“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 6: Η έξοδος

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε εδώ:
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 1: Η ρωγμή
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 2: Η κατασκήνωση
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 3: Ο λαβύρινθος
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 4: Ο τρόμος
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 5: Η πνοή

«Πώς έσβησαν τα κεριά;» ρώτησε ο Άγγελος τρομοκρατημένος.

«Ηρέμησε, ρε φίλε. Φύσηξε. Αυτό είναι όλο. Το σπίτι είναι παλιό, γεμάτο χαλάσματα. Ο αέρας μπαίνει από παντού. Αν είσαι τόσο χέστης, τα παρατάμε και φεύγουμε».

«Όχι, εντάξει. Συνεχίζουμε», είπε ο Άγγελος κοιτάζοντας με τρόμο την κάσα που στεκόταν ανάμεσα σε αυτούς και στο σκοτάδι του δωματίου που δεν είχε εξερευνήσει. Μετά έστρεψε τα μάτια του ψηλά˙ από την τρύπα στα κεραμίδια της στέγης είδε ένα μικρό κομμάτι ουρανού γεμάτο με όσα αστέρια θα κατάφερνε να δει στην πόλη, ακόμη και με ξαστεριά.

Ο Αντώνης άναψε πάλι τα κεριά.

«Γιατί τρία;»

«Δεν ξέρω. Είναι σαν τα κεριά που ανάβουν στην Αγία Τριάδα. Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα αλλά από την μεριά του Κακού. Το πιάνεις;»

«Ναι. Κατάλαβα. Η πεντάλφα τι συμβολίζει;»

«Τον Μπαφομέτ. Μην με ρωτήσεις τι είναι. Ρώτησε τον φίλο σου, τον Θωμά, όταν τον δεις το φθινόπωρο. Να το κάνω ξέρω, όχι να το εξηγώ», απάντησε ο Αντώνης προσπαθώντας εκνευρισμένος να γράψει με την λευκή κιμωλία, την αλφάβητο στο πάτωμα. Εκείνη ακριβώς την στιγμή, τα λόγια του Αντώνη έδωσαν στον Άγγελο την καλύτερη ιδέα που θα μπορούσε να έχει˙ θα αποκτούσε σημειωματάριο και θα κατέγραφε τα πάντα: ερωτήσεις, απορίες, πράγματα που έπρεπε να ερευνήσει, πράγματα που δεν έπρεπε να ξεχάσει, ό,τι έβλεπε, ό,τι ένιωθε, ό,τι άκουγε – τα πάντα. Ένιωσε πως θέλει να τον ευχαριστήσει, αλλά η επίγνωση ενός απροσδιόριστου κινδύνου τον σταμάτησε, αποφασίζοντας πως δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν.

Ο Αντώνης σήκωσε το βλέμμα του από το έδαφος ενώ έγραφε αριθμούς, τώρα. Ο Άγγελος τον κοιτούσε συνοφρυωμένος.

«Πώς με κοιτάζεις έτσι;»

«Κάτι σκεπτόμουν αφηρημένος. Τελείωσες;»

«Κοντεύω». Έγραψε στ’ αριστερά ένα ‘ναι’ με κεφαλαία γράμματα κι ένα ‘όχι’ στα δεξιά. Έκλεισε τον κύκλο με την μαύρη κιμωλία, πήρε την κόκκινη κορδέλα, την πέρασε από το κεφάλι του κλειδιού, την έδεσε και τελικά την τύλιξε γύρω από το βιβλίο, έτσι ώστε να μπορεί με τους δυο δείκτες των χεριών να κρατάει το κλειδί, οπότε το βιβλίο να ταλαντεύεται ως εκκρεμές.

«Είμαστε έτοιμοι. Λοιπόν, θα επικαλεστούμε κάποιον συγκεκριμένο νεκρό ή στην τύχη;»

Ο Άγγελος σάστισε. Δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να απαντήσει. Αισθάνθηκε την απελπισία να τον κατακλύζει διώχνοντας βίαια όλη την δύναμη από το σώμα του. Ο Αντώνης περίμενε να του δώσει το έναυσμα. Μιλούσε, αλλά ο Άγγελος δεν τον καταλάβαινε πια. Είχε μείνει να παρατηρεί το κλειδί στα δάκτυλα του Αντώνη και την κόκκινη κορδέλα να ταλαντεύεται μέχρι το μαύρο βιβλίο. Το χρώμα της κι η ταλάντωση, του θύμισαν φλέβα που χτυπάει γυμνή στον ρυθμό της καρδιάς. Η φλόγα στα φυτίλια των κεριών τρεμόπαιζε. Η πνοή πέρασε πάλι, την έσβησε, αλλ’ αυτήν την φορά έμοιαζε να είναι θυμωμένη σαν να τους έδινε εντολή να μην την ανάψουν άλλο. Ο σκύλος γύρισε ανάσκελα λες κι έπεσε σε λήθαργο. Το μάνταλο της πόρτας χτύπησε μιαν φορά. Ο Αντώνης το κοίταξε θέλοντας να πιστέψει πως είναι ο άνεμος.

Οι ταλαντώσεις της κόκκινης κορδέλας είχαν συντονιστεί με τον εγκέφαλο του Άγγελου ώσπου έκλεισε τα μάτια του και το μυαλό του εξερράγη σε έναν άλλο κόσμο. Όταν τα άνοιξε βρισκόταν στο σημείο του λαβυρίνθου όπου τον είχε εγκαταλείψει, όταν τον είχε επαναφέρει η θεία του. Τα πελώρια ερυθρά τείχη έστεκαν από πάνω του αδυσώπητα, έτοιμα να τον καταπιούν. Έκανε ένα δειλό βήμα γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε διαφυγή. Δεν το έκανε για να βρει την έξοδο αλλά σπρωγμένος από την περιέργειά του. Τόλμησε να απλώσει τα χέρια και με τις παλάμες του άγγιξε τα τείχη, νιώθοντας τον πολτό του αίματος να ρέει στις σχισμές των δαχτύλων του. Περπατούσε αργά, δίχως να αφήνει την λαβή κι ας τον αηδίαζε η ανατριχιαστική αίσθηση της πηχτής κόκκινης γλίτσας. Άρωμα από τριαντάφυλλα ήρθε στα ρουθούνια του όμως πριν καλά – καλά το εισπνεύσει, την κάλυψε μυρωδιά από σκουριά, εντόσθια ψαριών και σαπίλας.

Προσπαθούσε με όλο του το σθένος να ανακαλύπτει το θεσπέσιο άρωμα μέσα στην δυσωδία, πιστεύοντας πως κάπου θα τον οδηγούσε αλλά ήταν δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο να το ακολουθήσει. Συνέχισε να προχωράει ώσπου ο πολτός έγινε κολλώδης. Κάθε φορά που ξεκολλούσε την παλάμη του από τον τοίχο νόμιζε πως θα μείνει το δέρμα του εκεί. Κάθε του βήμα μετεωριζόταν για ώρα ατελείωτη μέχρι να συναντήσει πάλι το έδαφος. Πάλευε για να ξεφύγει πλέον. Το κίνητρο της περιέργειας είχε χαθεί και το μόνο που του είχε απομείνει ήταν το σκληρό ένστικτό της επιβίωσης. Ήθελε να βγει από την παγίδα. Ήθελε να δραπετεύσει. Ήθελε να νικήσει αυτά τα τείχη που προσπαθούσαν να συνθλίψουν το είναι του για να ξεχαστεί η ύπαρξη του.

Στην επόμενη κίνηση, ένα αγκάθι του τρύπησε το δέρμα. Έπειτα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, ώσπου τα χέρια του απελευθερώθηκαν. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις πληγές αφού οι παλάμες του ήταν πασαλειμμένες. Το αίμα του είχε ποτίσει την αιμοβόρα γλίτσα. Τα τείχη μεταμορφώνονταν μπροστά στα μάτια του σε γιγάντια αψίδα καμωμένη από χιλιάδες ρόδα που τα κλαδιά τους έφταναν μέχρι το μπόι του γεμάτα αγκάθια κι έπειτα άνθιζαν και πλέκονταν το ένα με το άλλο ψηλά, κρύβοντας αυτό που ίσως ήταν ο θόλος του λαβυρίνθου.
Άνοιξε το βήμα του. Περπατούσε γρήγορα. Σχεδόν έτρεχε πιστεύοντας πως στο τέλος του διαδρόμου θα υπήρχε η έξοδος από την αψίδα. Όσο έτρεχε τόσο η απαίσια μυρωδιά γινόταν πιο έντονη και τότε επιτέλους κατάλαβε πως αυτή θα τον οδηγούσε στον πραγματικό κόσμο, ενώ το άρωμα των ρόδων είχε μοναδικό σκοπό να τον σαγηνεύσει για να τον κρατήσει αιχμάλωτο, σ’ αυτήν την αποτρόπαια καταβόθρα.
Τρέχοντας, άκουγε το όνομα του να επαναλαμβάνεται ταυτόχρονα με ένα χτύπο, έναν μακάβριο χτύπο που τον καλούσε νοσηρά να επιστρέψει στη ζωή.

«Άγγελε», ούρλιαζε ο Αντώνης ενώ τον είχε πιάσει από τα μπράτσα και τον ταρακουνούσε για να τον συνεφέρει. Το σκυλί γάβγιζε ασταμάτητα προς το κενό πίσω από την άδεια κάσα και το μάνταλο της ξεχαρβαλωμένης της πόρτας χτυπούσε μόνο του σαν να το είχε αρπάξει ο άνεμος κι απαιτούσε να του ανοίξουν να μπει. Άνοιξε τα μάτια του. Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν ο καπνός που υψωνόταν από την σβησμένη φλόγα των τριών κεριών. Το σκυλί σταμάτησε να γαβγίζει. Περίμενε βουβό με τα μάτια καρφωμένα στον Άγγελο.

«Είσαι καλά; Τι έπαθες;» τον ρώτησε ο Αντώνης αφού σωριάστηκε στο πάτωμα, λαχανιασμένος από την προσπάθεια.

«Δεν ξέρω. Ναι, καλά είμαι», απάντησε ο Άγγελος με βραχνή φωνή σκουπίζοντας με το μανίκι τα σάλια που είχαν τρέξει από το στόμα του.

«Πάμε να φύγουμε. Τώρα! Αν είσαι επιληπτικός έπρεπε να μου το έχεις πει. Είσαι εντελώς μαλάκας. Δεν θέλω άλλες παρτίδες μαζί σου. Αν πάθαινες κάτι θα έμπλεκα άσχημα. Πολύ άσχημα», έλεγε ο Αντώνης θυμωμένος καθώς μάζευε τα σύνεργα του πετώντας τα με οργή στο σακίδιο του.

«Δεν είμαι επιληπτικός».

«Δεκάρα δεν δίνω. Τον δρόμο τον ξέρεις», είπε κι έφυγε.

Έμειναν μόνοι, ο σκύλος με τον Άγγελο. Αυτή την στιγμή ήταν ο μοναδικός του φίλος στον κόσμο. Ήθελε να τον αγκαλιάσει αλλά μύριζε φρικτά. Σηκώθηκε. Ξεσκόνισε τα ρούχα του. Έσβησε με το πόδι τα απομεινάρια της κιμωλίας που είχε αφήσει ο Αντώνης επάνω στην βιασύνη του και βγήκε από το ερειπωμένο σπίτι. Το σκυλί τον ακολούθησε. Είχε αποφασίσει να το κρατήσει δικό του αλλά στο νεκροταφείο τον παράτησε και χάθηκε στα σκοτεινά μνήματα των ψαράδων.

«Καλώς το παιδί μας. Πώς περάσατε;»

«Μια χαρά», απάντησε ο Άγγελος δυσανασχετώντας με τον εαυτό του μόλις έπεσε η πρώτη σταγόνα του ψεύδους.

«Πού πήγατε;»

«Βόλτα στην παραλία με τα κορίτσια», είπε περιμένοντας πως θα τον ρωτήσει “ποια κορίτσια” οπότε προσπαθούσε να θυμηθεί τα ονόματά τους – στα οποία δεν είχε δώσει απολύτως καμία σημασία – ώστε να προλάβει την επόμενη ερώτηση, αλλά για κάποιον λόγο, η Αρετή παρέκαμψε το θέμα˙ όλοι έδειχναν μια ανεξήγητη διακριτικότητα όταν αναφερόταν στα “κορίτσια” λες κι αν ρωτούσαν κάτι παραπάνω θα εξαφανίζονταν όλα τους με κάποιο μαγικό τρόπο που θα του έκλεβε την ευκαιρία να γίνει άντρας.

«Πεινάς; Θέλεις να σου φτιάξω κάτι να φας;»

«Όχι, θέλω να μιλήσουμε», της ζήτησε ευγενικά, κάνοντας την επίτηδες να αισθανθεί πως τη βλέπει σαν φίλη.

«Να μιλήσουμε για όποιο πράγμα θέλεις. Σε ακούω», είπε η Αρετή και βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα, παρατώντας το πλεκτό της.

«Άκουσα διάφορα για μια παράξενη ιστορία…»

«Για ποιαν ιστορία; Τα χωριά έχουν πολλές παράξενες ιστορίες».

«Εκείνη με το ζευγάρι που πέθανε στο σπίτι του παπά».

Η Αρετή κέρωσε. Το πρόσωπο της άλλαξε έκφραση. Το ύφος της του φάνηκε σχεδόν κακοπροαίρετο.

«Πήγατε εκεί;»

«Όχι, καλέ θεία. Ούτε ξέρω πού πέφτει αυτό το μέρος. Ηρέμησε», την παρακάλεσε.

«Ούτε να πάτε ποτέ. Θέλω να μου το υποσχεθείς».

«Στο υπόσχομαι, αλλά γιατί έγινες έτσι;» την ρώτησε και το ύφος της άλλαξε αμέσως.

«Το φοβάμαι αυτό το μέρος. Από παλιά το φοβόμουν. Από τότε που ήρθαμε εδώ κι αγοράσαμε το οικόπεδο και χτίσαμε το σπίτι. Πριν γίνει αυτό που έγινε με εκείνο το ζευγάρι».

«Θα μου πεις τι έγινε; Έλεγαν πολλά σήμερα στην παρέα αλλά ξέρεις πώς είναι τα παιδιά. Υπερβολές κι ασυναρτησίες. Δεν κατάλαβα τίποτα κι είμαι περίεργος».

«Κακό ελάττωμα αυτό, Άγγελε» του είπε και ξαναπήρε το πλεκτό της στα χέρια. «Το κορίτσι είχε μπλέξει με σατανισμό», ξεκίνησε να λέει με την πρώτη βελονιά. «Το αγόρι την ερωτεύτηκε και προσπάθησε να την βοηθήσει να ξεμπλέξει. Τον βρήκαν κρεμασμένο στο σπίτι του ιερέα. Η κοπέλα ύστερα από αυτό εξαφανίστηκε».

Ο Άγγελος περίμενε να ακούσει περισσότερα, όμως η αφήγηση είχε σταματήσει.

«Λοιπόν;»

«Δεν έχει άλλο. Αυτά ξέρω. Αυτά θυμάμαι», είπε δίχως να του αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. ‘Ήταν σίγουρος πώς γνώριζε πολύ περισσότερα, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει.

«Θεία Αρετή, ξέρεις τι σκέφτομαι; Θα αραιώσω τις βόλτες με τα παιδιά. Ξεκινάω το Γυμνάσιο τον χειμώνα. Θα έχω πολύ διάβασμα, οπότε πρέπει να είμαι ξεκούραστος. Θα κάνω περισσότερο αυτά που μου αρέσουν για όσο καιρό θα είμαστε στο χωριό».

«Μα έχεις ένα μήνα ακόμη! Τι σαχλαμάρες είναι αυτές;»

«Το αποφάσισα. Ταινίες, βιβλία, βιντεοπαιχνίδια και κολύμπι. Τέλος», δήλωσε κι έφυγε για το δωμάτιο του. Κλείστηκε εκεί, κάνοντας άνω κάτω τα συρτάρια ώσπου βρήκε ένα άδειο τετράδιο που του ταίριαζε για σημειωματάριο κι άρχισε να γράφει. Έγραφε όλη τη νύχτα. Έγραψε τα πάντα. Από την πρώτη του παιδική σκέψη να σώσει τον κόσμο από τον Διάβολο μέχρι την αποψινή αφήγηση της θείας του. Έγραφε με λεπτομέρειες ιδρώνοντας όλο το βράδυ μέχρι που ξημέρωσε κι ο θείος του πάτησε το πάτωμα που έτριζε. Τότε μόνο τα παράτησε και ξάπλωσε στο κρεβάτι του, διπλώνοντας τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Αναρωτήθηκε για ποιον λόγο δεν είχε αισθανθεί φόβο μετά από όσα έγιναν απόψε αλλά δεν βρήκε καμιάν λογική απάντηση. Την επόμενη ημέρα όμως είχε σκοπό να υποβληθεί σε μια δοκιμασία.

Ο ήλιος έδυε αργά. Το γαλάζιο και το πορτοκαλί του ουρανού είχαν μπερδευτεί και καθρεφτίζονταν στην θάλασσα. Ο Άγγελος καθόταν μόνος στα βράχια παράμερα από τον κόσμο που ακόμη απολάμβανε την δροσιά του νερού. Είχε φέρει μαζί του ένα μικρό άδειο μπουκάλι ούζο από αυτά που παρατούσε παντού στο σπίτι ο θείος Τάσος, την Σολομωνική, το σημειωματάριο και το απόκομμα από τα τσιγάρα με το τηλέφωνο του Θωμά. Σκόπευε να πετάξει τα βιβλία και το σημειωματάριο στην θάλασσα και να βάλει το χαρτάκι με τον αριθμό στο μπουκαλάκι για να το αφήσει να ταξιδέψει, όπως έβλεπε στις ταινίες. Ήθελε να δει αν είχε την δύναμη να το κάνει συνεχίζοντας την ζωή του ανέμελος κι ανάλαφρος όπως άρμοζε σε έναν έφηβο της δικής του ηλικίας. Ίσως έτσι να άρχιζε επιτέλους να θυμάται τα ονόματα των κοριτσιών που συναντούσε, ίσως να τα φλέρταρε αληθινά, ίσως να κέρδιζε το πρώτο του φιλί αυτό το καλοκαίρι.

Έχωσε το χαρτάκι στο μπουκάλι. Ήθελε να το κρατήσει τελευταίο. Αν πετούσε κάτι πρώτο, αυτό θα ήταν το σημειωματάριο, οπότε το έβαλε από κάτω. Πέρασε τα δάχτυλα του από τα χρυσά γράμματα που ήταν χαραγμένα στο σκληρό μαύρο εξώφυλλο.

«Η Κλείδα του Σολομώντα».

Στο νου του ήρθαν τα χρυσά γράμματα που ήταν χαραγμένα στο αρχαίο ξύλο αγριελιάς που υποδεχόταν τα παιδιά στην κατασκήνωση:
«Ο Χριστός σώζει».

Δεν θα πετούσε τίποτα. Δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Μετά την τρίτη φορά που ήρθε σε καταληψία στο σπίτι του ιερέα, κάποιος είχε αφαιρέσει την αίσθηση του φόβου από την ψυχή του. Είχε μιαν αποστολή να πετύχει. Τα μάζεψε όλα κοντά του. Καθώς το ηλιοβασίλεμα παρέδινε την θέση του στο σκοτάδι, υποσχέθηκε στον εαυτό του πως όταν ήταν έτοιμος θα έσπαγε το μπουκάλι σαν να ήταν μια λιλιπούτεια σαμπάνια νίκης και θα τηλεφωνούσε στον Θωμά. Είχε χρόνο. Για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, χαμογέλασε και το πρόσωπο του έλαμψε ενώ η καρδιά του ξαναβρήκε τον ρυθμό της.

9 Αυγούστου 1983Την κοπέλα την έλεγαν Αναστασία. Το αγόρι Γρηγόρη. Εκείνη ήταν είκοσι ετών κι αυτός είκοσι τριών. Ο Γρηγόρης ζούσε εδώ στην Ψυχώρη κι η Αναστασία ήρθε από το εξωτερικό με τους γονείς της. Ο Γρηγόρης λένε ότι δεν κρεμάστηκε αλλά τον κρέμασαν, για να τον βγάλουν από τη μέση επειδή προσπαθούσε να σώσει την Αναστασία από τις ομάδες των σατανιστών που είχε μπλέξει. Εκείνη εξαφανίστηκε ύστερα από αυτό, αλλά πολλοί λένε ότι την σκότωσαν”.

Μέχρι στιγμής αυτά κατόρθωσε να μάθει. Ο Άγγελος έβαλε το μολύβι στο στόμα σκεπτικός. Στην αρχή άφησε μια σελίδα κενή για να συμπληρώσει με τον καιρό τα υπόλοιπα στοιχεία που θα μάζευε, όμως ύστερα από λίγο αποφάσισε να αφήσει δέκα σελίδες κενές γράφοντας εκεί την ημερομηνία της επόμενης ημέρας. Έκλεισε το σημειωματάριο για να πάει στο βραδινό παραθαλάσσιο πάρτι που είχαν οργανώσει οι μεγαλύτεροι. Θα χόρευαν δίπλα στη φωτιά.

Ο Αντώνης τού γύρισε την πλάτη αμέσως μόλις τον είδε να πλησιάζει. Δεν είχαν ξαναμιλήσει από τότε. Ο Άγγελος βρήκε τη θέση του κάπου ανάμεσα στον κύκλο των παιδιών που έπιναν ήσυχα την μπύρα τους γύρω από τις εστίες. Του είχε δώσει ο Μιχάλης, ο αδερφός του, μία μεγάλη μπύρα για να την απολαύσει, αποζημιώνοντας τον για όσα του έκανε κατά καιρούς. Απέναντί του καθόταν ένα από τα κορίτσια που είχαν χορέψει μαζί στο γηπεδάκι του μπάσκετ. Το κασετόφωνο πρέπει να ήταν δικό της. Τον χαιρέτησε γλυκά. Της ανταπόδωσε τον χαιρετισμό. Του έκανε νόημα να πάει να καθίσει δίπλα της. Το έκανε.

Τσούγκρισαν τις μπύρες τους κι είπαν αστεία˙ του μιλούσε αδιάκοπα, αλλά η μουσική δεν τον άφηνε να καταλάβει όλα όσα του έλεγε. Τα ηχεία σιώπησαν απότομα. Όλοι περίμεναν να δουν τι θα γίνει και τότε ακούστηκε η Madonna να τραγουδάει “swaying room as the music starts, strangers making the most of the dark, two by two their bodies become one”. Το κορίτσι σηκώθηκε, τον τράβηξε από το χέρι και τον παρέσυρε να χορέψουν αγκαλιά. Στη μέση του τραγουδιού τού έδωσε απροειδοποίητα ένα φιλί στα χείλη κι έπειτα τον αγκάλιασε πιο σφιχτά και συνέχισαν να χορεύουν. Ο Άγγελος κάρφωσε το βλέμμα του στη φωτιά, όμως αντί να βλέπει την όψη της μέσα στις φλόγες της και το πρόσωπό του να κοκκινίζει από ενθουσιασμό, έβλεπε τον Διάβολο να χορεύει προκλητικά – σαν να τον ειρωνεύεται πως ήταν ήδη ηττημένος – και το πρόσωπό του κοκκίνιζε από οργή.

“He for God only, she for God in him.”

John Milton, Paradise Lost

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
– Η ΑΠΟΦΑΣΗ –

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά