε. «Θα σου στείλω το βιβλίο ως δώρο. Απεχθάνομαι τους αποχαιρετισμούς».

«Τελειώσαμε;»

« Όχι, Άγγελε. Τώρα αρχίζουμε».

Η γραμμή σώπασε πριν ακουστεί το βουητό του κλεισίματος.

Ο Άγγελος επίστρεψε στο τραπέζι κι εξήγησε στους άλλους τι ειπώθηκε στο τηλεφώνημα.

«Δεν τον πιστεύω», είπε ο Γιώργος.

«Εγώ τον πιστεύω. Δεν τον καταλαβαίνω, αλλά τον πιστεύω».

«Κι εγώ», είπε ο παλαιοπώλης.

Τρεις ώρες μετά

«Θεωρώ πως είστε θύματα υποβολής. Σας χειρίζεται σαν μαριονέτες. Ο ένας υποβάλει τον άλλον κι αυτός επωφελείται των αποτελεσμάτων», είπε επικριτικά ο ντετέκτιβ όταν έμαθε τι ειπώθηκε στο τηλεφώνημα.

«Ας πηγαίνουμε όμως. Δεν έχουμε δικαίωμα να σπαταλάμε τον χρόνο της κοπέλας. Γιώργο, θα χρειαστεί να έχεις μαζί σου κάποιο μέσο προστασίας. Το μαχαίρι δεν αρκεί», τον ενημέρωσε κάνοντας στην άκρη το δερμάτινο σακάκι για να φανεί το όπλο του. Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι καταφατικά, πήρε το πιστόλι που του έδωσε και το έχωσε στο παντελόνι, σκεπάζοντάς το με τη μπλούζα του.

«Με αυτά τα ρούχα θα δώσεις στόχο. Σου έφερα να αλλάξεις στο φορτηγό. Θα φορέσεις και σκούφο για να καλύψεις το μαλλί σου. Εντάξει;»

Ο Γιώργος ένευσε και πάλι δεκτικά.

«Περίφημα. Θα τηλεφωνήσω στο τρίτο άτομο που θα μας βοηθήσει και μόλις φτάσει, φεύγουμε αμέσως».

Ο Άγγελος είχε σκαλώσει το βλέμμα του στα παντοφλέ παπούτσια του ντετέκτιβ. Του θύμιζαν το ντύσιμο που έκανε ο πατέρας του όταν πήγαινε στο καζίνο. Χάιδεψε την ουλή του. Παρακαλούσε τη Φωνή να ξυπνήσει και να ουρλιάξει, ώστε να τον διευκολύνει για να νικήσει τον αναίτιο ενδοιασμό που είχε και τον απέτρεπε από το να τους ακολουθήσει, αλλά το Φίδι που ζούσε στην ψυχή του είχε κουλουριαστεί χορτασμένο από το αίμα και τη φωτιά που είχαν σκορπίσει.

Κάτι του έφταιγε. Δεν του άρεσε που θα άρπαζαν το κορίτσι παρά τη θέλησή του. Δεν του άρεσε ούτε ο εαυτός του που σκεπτόταν έτσι. Δεν του άρεσε που θα συμμετείχε σε κάτι εκτός της δικής του αποστολής. Είχε κουραστεί από την ανισορροπία και την αντίφαση του εγκεφάλου του. Έπρεπε όμως να το φτάσει ως το τέλος το παιχνίδι.

«Μην τηλεφωνήσεις σε κανέναν. Θα έρθω εγώ μαζί σας», είπε χαμηλώνοντας τα μάτια από διπλή ενοχή˙ αισθανόταν τις πιο παράξενες τύψεις απέναντι στον συνονόματό του κι απέναντι στον εαυτό του για την συμπάθεια που ήταν ικανός να του δείξει.

Συνεχίζεται

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά