“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 15: Ο τρόμος

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Ο ιδρώτας δεν εγκατέλειπε καθόλου το πρόσωπό του. Το σώμα του παρέμενε σφιγμένο από την ένταση του άγχους που δεν υποχωρούσε ούτε στιγμή. Τις νύχτες, όταν ξάπλωνε, τεντωνόταν κάθε του μυς κάνοντας το κορμί του ν’ αποκτήσει μια άτεγκτη θέση της λεκάνη προς τα επάνω, σαν να δεχόταν μονίμως ηλεκτρισμό από αόρατα καλώδια που τον τίναζαν ψηλά. Κοιμόταν και ξυπνούσε φοβισμένος. Κάθιδρος και κυριαρχημένος από φόβο. Ο εφιάλτης του ανυποχώρητου φόβου ήταν χειρότερος από αυτούς που τον καταδίωκαν στα όνειρά του. Όποια απόπειρα έκανε να κοιμηθεί είχε ως αποτέλεσμα το ίδιο όνειρο˙ τον εαυτό του να προσπαθεί να ξεφύγει από το δάσος, αλλά τελικά να καταλήγει στην καρδιά της τελετής, βουτηγμένος στο αίμα του ανθρώπου που είχαν θυσιάσει. Το στομάχι του είχε δεθεί σε έναν άλυτο κόμπο που του προκαλούσε αηδία για όλα, σκορπίζοντας μιαν πρωτόγνωρη μελαγχολία στην ψυχή του που απελπισμένη πάλευε να σωθεί.

Πριν ανοίξει τα μάτια του από τον ύπνο, ο τρόμος τον κατέκλυζε θυμίζοντάς του την απελπισία που θα τον περικύκλωνε μέχρι να κατορθώσει να ξανακοιμηθεί και την ωμότητα του Κακού που τον περίμενε εκεί έξω για να τον δολοφονήσει. Του την είχε στημένη. Κάποτε θα έπαυε να κρύβεται, θα έβγαινε από την κρυψώνα του και τότε ο κίνδυνος θα τον γράπωνε για να τον παραδώσει στο τέλος. Ο Δαίμονας θα κατέβαινε από τον ουρανό σαν αετός που ψάχνει τροφή και θα τον έσερνε στη φωλιά του για να γευτεί τα σωθικά του.

Όταν κατόρθωνε να ανοίξει τα μάτια του, το πρώτο πράγμα που αντίκριζε ήταν η σκιά του φωτιστικού στο ταβάνι, η οποία γεννιόταν από το πλαϊνό φως του παραθύρου. Δημιουργούσε μια μαύρη σφαίρα στην άκρη της σκιερής γραμμής που σχημάτιζε το καλώδιο. Το κοιτούσε για ώρες μουδιασμένος στην κλίνη που φιλοξενούσε την παράνοιά του. Έμοιαζε με σκοινί που κρατούσε το κεφάλι κρεμασμένου. Το δικό του κεφάλι. Έβλεπε αυτήν τη σκιά σαν το υπερφυσικό μήνυμα της Αίρεσης που ξεπηδούσε από το σκότος υποδεικνύοντας τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει για να ξεμπερδέψει. Τη νύχτα δημιουργούνταν η ίδια σκιά από το ημίφως του αμπαζούρ˙ έμοιαζε με μαύρη οπή εξόδου από την Κόλαση κι όλο περίμενε πως κάποιο παραμορφωμένο τρωκτικό θα ξεπηδήσει από το λαγούμι και θα προσγειωθεί στο στέρνο του για να του ροκανίσει τον λαιμό. Την επόμενη βραδιά το τρωκτικό θα καραδοκούσε να φυτρώσει η σάρκα του για να την δαγκώσει ξανά έως ότου μαρτυρήσει την υποταγή του και γυρίσει στην σατανιστική λατρεία, θεληματικά.

Δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Η γενναιότητα, η τόλμη, το θάρρος κι η περιφρόνηση που έδειχνε πριν στον κίνδυνο είχαν αντικατασταθεί από ένα είδος αγωνίας που τον κατέτρωγε, έχοντας σκοπό να μην απομείνει τίποτα από τον παλιό του εαυτό. Τον έσπρωχνε να κατεβάσει τα όπλα και να παραδοθεί ηττημένος ώστε να διασώσει τα ερείπια της ζωής του για να μπορέσει να επιβιώσει, περισώζοντας την ύπαρξη του που μετά την διαφυγή του από το δάσος είχε γίνει πολύτιμη.

Το τηλέφωνο κουδούνισε κι ο Άγγελος χώθηκε στα σκεπάσματα. Περίμενε να σταματήσει το κουδούνισμα. Σταμάτησε απότομα κι έπειτα από μια μικρή παύση ξεκίνησε πάλι να χτυπάει. Κάλυψε το κεφάλι του με το μαξιλάρι και τα μάτια του βούρκωσαν από το σφίξιμο και τον εκνευρισμό.

«Σταμάτα να χτυπάς, καταραμένο» κλαψούρισε.

Το τηλέφωνο υπάκουσε, σταμάτησε μονάχα για να του επιτρέψει μιαν ανάσα κι επιτέθηκε από την αρχή. Όποιος καλούσε, ήξερε πως είναι μόνος. Του τηλεφωνούσαν μονάχα όταν ήταν μόνος. Δεν μιλούσαν. Το έκλειναν. Όταν απαντούσε, ένιωθε να τον συνδέουν οι μικρές μαύρες τρύπες του ακουστικού με το έρεβος που βρισκόταν από την άλλη μεριά και τη σιωπή της γραμμής να τον απειλεί ότι θα τον καταπιεί. Άλλες φορές αρκούνταν να επαναλαμβάνει τη λέξη “ναι” ώσπου να ακούσει τον ήχο του τερματισμού κι άλλες φορές έβριζε φτύνοντας σάλια από τη μανία. Την τελευταία φορά που είχε σηκώσει το ακουστικό, τους ρώτησε «τι θέλετε επιτέλους από μένα;» παίρνοντας για απάντηση το γέλιο κάποιου που ευχαριστιόταν την υστερία που του προκαλούσε.

«Σταμάτα να χτυπάς, σταμάτα, σταμάτα. Σε ικετεύω να σταματήσεις» ούρλιαζε κουκουλωμένος όταν ένα χέρι επιχείρησε να τραβήξει τα σκεπάσματα. Πετάχτηκε με το πρόσωπο κατακόκκινο και τα μάτια του πρησμένα, έτοιμος να πολεμήσει για τη ζωή του, αρπάζοντας το χέρι από τον καρπό με σκοπό να το τσακίσει. Η αδερφή του, τον κοιτούσε κατατρομαγμένη.

«Άγγελε, τι έχεις πάθει;» τον ρώτησε. Τα θολά του μάτια άργησαν να την αναγνωρίσουν. Όταν συνειδητοποίησε την εικόνα της, η λαβή του χαλάρωσε και το χέρι της κινήθηκε καθησυχαστικά προς το πρόσωπο του, σκουπίζοντάς του με στοργή το μέτωπο από τον ιδρώτα. Κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι κι εκείνος χώθηκε στην αδερφική αγκαλιά ξεσπώντας σε λυγμούς.

«Βοήθησέ με» της είπε εκλιπαρώντας. Η Έφη τον άφησε να κλάψει μέχρι που δεν μπορούσε άλλο κι όσο του χάιδευε τα μαλλιά, του ζήτησε να της μιλήσει με τον όρκο πως δεν θα έλεγε τίποτα σε κανέναν.

«Τι ώρα είναι;»

«Οκτώ. Μόλις γύρισα από το σχολείο».

«Δηλαδή είναι νύχτα;»

«Ναι».

«Δεν θα κυκλοφορήσεις μόνη σου τέτοια ώρα. Θα πω στον μπαμπά να έρχεται να σε παίρνει με το αυτοκίνητο».

«Έχεις να τον αποκαλέσεις “μπαμπά” από τότε που πήγαινες στο Δημοτικό. Μίλησέ μου, σε παρακαλώ. Τι σου συμβαίνει;»

Ο Άγγελος σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στην μπαλκονόπορτα. Τράβηξε την κουρτίνα κι έλεγξε τον εξωτερικό χώρο για να δει αν τους παρακολουθεί κανείς. Ο στύλος στην γωνία, με τη λάμπα να μακραίνει τη σκιά του σε όλο το πεζοδρόμιο, έστεκε ολομόναχος κι άδειος. Σκιές παντού. Περικυκλωμένος από σκιές πάλευε να βρει σωτηρία. Ο λαβύρινθος του μυαλού του, που τον έριχνε σε καταληψία, είχε βρει, χάρη στη δική του απερισκεψία, τον τρόπο για να απλώσει τους δαιδαλώδεις διαδρόμους του στον υπαρκτό κόσμο.

«Είδες κανέναν περίεργο τύπο τώρα που ερχόσουν;»

«Όχι, δεν πρόσεξα κανέναν».

«Μήπως υπήρχε κάποιος στον τηλεφωνικό θάλαμο στη γωνία;»

«Όχι, κανείς. Άγγελε, με τρομάζεις. Τι έχει γίνει; Μέρες τώρα είσαι κλεισμένος στο δωμάτιό σου και το μόνο που κάνεις είναι να κοιμάσαι. Δεν τρως τίποτα. Η μαμά νομίζει ότι είναι από τις συνηθισμένες σου φάσεις. Δεν μιλάει επειδή προτιμά να είσαι σπίτι από το να χάνεσαι και να μην ξέρει αν θα γυρίσεις, αλλά εγώ δεν σε έχω δει ποτέ πριν σε αυτά τα χάλια. Ούτε καν τότε που σε χτύπησε ο πατέρας», είπε και δαγκώθηκε, καταλαβαίνοντας πως είχε ξεστομίσει το απαγορευμένο παρελθόν του σπιτιού που ποτέ δεν ανέφερε κανείς μπροστά στον αδερφό της.

Ο Άγγελος έτριψε το πρόσωπο του με τα δυο του χέρια για να συνεφέρει τον εαυτό του κι ύστερα, αφού το σκέφτηκε σκαλίζοντας την ουλή του, την πλησίασε, πήρε την παλάμη της, τη φίλησε και της απάντησε:

«Έμπλεξα άσχημα, μικρή»

«Δηλαδή;»

«Δεν μπορώ να σου πω».

«Κινδυνεύεις;»

«Δεν ξέρω».

«Κινδυνεύουμε όλοι;»

«Δεν νομίζω», ψέλλισε προσπαθώντας αποτυχημένα να είναι πειστικός.

«Θέλεις να φύγουμε μαζί για την Ψυχώρη; Να πάμε να κρυφτούμε στη θεία και στον θείο; Αυτοί ξέρουν πάντα τι να κάνουν».

«Δεν χρειάζεται. Θα το φροντίσω», της υποσχέθηκε συγκινημένος από την τρυφερότητά της και το εννοούσε, διότι η ανησυχία που έβλεπε στα μάτια της τον ταρακούνησε, δίνοντάς του να καταλάβει πως έπρεπε να αντιμετωπίσει όσα είχε δημιουργήσει.

Ένα μήνα μετά

Το αντίδοτο που είχε βρει για να θεραπεύσει τον τρόμο ήταν η αποδοχή του. Αποφάσισε να ζήσει στο παραλήρημα που αισθανόταν, καταπίνοντας κάθε μέρα και κάθε νύχτα μικρές δόσεις από το δηλητήριο, μέχρι να αποκτήσει ανοσία. Έτρεμε σαν το ψάρι όταν το τηλέφωνο χτυπούσε, αλλά επέμενε να το απαντά. Παρακολουθούσε συνεχώς ό,τι συνέβαινε έξω από το σπίτι και με δειλά βήματα συνόδευε τη μητέρα του στα ψώνια για να την προστατεύσει, παρόλο που πίστευε πως θα τους βρουν αιμόφυρτους στον δρόμο ανάμεσα σε σκορπισμένες σακούλες. Ζήτησε ακόμη από τον πατέρα του να τον παίρνει κάποιες φορές μαζί στη δουλειά όπου τα δευτερόλεπτα μπορεί να μετρούσαν την ανυπομονησία του ερχομού της ώρας που θα επιστρέψουν ασφαλείς στο σπίτι, όμως έτσι δάμαζε την ανασφάλεια που ένιωθε. Γνώριζε πως μπορεί κάποτε ο πατέρας του να του σκότωσε την ψυχή, όμως τώρα θα σκότωνε όποιον τολμούσε να τον πειράξει για να εξιλεωθεί κι ας μην είχαν ανταλλάξει ούτε μια λέξη συγγνώμης. Όταν η Έφη είχε πρωί σχολείο την άφηνε να γυρίζει μόνη της σπίτι ξέροντας πως στη διάρκεια της διαδρομής είχε παρέα της φίλες της. Ώσπου να τη δει να ξεπροβάλει στεκόταν στο παράθυρο με τα νύχια να του πληγώνουν τη σάρκα της γροθιάς του. Όταν ερχόταν η εβδομάδα της απογευματινής βάρδιας, πήγαινε και την έπαιρνε με το αυτοκίνητο.

Όλον αυτόν τον καιρό περίμενε τη στιγμή που θα ορμούσαν να τον βγάλουν από τη μέση. Τους περίμενε κάθε λεπτό, σε κάθε σημείο κι η αγωνία του καταλάγιαζε μονάχα μέσα στους τοίχους του σπιτιού του χωρίς να εξαφανίζεται ποτέ εντελώς. Κάρφωνε τα μάτια του ώρες στην πόρτα, ενώ η μητέρα του κι η αδερφή του κοιμόντουσαν κι εκείνος έβλεπε τηλεόραση με τον πατέρα του στο σαλόνι. Την κάρφωνε για να την κρατήσει κλειστή τρέμοντας πως μπορεί τα τέρατα του δάσους να τη σπάσουν και να μπουν, να τους κατασπαράξουν σκορπώντας τις σάρκες τους για να χορτάσουν την πείνα της νοσηρής διαστροφής τους.

«Πώς πήγε το μάθημα σήμερα, μικρή;» την ρώτησε καθώς περίμενε να δέσει τη ζώνη της για να ξεκινήσουν.

«Πάτωσα στα μαθηματικά. Μου φαίνεται πως θέλω να γίνω κομμώτρια. Πάμε να φάμε παγωτό;»

Ο Άγγελος ταράχτηκε. Δεν ήθελε να βγουν από το συνηθισμένο τους δρομολόγιο. Είχε αποδειχθεί άτρωτο. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Όσο έμενε στο πρόγραμμα, δεν τους πλησίαζαν. Τους προστάτευε η ρουτίνα. Δεν ήθελε να της χαλάσει χατίρι. Ήταν η αιτία που κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια του, έστω κι αν αυτά παρέπαιαν, προσπαθώντας να στηρίξουν έναν άνθρωπο που ζούσε σε τρομώδες παραλήρημα.

«Πάμε», της είπε χαμογελαστός κι έστριψε το τιμόνι. Έβαλε μουσική, επιστρατεύοντας την ικανότητά του να προσποιηθεί πως όλα είναι καλά για να το πιστέψει κι ο ίδιος. Η Έφη τραγουδούσε αμέριμνη το ιταλικό τραγούδι που ακουγόταν, χωρίς να γνωρίζει τα λόγια ούτε την γλώσσα, κι ο Άγγελος γελούσε μαζί της. Η καρδιά του αλάφρυνε. Κατάφερε να ηρεμήσει και να νιώσει ανακουφισμένος από τον φόβο για λίγο.

Ένα δυνατός γδούπος ακούστηκε, το αυτοκίνητο τραντάχτηκε σαν να το είχε κουνήσει σεισμός, ο Άγγελος γύρισε να κοιτάξει τι είχε γίνει και το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν μια μηχανή να φεύγει. Οι αναβάτες της φορούσαν μαύρες κουκούλες κι αυτός που καθόταν πίσω από τον οδηγό είχε τα πόδια στον αέρα με λυγισμένα τα γόνατα. Η πινακίδα ήταν λασπωμένη κι αυτό έφερε στη μνήμη το χώμα του δάσους που έσκαβαν τα πόδια του όταν έτρεχε να γλιτώσει. Είχαν κλωτσήσει το αυτοκίνητο. Επίτηδες. Ο δρόμος δεν είχε κίνηση. Δεν ήταν στριμωγμένα τα αμάξια μεταξύ τους. Πέρασαν και το κλότσησαν επίτηδες για να δηλώσουν την παρουσία τους. Το χτύπημα επιβεβαίωνε πως τους παρακολουθούσαν. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του ώστε να μην καταλάβει τίποτα η αδερφή του. Το τράνταγμα αυτό ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που τον ταρακούνησε, όταν είχε δει την ανησυχία στα μάτια της. Όσο ο φόβος μεγάλωνε, μεγάλωνε στην ψυχή του κι ο πόθος της σωτηρίας. Τα τηλεφωνήματα ήταν η προαναγγελία της έναρξης του κυνηγιού και το σημερινό ήταν η διακήρυξή του.

«Αλήτες μηχανόβιοι», είπε με ύφος γέρου κάνοντας την Έφη να γελάσει προσπερνώντας το γεγονός. Συνέχισαν κανονικά τον δρόμο τους κι έφαγαν το παγωτό τους στο μαγαζί μαζί με τους υπόλοιπους πελάτες. Το μάτι του Άγγελου δεν εφησύχαζε καθόλου και σάρωνε διαρκώς τον περίγυρο, έχοντας την πλάτη του στον τοίχο και την αδερφή του στο πλάι του, έτοιμος να την προστατεύσει με νύχια και δόντια, αν χρειαζόταν.

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, το κουδούνισμα του τηλεφώνου ακουγόταν ως έξω στον δρόμο. Κλείδωσαν το αυτοκίνητο βιαστικά κι έτρεξαν να το προλάβουν.

«Μπορεί να είναι η μαμά και να μας θέλει κάτι. Τρέξε», τον πρόσταξε η Έφη και τον προκάλεσε να παραβγούν ως την πόρτα.

Μπήκαν στο σπίτι μαζί, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο για την νίκη χαχανίζοντας σαν μικρά παιδιά. Την ίδια ώρα που βίωνε τη ζεστασιά της αδερφικής αγάπης στην καρδιά του, ο Άγγελος γέμιζε το μυαλό του γρατσουνιές από τον ήχο του τηλεφώνου που τον καλούσε επιτακτικά για να του θυμίσει πως το μπλέξιμο του παραμόνευε κι έπρεπε να αναλάβει τη λύση του πριν πάθει κάποιος κάτι κακό. Άρπαξε το ακουστικό βγάζοντας γλώσσα στην αδερφή του που στραβομουτσουνιασμένη πετούσε τα παπούτσια της.

«Ναι», απάντησε τρέμοντας σύγκορμος κι ευχόμενος να είναι η μητέρα του. Η σιωπή ακύρωσε την ευχή του. Δεν μίλησε άλλο. Περίμενε. Ακούστηκαν κάτι φρικτά παράσιτα σαν να ουρλιάζουν φαντάσματα. Παύση. Το κενό πρόδιδε πως θα ακουστεί η φωνή του ανθρώπου που βρισκόταν στην άλλη μεριά της γραμμής.

«Έχεις αφήσει κάτι μισοτελειωμένο, Άγγελε».

Η χροιά ακούστηκε γνώριμη.

«Ναι, Άγγελε. Σωστά μάντεψες. Εγώ είμαι, ο συνονόματος σου. Τι κάνεις; Πολύ χαίρομαι που σε ακούω, φίλε μου».

Ο Άγγελος καταράστηκε την οικειότητα και τη γαλήνη που μετέδιδε η φωνή του, διώχνοντας όλο τον φόβο μακριά.

«Με συγχωρείς για τα βουβά τηλεφωνήματα… να… ξέρεις… εδώ που βρίσκομαι δεν έχει καλή σύνδεση. Ζω σε υπόγειο, βλέπεις. Σου μιλούσα. Εσύ δεν με άκουγες».

«Τι θέλετε από μένα;» είπε προσέχοντας να μην ακουστεί.

«Κατάλαβα. Έχεις θυμώσει. Κι αν κρίνω από τον τόνο της φωνής σου και φοβάσαι και δεν μπορείς να μιλήσεις. Να επιστρέψεις θέλουμε, Άγγελε. Μας λείπεις».

«Αποκλείεται», αποκρίθηκε κοφτά και τελεσίδικα.

«Προτείνω να το συζητήσουμε φιλικά πίνοντας τσάι, όπως τότε. Τι λες;»

«Μείνετε μακριά μου», είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο νομίζοντας πως το χέρι του θα βγει από κάπου για τον αγγίξει γλυκά στον ώμο όπως τότε, παραπλανώντας τον ώστε να επιστρέψει με τη θέλησή του, αφού αλλιώς δεν θα είχε κανένα νόημα. Για κάποιον παράξενο λόγο υπάκουσαν κι έμειναν όντως μακριά. Όμως ήξερε πως δεν θα κρατούσε για πολύ καιρό.

Απρίλιος 1990, Μεγάλη Παρασκευή

Στο σπίτι επικρατούσε η γιορτινή ατμόσφαιρα υποδοχής του μεγάλου αδελφού από την Αγγλία. Ο Άγγελος θα προτιμούσε να ήταν το σπίτι βυθισμένο στο πένθιμο κλίμα που άρμοζε στη σημερινή ημέρα, όπως έκαναν από παλιά, αλλά η μητέρα του κι η αδερφή του μαγείρευαν από το πρωί ενθουσιασμένες για τον ερχομό του Βαγγέλη, κι ο πατέρας του έπινε μπύρες βλέποντας στην ΕΡΤ τις κλασσικές βιβλικές ταινίες. Ρουφούσε μπύρα αναμένοντας τον ξενιτεμένο του γιο, ενώ ο Γιουλ Μπρίνερ καταδίωκε ως Φαραώ τους Ιουδαίους στην έρημο κι ο Μωυσής άνοιγε με το ραβδί του τα κόκκινα νερά της θάλασσας για να δραπετεύσουν. Ο Άγγελος, ντυμένος στα μαύρα, αποσύρθηκε στο δωμάτιό του, πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Τράβηξε την κουρτίνα και προσήλωσε το βλέμμα του στον ουρανό. Το πρωί ξημέρωσε με ήλιο. Όπως κάθε χρόνο, όσο περνούσε η ώρα, τα σύννεφα μαζεύονταν για να τον σκεπάσουν και να θρηνήσει η φύση την ταφή του Θεανθρώπου. Έσπρωξε το τζάμι για να απολαύσει την ανακατεμένη μυρωδιά της Άνοιξης με την γλυκιά μελαγχολία της ημέρας. Ανυπομονούσε να νυχτώσει για να πάνε στην εκκλησία και να ακούσει τους ψαλμούς. Δεν αισθανόταν ότι ήταν άξιος ν’ ακολουθήσει τη δοξολογία. Ίσως να έμενε σπίτι. Θ’ αρκούνταν να περιμένει σαν μικρό παιδί που λαχταρά να δει το χιόνι, να πέσουν οι πρώτες σταγόνες βροχής, τα δάκρυα της Πλάσης για το δράμα της Σταύρωσης.

Χαρές και γέλια ακούστηκαν από το σαλόνι. Αποσπασμένος στη σκέψη του δεν είχε αντιληφθεί πως είχε φτάσει ο αδερφός του. Έπρεπε να πάει να τον καλωσορίσει και δυσκολευόταν. Για να συμφιλιωθεί με τον αδερφό του θα χρειαζόταν τεράστια δύναμη. Χάιδεψε την ουλή του εκδικητικά, θυμούμενος ακαθόριστα τον παλιό του εαυτό και σηκώθηκε.

Να τος! Ο μεγάλος αδερφός, ο σπουδάζων αδερφός! Το καλό τους παιδί! Τους αγκάλιαζε μοιράζοντας δώρα σε αντάλλαγμα της αγάπης τους κι όλοι τον κοιτούσαν με λατρεία, αγνοώντας πως ο Άγγελος ήταν αυτός που τους προστάτευε τόσο καιρό έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του ακόμη για να διορθώσει το λάθος του.

«Πού κρυβόσουν, μικρέ κι απαίσιε Κάιν;»

«Καλώς ήρθες, Βαγγέλη», του είπε με τα χέρια στις τσέπες για να γλιτώσει τη χειραψία.

«Ντυμένος, έτοιμος για την περιφορά βλέπω. Ε, βέβαια. Είναι η αγαπημένη σου ημέρα σήμερα, παπαδοπαίδι. Όχι ότι τις υπόλοιπες ημέρες φοράς κόκκινα βέβαια», αστειεύτηκε ο Βαγγέλης για να σκεπάσει την ψύχρα και να καλύψει το χάσμα που μεσολαβούσε ανάμεσα τους.

«Δεν θα έρθω μαζί σας απόψε».

«Γιατί; Επειδή είσαι αμαρτωλός; Γύρευε τι έχεις κάνει στα μπαρ και στα ξενύχτια όσο έλειπα».

«Μπα, συμμαζεύτηκε», πετάχτηκε η μητέρα τους παίρνοντας το μέρος του Άγγελου.

«Θα έρθεις μαζί. Άσε τις σαχλαμάρες. Ο Jesus συγχωρεί τους πάντες. Είναι Μεγάλο Αστέρι. Ειδικά σήμερα που μετανοούν όλοι από ντροπή κι ενοχή».

Αυτό ήταν. Ο τρόμος είχε σκλαβώσει τόσο την ψυχή του, είχε παγώσει τον εγκέφαλό του και δεν είχε σκεφτεί να μετανοήσει. Τα λόγια του αδερφού του, που τόση έχθρα τους χώριζε χρόνια, τον ταρακούνησαν για τρίτη φόρα. Όρμησε στην αγκαλιά του και τον φίλησε στο μάγουλο με δάκρυα. Τον είχε σώσει. Ο Βαγγέλης ανταποκρίθηκε στην αγκαλιά και τον έσφιξε με όλη του την αγάπη, δίχως αστεία και ειρωνικά σχόλια.

«Έλατε στο τραπέζι», φώναξε η μητέρα τους συγκινημένη. Όλοι μαζί κάθισαν ν’ απολαύσουν το νηστίσιμο γεύμα, συζητώντας σαν αληθινή οικογένεια μετά από χρόνια. Το μεσημέρι παρακολούθησαν τον Ιησού από την Ναζαρέτ, του Φράνκο Τζεφιρέλι, πίνοντας καφέ, και το απόγευμα ο Άγγελος, όταν είδε πως είχε αρχίσει να συννεφιάζει για τα καλά, πήρε το μπουφάν του -αυτό με την γούνα στον γιακά- έπλεξε όσο πιο σεμνά μπορούσε την κοτσίδα του και λίγο πριν διαβεί την πόρτα τούς είπε:

«Θα πάω περπατώντας στην Εκκλησία. Σας περιμένω εκεί».

Βγαίνοντας στον δρόμο, η πρώτη ψιχάλα έσταξε ζεστή στο πρόσωπό του πέφτοντας ακριβώς επάνω στην ουλή του. Δεν τη σκούπισε. Περπατούσε σιγά για να τις απολαύσει όλες. Ήλπιζε ότι θα συνεχίσουν να πέφτουν απαλά σαν δάκρυα θλίψης σε όλη τη διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου. Μπήκε στο ναό με το κεφάλι σκυμμένο. Ούτε κερί άναψε ούτε προσκύνησε, παρά κάθισε σε μια απόμερη καρέκλα για να προσευχηθεί. Δεν τολμούσε να κοιτάξει ψηλά στον τρούλο. Με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα προσπαθούσε να βρει τα λόγια για να επαναφέρει τον εαυτό του στην πίστη που είχε εγκαταλείψει, παρασυρμένος από τον εγωισμό του. Πώς μπορεί να είχε πιστέψει ότι θα σώσει τον Κόσμο από το Κακό; Του φάνηκε τώρα τόσο γελοία η πεποίθηση του καθώς αναγνώριζε τον ωκεανό της Πλάνης.

Η ώρα περνούσε κι οι άνθρωποι γέμιζαν σταδιακά το ναό με κατάνυξη και πλήθος. Η λειτουργία της ταφής ξεκίνησε. Ο Άγγελος προσπαθούσε να θυμηθεί τα λόγια για να ψάλλει. Όσο έψαχνε τόσο γαλήνευε η τρικυμία της ψυχής του, ώσπου σχεδόν ξεχάστηκε προσηλωμένος στους ύμνους. Στο μυαλό του έρχονταν εικόνες από τη Λειτουργία της Αίρεσης προσπαθώντας να του αποσπάσουν την προσοχή. Εκείνος τους γύριζε πεισματικά την πλάτη προσευχόμενος να τον αφήσουν ήσυχο. Ένας αέρας φύσηξε διαπερνώντας το ναό. Κανείς δεν έδωσε σημασία εκτός από τον Άγγελο. Κάτι ερχόταν. Φοβόταν να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του για να μην το δει. Αισθάνθηκε δυο παρουσίες να τον πλησιάζουν. Δεξιά κι αριστερά του στάθηκαν δυο πανύψηλοι άντρες ντυμένοι όπως αυτός, στα μαύρα. Μια ηλικιωμένη κυρία αντιλήφθηκε αυτό που συνέβαινε, κοίταξε λοξά κι έπειτα συνέχισε να διαβάζει τη Σύνοψη καθισμένη στο μικρό της πράσινο σκαμπό.

Οι δυο άντρες πίεσαν τα κορμιά τους στο δικό του βάζοντάς τον στη μέση και δημιουργώντας μια ανθρώπινη μέγγενη. Τον έσπρωχναν με τον αγκώνα πότε ο ένας και πότε ο άλλος, τρυπώντας του τα πλευρά. Ικέτευσε τον Θεό να τον βοηθήσει και να κρατήσει την οικογένεια του μακριά. Αν κάποιος έπρεπε να πληρώσει ήταν αυτός.

«Θα μας τιμήσεις απόψε στο γλέντι; Είναι το μεγαλύτερο του χρόνου. Να φέρεις και την αδερφούλα σου», του ψιθύρισε ο ένας στο αυτί, ενώ ο άλλος γελούσε παρατηρώντας τον τρόμο του Άγγελου.

«Την επόμενη φορά που θα σου τηλεφωνήσει, φρόντισε να παρατήσεις τα νταηλίκια και να συνεργαστείς».

«Διαφορετικά φρόντισε να μάθεις από τον φίλο σου τον σταυρωμένο πώς είναι η ζωή στον τάφο», συμπλήρωσε ο άλλος.

Δεν είχε φανταστεί ποτέ πως θα τολμούσαν να μπουν σε ναό. Τον ταλαιπώρησαν λίγο ακόμη, χαλάρωσαν την πίεση αργά κι αποχώρησαν γελώντας. Οι άνθρωποι γύρω τούς κοιτούσαν απορημένοι. Η ηλικιωμένη κυρία έκανε τον σταυρό της κοιτάζοντας τον Άγγελο με συμπάθεια κι εκείνος ξέσπασε σε κλάματα. Αν είχε ακούσει τον παλαιοπώλη τίποτα δεν θα είχε συμβεί. Τον παλαιοπώλη! Τον είχε ξεχάσει τόσο άτιμα, αυτόν, τον ένα και μοναδικό του φίλο.

Μπράβο, Άγγελε. Εκεί να πάμε. Αυτός θα μας βοηθήσει να τους σκοτώσουμε όλους. Θα τους σκοτώσουμε όλους, Άγγελε. Έτσι, δεν είναι; Όλους! κραύγαζε η Φωνή σκαρφαλώνοντας από την άβυσσο του ασυνειδήτου όπου την είχε παγιδεύσει. Ο Άγγελος έγνεψε καταφατικά και την άφησε ελεύθερη να γίνει σύμμαχός του, σκουπίζοντας τα δάκρυα κι ορθώνοντας το κορμί και το κεφάλι του.

Συνεχίζεται

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά