“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 7: Η απόφαση

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Χάιδευε την ουλή στο μάγουλό του έχοντας ακόμη κλειστά τα βλέφαρα, παρόλο που ήταν ξύπνιος εδώ και ώρα. Όταν αποφάσισε ν’ ανοίξει τα μάτια του, διαπίστωσε από το ρολόι του πως είχε ξημερώσει η ενάτη του Σεπτέμβρη. Έτσι αποκαλούσε τα γενέθλιά του από τότε που άκουσε για πρώτη φορά την Ενάτη Συμφωνία. Μακάρι να μπορούσε να την παρακάμψει με κάποιο μαγικό τρόπο, περνώντας απευθείας στην επόμενη άχαρη ημέρα της ανυπόφορης κατάντιας του. Αν ζούσε μόνος θα την αγνοούσε˙ δυστυχώς, οι άλλοι δεν θα τον άφηναν να ξεχάσει πως είχε γεννηθεί σαν σήμερα, ενώ αυτός θα προτιμούσε να έχει μείνει στην ανυπαρξία.

Είχε πιάσει πια μεσημέρι. Είχε ξεμάθει εδώ και πολύ καιρό να ξυπνάει πριν τις δύο, αφού δούλευε νύχτα, κι όταν δεν δούλευε ξενυχτούσε πίνοντας από το ένα μπαρ στο άλλο. Μέσα σε τρία χρόνια είχε αλλάξει τόσο πολύ η ζωή του˙ κάθε φορά που ξυπνούσε έπρεπε να κάνει μια μικρή ανασκόπηση ώστε να συνειδητοποιήσει την αλλαγή, κυρίως για να μην ξεχνάει να μπαίνει στο πετσί του καινούριου του εαυτού. Από αθλητής της πάλης μεταμορφώθηκε σε νυκτόβιο πλάσμα. Γι’ αυτό χάιδευε την ουλή. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του να μην σκοτώσει τον άντρα που θα αντικρίσει στο σαλόνι του σπιτιού, τον άντρα που του την χάρισε κι είχε την απαίτηση να τον αποκαλεί πατέρα ύστερα από όσα είχαν γίνει. Σηκώθηκε. Βγήκε στη βεράντα της κρεβατοκάμαράς του κι ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, συνόδευσε τον μπαγιάτικο χθεσινοβραδινό καφέ που είχε φέρει για να τον ξεμεθύσει, αλλά τον πρόλαβε ο λήθαργος.

Ένιωθε στην πνοή του ανέμου μια ελαφριά ψύχρα. Του φάνηκε παράξενο που οι περαστικοί δεν κουβαλούσαν πανωφόρι. Εκείνος κρύωνε. Ήταν νωρίς για να βαφτίσει τον καιρό φθινοπωρινό, αλλά ένιωθε να παγώνει. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα κι έτριψε τα μπράτσα του με τις παλάμες για να ζεσταθεί. Η καύτρα έπεσε στο γυμνό δέρμα του μηρού του. Έκανε ένα μορφασμό και την πέταξε ψύχραιμα στο τσιμεντένιο δάπεδο του μπαλκονιού. Από το βράδυ που τον σημάδεψε ο πατέρας του, είχε αποκτήσει μια παράδοξη αντοχή στον πόνο. Όταν όλοι κοίταζαν με απορία την ουλή και το σημάδι από το έγκαυμα στο πρόσωπό του, αυτός ήθελε να τους φωνάξει πως αυτό πόνεσε πολύ λιγότερο από την ψυχή, την καρδιά και το μυαλό του που υπέφεραν ακατάπαυστα, με μοναδικό βάλσαμο το αλκοόλ.

«Δεκαέξι», συλλάβισε δυνατά την ηλικία του στον αέρα, ψάχνοντας το σθένος να βγει από το δωμάτιό του για να αντιμετωπίσει τους ανθρώπους που με επιμονή ισχυρίζονταν πως αποτελούν την οικογένειά του. Άνοιξε την πόρτα δειλά. Έστησε αυτί κι αφουγκράστηκε. Απόλυτη ησυχία. Ίσως είχε σταθεί τυχερός. Κατευθύνθηκε στην κουζίνα κι από εκεί, κρυφοκοιτάζοντας, ανακάλυψε πως το σαλόνι ήταν άδειο. Έτρεξε να ψάξει στα υπόλοιπα δωμάτια. Μόνος. Δώρο από το σύμπαν για τη γενέθλια ημέρα του. Αν έφευγε γρήγορα, φροντίζοντας να γυρίσει αργά το βράδυ, δεν θα τους συναντούσε καθόλου.

Λίγο πριν εγκαταλείψει το σπίτι, του καρφώθηκε η ιδέα να πάρει μαζί του μπουφάν για το κρύο. Άλλωστε, είχε σκοπό να γυρίσει αργά και το βράδυ σίγουρα θα ψύχραινε ο καιρός. Όρμησε στην ντουλάπα με φόρα, λες και τον κυνηγούσαν. Φοβόταν πως, κάθε λεπτό που σπαταλούσε, αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να τον εγκλωβίσει το σπίτι. Δεν βρήκε τίποτα κάτω. Τα χειμωνιάτικα βρίσκονταν φυλαγμένα στο επάνω μέρος. Έφερε μια καρέκλα για να πατήσει ώστε να κατεβάσει το μπουφάν και μόλις άνοιξε τα φύλλα είδε το Κουτί.

Πριν ξεκινήσει το γυμνάσιο, η μητέρα του τού είχε δώσει ένα μεγάλο, καφέ χαρτόκουτο και του είχε πει να βάλει εκεί όλα του τα πράγματα από το δημοτικό και την παιδική ηλικία που ήθελε να κρατήσει, κι ό,τι περίσσευε να το δώσουν στα παιδιά που φρόντιζε η εκκλησία. Το ίδιο είχε κάνει και με τον μεγάλο του αδελφό και με την μικρή τους αδερφή. Αποτελούσε κάτι σαν οικογενειακή τελετή μύησης στην εφηβεία. Μεταξύ τους, τα αδέρφια το αποκαλούσαν «το Κουτί», με απόλυτο σεβασμό ο ένας στην κρύπτη του άλλου. Τον μυστικό θησαυρό πρέπει να τον είχε καταχωνιάσει όταν έπαψε να έχει κέφι για ζωή. Θυμήθηκε το τελευταίο καλοκαίρι που είχε περάσει στην Ψυχώρη. Δεν είχε φιλοξενηθεί ποτέ ξανά από τους θείους του μετά τα γεγονότα με τον πατέρα του. Δεν έφταιγαν. Δική του επιλογή ήταν η απομάκρυνση. Τον είχαν αφήσει όλοι στην ησυχία του, κυρίως επειδή έπασχε από το στομάχι του και φοβόντουσαν μήπως η οποιαδήποτε πίεση του προκαλέσει κάποια κρίση. Οπότε ζούσε όπως ήθελε -κι ήθελε μόνο να δουλεύει και να πίνει μέχρι να ξεμπερδέψει με το σχολείο και να φύγει.

Σήκωσε αργά το καπάκι του χαρτόκουτου. Παιχνίδια, ρούχα και σχολικά βιβλία. Έχωσε το χέρι του βαθιά, ψαχουλεύοντας σαν αρχαιολόγος στο ρωμαϊκό Στόμα της Αλήθειας. Έψαχνε να βρει ένα μαύρο βελούδινο σακούλι. Μόλις άγγιξε το κορδόνι του, το τράβηξε φέρνοντάς το στο φως. Τα μάτια του άστραψαν. Το έλυσε. Ήξερε πως λύνοντάς το, εξαπολύει τη σκοτεινή δύναμη του παρελθόντος που είχε θάψει. Τον φόβιζε η ανάμνηση της ακράδαντης θέλησης της αποστολής που είχε σκαρώσει το παιδικό μυαλό του.

Τράβηξε το μπουφάν απότομα μαζί με την κρεμάστρα. Έχωσε στην εσωτερική τσέπη το γυάλινο μπουκαλάκι με το τηλέφωνο του Θωμά, το παλιό του σημειωματάριο στην πίσω τσέπη του τζιν, κι έκρυψε την Σολομωνική πάλι στο σκοτάδι του Κουτιού, μέχρι να σκεφτεί τι θα κάνει.

«Πού πας, παιδάκι μου, με το γούνινο μπουφάν στο χέρι; Θα γελάει ο κόσμος. Έχει καύσωνα», του φώναξε η αδερφή του καθώς έμπαινε στην είσοδο. Ο Άγγελος έφευγε φορώντας το λευκό του κοντομάνικο με το αγαπημένο του σκισμένο τζιν και κρατώντας το μαύρο κοτλέ μπουφάν με τη λευκή γούνα στο γιακά.

«Πάρτι γενεθλίων», της είπε απαντώντας παράταιρα στην ερώτησή της. «Θ’ αργήσω».
Πριν βγει από την πολυκατοικία, έδεσε τα μαλλιά του κοτσίδα κι έκανε τον σταυρό του. Από τον εαυτό σου μόνο ο Θεός μπορεί να σε προστατεύσει.

Σε όλη τη διαδρομή διάβαζε τα λόγια που είχε γράψει ως παιδί στο σημειωματάριό του. Ανάμεσα στις λέξεις και τις γραμμές, έβλεπε τις αναμνήσεις του παράξενου καλοκαιριού να ζωντανεύουν. Ο ήχος του συρμού που κυλούσε στις ράγες κάλυπτε τη σκέψη της λογικής, ανασταίνοντας στην ψυχή του τον πόθο της αποστολής. Το τραίνο τον άφησε στο σταθμό του Θησείου. Πάντα εκεί κατέληγε όταν ήθελε να εξαφανιστεί. Το απόγευμα έμοιαζε άλλη πραγματικότητα στα σαστισμένα από την αλλαγή μάτια του. Το φως του ήλιου έλαμπε θαμπά. Όλοι γύρω του εξακολουθούσαν να έχουν καλοκαίρι. Ο Άγγελος κρύωνε σαν να μπαίνει χειμώνας. Ύπουλα ρίγη τρύπωναν στο δέρμα του. Αν δεν φοβόταν τα βλέμματα του κόσμου, θα είχε ήδη φορέσει το μπουφάν με τον γούνινο γιακά.

Πλησίασε το περίπτερο έξω από τον σταθμό κι αγόρασε ένα μπουκάλι μπύρα. Βρήκε ένα απόμερο κι ήσυχο πεζούλι, άναψε τσιγάρο, ήπιε μια γουλιά και με ένα ξερό χτύπημα έσπασε το μπουκάλι στην άκρη του πεζουλιού. Το σπάσιμο της μικρής φιάλης εγκαινίασε την αναβίωση του παρελθόντος, χύνοντας την αόρατη δύναμή της στον μοναχικό κόσμο του Άγγελου. Το απόκομμα από το πακέτο με τα τσιγάρα έμεινε στον γυάλινο πάτο. Το τράβηξε. Ο σκληρός πρίγκηπας, όπως αποκαλούσε ο Θωμάς τη μάρκα του. Διάβασε τον αριθμό τηλεφώνου του. Τι νόημα θα είχε να του μιλήσει τώρα; Είχαν περάσει χρόνια. Ίσως να μην τον θυμόταν, ίσως να είχε αλλάξει αριθμό. Το πιθανότερο ήταν να τον έβριζε. Χάιδεψε την ουλή του. Όχι, δεν θα γύριζε στη φρικτή κατάσταση της αναμονής της ενηλικίωσης, ζώντας σ’ ένα σπίτι που τον πλάκωνε σαν ταφόπλακα. Η παραλυμένη εφηβεία του εξεγέρθηκε. Θα τηλεφωνούσε κι ό,τι γίνει. Το βράδυ που το έσκασε από το σπίτι με το πρόσωπο καμένο και την ψυχή ρημαγμένη, έμεινε στο κελί του άπραγος αντί να προσπαθήσει να δραπετεύσει. Από τότε αισθανόταν κάθε φορά που γύριζε στο σπίτι σαν να επέστρεφε στο κελί του. Είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσει ν’ αποδράσει.

Χώθηκε στον πρώτο τηλεφωνικό θάλαμο που συνάντησε. Όταν έκλεισε την πόρτα, ενοχλήθηκε από τη δυσοσμία, όμως η ζέστη τον αντάμειψε απαλύνοντας ευχάριστα τα ρίγη του. Σχημάτισε τον αριθμό στο καντράν καθώς κατέβαζε λαίμαργες γουλιές με μπύρα. Η γραμμή καλούσε. Ο ήχος ακουγόταν απειλητικός στ’ αυτιά του, σαν να κάλυπτε το πιο επικίνδυνο μυστικό του κόσμου. Δεν απαντούσε κανείς, αλλά ο Άγγελος περίμενε, ώσπου κάποιος από την άλλη μεριά απάντησε το ακουστικό.

«Εμπρός;» είπε ένας άνδρας απροσδιόριστης ηλικίας, κι ο Άγγελος προσπάθησε μάταια ν’ αναγνωρίσει τη φωνή του Θωμά.

«Θέλω να μιλήσω με τον Θωμά», είπε κοφτά χωρίς χαιρετισμό. Παύση.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε η φωνή.

«Είμαι ο Άγγελος. Ένας φίλος του από την κατασκήνωση».

«Ποια κατασκήνωση; Τι τον θέλεις;»

«Την χριστιανική. Πριν τρία χρόνια. Είναι ανάγκη να του μιλήσω», είπε απελπισμένα για να τον πείσει.

«Περίμενε», του απάντησε. Ακούστηκαν βήματα πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Έπειτα σιωπή και πάλι βήματα.

«Ναι» είπε μια δεύτερη αντρική φωνή, δηλώνοντας την απροθυμία του κατόχου της να μιλήσει.

«Θωμά;»

«Τι θέλεις; Πώς σου ήρθε να μου τηλεφωνήσεις μετά από τόσον καιρό;»

«Θέλω να μου πεις το όνομα του βιβλίου».

«Είσαι με τα καλά σου; Έχουν περάσει χρόνια. Ξέχασέ το».

«Όχι, μην μου το κάνεις αυτό. Είχα προβλήματα με τον πατέρα μου. Δεν ήμουν καλά. Τέλος πάντων, πέρασα δύσκολα. Σε παρακαλώ. Έκανα ό,τι μου ζήτησες. Τη διάβασα τη Σολομωνική. Κανονικά κι ανάποδα».

«Κακώς τηλεφώνησες. Κλείσε. Μην το ξανακάνεις», του είπε γελώντας, μάλλον χλευάζοντας την τελευταία του φράση.

«Σε παρακαλώ, φίλε».

«Θέλεις μπλεξίματα;»

«Θέλω αυτό που μου υποσχέθηκες. Τα άλλα είναι δική μου δουλειά».

«Άκουσε, Άγγελε. Ήμασταν πιτσιρίκια, τότε. Είπα πράγματα που δεν έπρεπε, πράγματα μυστικά που δεν καταλάβαινα καλά καλά. Τώρα ξέρω τι λέω. Άφησέ το καλύτερα».

«Θέλω να μάθω σου λέω».

«Γιατί;»

«Γιατί θέλω. Εσένα τι σε νοιάζει; Δική μου υπόθεση πού θα μπλέξω. Μου το είχες υποσχεθεί. Αν δεν είχες σκοπό να μου πεις, για ποιον λόγο ήρθες στο τηλέφωνο;»

«Από περιέργεια».

«Πες μου τον τίτλο», απαίτησε ο Άγγελος ακούγοντας στον απόηχο της ανάμνησης του τελευταίου καλοκαιριού στην Ψυχώρη τη φωνή της θείας του, της Αρετής, που τον προειδοποιούσε πως η περιέργεια είναι επικίνδυνο ελάττωμα.

«Ωραία. Παράτα με. Λίγο με νοιάζει, λοιπόν. Θα σου τον πω. Το βιβλίο λέγεται “Μαύρο Ρόδο”».

«Πού θα το βρω;»

«Πήγαινε να ψάξεις στο Μοναστηράκι. Όταν το βρεις, θα το καταλάβεις. Και μην μου τηλεφωνήσεις ξανά».

Το ακουστικό κατέβηκε κι η γραμμή σιώπησε. Ο Άγγελος είχε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα. Δοκίμασε να πιει μια γουλιά μπύρα, αλλά το κουτί ήταν άδειο. Κοίταξε έξω. Ευτυχώς δεν περίμενε κανείς να τηλεφωνήσει. Φοβόταν πως αν ανοίξει την πόρτα, θα τον περιμένει ο χειρότερος χειμώνας. Φόρεσε το μπουφάν του, πέταξε το μπουκάλι με δύναμη στον κάδο, έχωσε το χαρτάκι στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν -γιατί κάτι του έλεγε πως θα το χρειαζόταν πάλι- και ξεκίνησε για την περιπέτεια που τόσο ποθούσε, με το τσιγάρο να κρέμεται από το στόμα του και κάθε τζούρα να του προσφέρει ευχαρίστηση.

Από τη μια ένιωθε τύψεις που είχε αργήσει τόσο πολύ να ξεκινήσει τον περίπατο της αναζήτησης για το περίφημο βιβλίο, όμως από την άλλη δικαιολογούσε τον εαυτό του με την σκέψη πως τέτοιου είδους βιβλία τα ψάχνουν στην ώρα τους-τη δύση.

Χάρηκε που βρισκόταν κοντά στην περιοχή που έπρεπε να ψάξει. Κατηφόρισε προς το Μοναστηράκι. Αφέθηκε να τριγυρνάει στα σοκάκια, ενώ το βλέμμα του περιπλανιόταν στα εξώφυλλα των βιβλίων στους πάγκους των πλανόδιων. Ελάχιστοι είχαν απομείνει με τους πάγκους στημένους, Οι περισσότεροι ή μάζευαν την πραμάτεια τους ή την είχαν ήδη μαζέψει κι έπιναν αλκοόλ σε λευκά μικρά πλαστικά ποτήρια, χαζολογώντας καθισμένοι στα παγκάκια.

Παράτησε τον κεντρικό δρόμο και χώθηκε στο πρώτο στενό που συνάντησε νιώθοντας το σούρουπο να πυκνώνει. Ένας παπαγάλος κρεμόταν στο κλουβί του, παρατηρώντας σιωπηλός, με το κεφάλι λυγισμένο προς τα δεξιά. Του σφύριξε ξανά και ξανά, δίχως απόκριση. Ένας άντρας βγήκε από το κατάστημά του για να τον μαζέψει. Λίγο πιο πέρα, μια γυναίκα με ξανθές μπούκλες τυλιγμένες σε μια πράσινη κορδέλα κάπνιζε, επιδεικνύοντας τα μακριά, κόκκινα νύχια της. Είχε ένα μικρό πάγκο με βιβλία Άρλεκιν. Τα περισσότερα ήταν μεταχειρισμένα. Ο Άγγελος στάθηκε και τα χάζεψε.

«Διαβάζεις καυτές ερωτικές ιστορίες, αγόρι;»

«Όχι», είπε ντροπαλά ο Άγγελος κι έβγαλε χρήματα για να αγοράσει ένα βιβλίο.

«Τι θα το κάνεις; Έχεις κοπέλα;»

«Δεν έχω, αλλά μπορεί κάποτε να αποκτήσω, οπότε θα της το κάνω δώρο».

«Ξέρεις να απαντάς γρήγορα, ε; Τι βιβλία διαβάζεις;» τον ρώτησε ψάχνοντας σακούλα για τις «Φλογισμένες Καρδιές» που αγόρασε ο μελλοντικός εραστής.

«Απόψε ψάχνω ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Λέγεται Μαύρο Ρόδο, αλλά στάθηκα άτυχος. Είναι σπάνιο», της εξήγησε. Για ποιον λόγο της εμπιστεύτηκες τον τίτλο, ηλίθιε;

«Δεν μπαίνεις να ρωτήσεις δίπλα στο παλαιοπωλείο; Πουλάει και βιβλία». Μπαινοβγαίνει πολύ μυστήριος κόσμος. Ίσως κάτι να ξέρει ο κύριος Σταμάτης, ο ιδιοκτήτης».

«Θα ρίξω μια ματιά. Αν και κλείνει…»

«Πες του από τη Ντόρα με τα Άρλεκιν και θα σε δεχτεί», του είπε καθώς απομακρυνόταν και του έκλεισε το μάτι, τραβώντας μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο της και τινάζοντας τα μαλλιά της.

Η είσοδος του μαγαζιού είχε μια βιτρίνα με σκονισμένα αντικείμενα που έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί ξεχασμένα από χρόνια. Τα σίδερα της πρόσοψης είχαν σκουριάσει. Πέρασε μέσα. Το καμπανάκι επάνω από το κεφάλι του χτύπησε, ειδοποιώντας τον ιδιοκτήτη πως μπήκε πελάτης. Το εσωτερικό του μαγαζιού ήταν σκοτεινό κι όλα έμοιαζαν να έχουν την απόχρωση του καφέ. Βάζα, έπιπλα, τηλεφωνικές συσκευές παλιάς εποχής, μουσικά όργανα, στολές και βαλσαμωμένα ζώα στημένα παντού περίμεναν τον αγοραστή τους με τα καρτελάκια της τιμής τους να κρέμονται άψυχα από μικρές κλωστές. Ο παπαγάλος άνοιξε τα φτερά του, αναταράσσοντας το κλουβί, και τότε φάνηκε ο κύριος Σταμάτης. Ένας ηλικιωμένος κύριος με γκρίζο παντελόνι, μαύρη ζώνη και παπούτσια, λευκό πουκάμισο, μαύρα γυαλιά με θαμπούς, χοντρούς φακούς και μια φράντζα από λευκά μαλλιά κολλημένη στα πλάγια του μετώπου του. Πριν που τον είχε δει να μαζεύει τον παπαγάλο, δεν τον είχε προσέξει καθόλου.

«Κλείσαμε», του είπε χοντροκομμένα.

«Το ξέρω. Με συγχωρείτε, αλλά η κυρία που πουλάει τα Άρλεκιν, η κυρία Ντόρα, μου είπε ότι ίσως μπορείτε να με βοηθήσετε. Ψάχνω ένα σπάνιο βιβλίο κι εφόσον είμαι ήδη εδώ, είναι ευκαιρία».

«Ποιο βιβλίο;» ρώτησε βιαστικά ο κύριος Σταμάτης για να ξεμπερδεύει.

«Το Μαύρο Ρόδο».

Ο παλαιοπώλης τον κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια διερευνητικά. Έβγαλε τα γυαλιά του, τα καθάρισε μ’ ένα πανί, τα ξαναφόρεσε κι έπειτα του απάντησε:

«Ο σωστός τίτλος δεν είναι αυτός. Ο τίτλος είναι “Η βίβλος του Μαύρου Ρόδου”. Ποιος σου μίλησε γι αυτό;» ενδιαφέρθηκε να μάθει, με φωνή δίχως βιασύνη πλέον.

«Ένας φίλος μου. Ένας παλιός μου φίλος», αποκρίθηκε ο Άγγελος νιώθοντας τα ρίγη να επιστρέφουν. Σφίχτηκε στο μπουφάν του περιμένοντας τη συνέχεια της συζήτησης με αγωνία.

«Κρυώνεις; Έξω είναι καλοκαίρι».

«Δεν ξέρω. Σήμερα κρυώνω κάπως. Ίσως είμαι κουρασμένος. Δεν ξέρω».

«Ο φίλος σου το έχει διαβάσει;» συνέχισε την ανάκριση ο παλαιοπώλης.

«Ναι. Δηλαδή, δεν ξέρω. Μάλλον. Μου το πρότεινε, άρα φαντάζομαι πως θα το έχει διαβάσει…» ψέλλισε καταλαβαίνοντας ότι είχε αρχίσει να τα χάνει.

«Εγώ νομίζω ότι δεν το έχει διαβάσει. Είμαι μάλλον σίγουρος».

«Γιατί;»

«Διότι, νεαρέ μου, πρώτον, δεν γνώριζε τον ακριβή τίτλο και, δεύτερον, η Βίβλος του Μαύρου Ρόδου δεν είναι υπαρκτό βιβλίο».

«Τότε, τι είναι;»

«Είναι η συνθηματική φράση εισόδου. Εσύ, άραγε, έχεις επίγνωση σε τι προορίζεις τον εαυτό σου να εισέλθει, νεαρέ; Έχεις καταλάβει πού ετοιμάζεσαι ν’ ανακατευτείς;»

Ο Άγγελος σώπασε. Πρώτη φορά ερχόταν αντιμέτωπος με την πιθανότητα να αποκτήσει πραγματικές διαστάσεις το παραμύθι που είχε χτίσει το μυαλό του στα μετέωρα δοκάρια της φαντασίας. Ο γέρος καταστηματάρχης έβαλε τα γέλια, φανερώνοντας τα δόντια του, κι ο παπαγάλος πετούσε στο κλουβί σαν λυσσασμένος. Το μαγαζί σκοτείνιασε απότομα και τα μάτια των βαλσαμωμένων ζώων λαμπύριζαν, στρέφοντας το κενό βλέμμα του κουφαριού τους στον Άγγελο. Ο γέρος τον προσπέρασε για να κλειδώσει την πόρτα κι ύστερα του έκανε νόημα να προχωρήσει στον διάδρομο. Ο διάδρομος οδηγούσε στην αυλή του μαγαζιού. Τους περίμεναν δυο πολυθρόνες από μπαμπού με στραπατσαρισμένο πορτοκαλί ύφασμα στα μαξιλάρια τους κι ένα άγαλμα της Αφροδίτης στο τραπέζι.

«Κάθισε. Επιστρέφω».

Όταν γύρισε κρατούσε ένα μπουκάλι κονιάκ και δυο κρυστάλλινα ποτήρια, από αυτά τα παλιά που είχε δει να έχει η γιαγιά του στο σκρίνιο του σπιτιού της.

«Το κονιάκ είναι ό,τι πρέπει για το καλοκαιρινό κρύο, δεν βρίσκεις;» τον προέτρεψε ο παλαιοπώλης, πειράζοντάς τον.
Ο Άγγελος χάιδεψε την ουλή του. Πέρασαν λίγα βουβά λεπτά.

«Χαϊδεύεις το σημάδι του προσώπου σου σαν να έχεις τον ρυθμό της εκδίκησης στη σκέψη σου», παρατήρησε ο παλαιοπώλης, προτρέποντάς τον μ’ ένα νεύμα να πιει. Κατέβασε την πρώτη γουλιά γεμάτος φόβο. Δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ούτε τι μπορεί να είχε βάλει στο ποτό του. Μαντεύοντας τη σκέψη του ήπιε κι εκείνος για να τον καθησυχάσει.

«Είσαι έτοιμος, λοιπόν;»

«Για ποιο πράγμα;»

«Να μιλήσουμε γι’ αυτόν που ψάχνεις».

«Ποιον ψάχνω;»

«Τον Σατανά».

Ο Άγγελος αισθάνθηκε κάθε πόρο του δέρματος σε όλο του το κορμί να ξερνάει ιδρώτα. Τα ρίγη διαδέχτηκε η έξαψη. Η εσωτερική φωνή που είχε ακούσει το βράδυ που σημαδεύτηκε το πρόσωπό του συμμαχούσε ξανά μαζί του. Την άκουσε κρυστάλλινη και δυνατή να του φωνάζει: “μην φοβάσαι, προχώρα”.

«Είσαι έτοιμος, τελικά; Ή να πιούμε το κονιάκ μας και να πας στο κρεβατάκι σου να διαβάσεις την ερωτική ιστοριούλα που αγόρασες;»

«Είμαι», αποφάσισε ο Άγγελος ακούγοντας την ηχώ από το γέλιο της σαρδόνιας φωνής να απλώνεται στην ψυχή του, πανηγυρίζοντας τον θρίαμβό τους.

…Συνεχίζεται

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά