“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 8: Είσοδος

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Ο νυχτερινός ουρανός που σκέπαζε την αυλή γέμισε σύννεφα. Είχαν ήδη πιει το πρώτο ποτήρι κονιάκ. Ο Άγγελος κατάλαβε πως η συζήτηση θα διαρκούσε πολλή ώρα. Αναλογίστηκε πως οι δικοί του στο σπίτι ίσως να ανησυχήσουν. Ξαφνιάστηκε με την ίδια του την σκέψη. Στην μητέρα του. Σε αυτήν έτρεξε ο νους του. Αλλά δεν έμεινε πολύ. Ήξεραν πως θα αργήσει. Είχαν πάψει να ασχολούνται με τα ξενύχτια του. Άλλωστε είχε τα γενέθλια του. Θα φαντάζονταν πως διασκεδάζει με τους φίλους του. Θυμήθηκε ότι δεν είχε φίλους. Μονάχα ανθρώπους που μοιραζόταν τον κενό χρόνο μαζί τους. Εδώ ήταν η θέση του, εδώ που τον είχε βγάλει ο δρόμος. Όλοι οι άλλοι του φαίνονταν σαν τις σκιές ενός πλήθους ανθρώπων που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει. Φαντάσματα που στοίχειωναν τον μοναχικό του περίπατο προς την αποστολή.

«Λοιπόν, τώρα που ηρέμησαν τα πνεύματα μας με την βοήθεια του κονιάκ, ας έρθουμε στο ζήτημα. Θέλω να μου εξιστορήσεις όσα σε οδήγησαν σε εμένα από την αρχή. Όταν καταλάβω ποια είναι η πρόθεση σου, θα σου εξηγήσω κι εγώ από την μεριά μου ποια είναι η δική μου. Σε ακούω».

Η φωνή του παλαιοπώλη τον έβγαλε από την αφηρημένη περιπλάνηση του μυαλού του. Η τελευταία φράση ακούστηκε σαν πρόσταγμα. Δεν υπήρχε αίτηση. Απαιτούσε να τον εμπιστευτεί. Ο αέρας φύσηξε σπρώχνοντας τα σύννεφα κι ο Άγγελος ρίγησε πάλι, Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό σαν να ζητούσε βοήθεια κι έπειτα άρχισε να εξιστορεί τα γεγονότα μηχανικά, κρατώντας όσα αφορούσαν την ψυχή του έξω από την αφήγηση. Ο ακροατής του δεν τον διέκοψε καθόλου. Τον άκουγε δίνοντας την εντύπωση πως καταγράφει στην μνήμη του την κάθε λέξη, περιμένοντας υπομονετικά να φτάσουν στο σήμερα. Όταν ολοκλήρωσε, του γέμισε το ποτήρι.

«Ποιος είναι ο σκοπός σου, τελικά, Άγγελε;»

«Δεν ξέρω. Θέλω…» είπε και κόμπιασε μη ξέροντας αν πρέπει να αποκαλύψει πως θεωρούσε τον εαυτό στην ενέργεια του Θεού ώστε να εξοντώσει τον Διάβολο. Όταν ήταν παιδί, όλο αυτό ακουγόταν ως μια περιπέτεια που τον τραβούσε όπως το φως τραβάει τα έντομα αλλά τώρα είχε μεγαλώσει πια. Η σημερινή ημέρα ήταν παράξενη. Έκανε ένα ταξίδι στο παρελθόν ξυπνώντας την μνήμη του˙ πριν καλά καλά προλάβει να συνδέσει τον τωρινό του εαυτό που αλήτευε πιωμένος, με εκείνο το παιδί του κατηχητικού, είχε βρεθεί σε μια αυλή προσπαθώντας να αγγίξει την αρχή του νήματος που ήθελε να ξετυλίξει. Η απόφαση είχε παρθεί. Αλλά οι εναλλαγές της πραγματικότητας του έφερναν απόγνωση.

«Άκουσε με, Άγγελε. Πριν μου πεις οτιδήποτε πρέπει να μάθεις όσα ξέρω γι’ αυτήν την υπόθεση. Έχω αυτό το μικρό μαγαζί από πολύ νέος. Δεν βάζει ο νους σου τι έρχονται να αναζητήσουν οι άνθρωποι σε ένα παλαιοπωλείο. Κάθε φορά που ψάχνουν να αγοράσουν ή να πουλήσουν κάτι παλιό, μοιράζονται μαζί μου μιαν ιστορία είτε δική τους είτε κάποιου άλλου, η οποία αφορά αυτό που πρόκειται να τους πουλήσω. Αυτό που μπορώ να σου πω με λυπηρή βεβαιότητα είναι πως ελάχιστες ιστορίες συνδέονται με την ανάγκη της ρομαντικής αναβίωσης μιας άλλης εποχής. Οι περισσότερες ιστορίες είναι τρομακτικές αν καταφέρεις να ακούσεις ανάμεσα στα λόγια των ανθρώπων. Αυτός ο κόσμος είναι καταδικασμένος. Δεν μπορείς να τον σώσεις» του είπε με πατρικό ύφος δείχνοντας για πρώτη φορά λιγότερο αυστηρός.

Ο Άγγελος φοβήθηκε πως μάντεψε την αποστολή του κι έσκυψε το κεφάλι για να κρύψει την έκφρασή του.

«Το Μαύρο Ρόδο είναι ένα “φανερό” μυστικό, ας πούμε. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το παρομοιάσω. Όλοι γνωρίζουν πως υπάρχει αλλά κανείς δεν μιλάει. Θεωρώ ότι το προστατεύει ο φόβος που σέρνει η φήμη του κι η δύναμη των ανθρώπων που το αποτελούν. Θα μπορούσε ίσως να έχει επέμβει η αστυνομία αλλά δεν πιστεύω ότι έχει τολμήσει κανείς να το καταγγείλει για δυο κυρίως λόγους: όσοι εισέρχονται, θέλουν να παραμείνουν, κι όσοι το βάζουν στα πόδια, το βάζουν σε πολύ πρώιμο στάδιο οπότε κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Υποθέτω ότι τους θεωρούν ακίνδυνους για να μην πω αστείους. Οπότε, θα σε ξαναρωτήσω τώρα πιο σοβαρά από πριν, όπως θα σε ρωτούσε ένας συνομήλικος σου. Καταλαβαίνεις πού πας να μπλέξεις;»

Ο παλαιοπώλης περίμενε απάντηση όμως ο Άγγελος εξακολουθούσε να έχει σκυφτό το κεφάλι. Η σιγή ήταν τόσο έντονη ώστε ο θόρυβος της πόλης έφτασε μέχρι την αυλή ζωντανός, καλώντας τον να φύγει όσο είχε καιρό. Σήκωσε το βλέμμα ίσια στα μάτια του ανθρώπου που είχε απέναντι του κι είπε μια μόνο λέξη που δήλωνε υποταγή σε ένα θέλημα ανώτερο του φόβου και της δειλίας του.

«Καταλαβαίνω».

Ο παλαιοπώλης έγειρε στην πολυθρόνα του αφήνοντας μια βουβή ανάσα να βγει από τα πνευμόνια του χωρίς η έκφραση του να φανερώνει αν χαιρόταν ή αν η απόκριση του Άγγελου του έφερε δυσαρέσκεια.

«Ωραία. Τότε δεν μας μένει παρά να καταστρώσουμε το σχέδιό μας».

«Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι ποιος είναι ο δικός σου ρόλος σε όλο αυτό. Τι έχεις εσύ να κερδίσεις»

Ο κύριος Σταμάτης αιφνιδιάστηκε από την αποφασιστικότητα της απορίας του Άγγελου αλλά δεν καθυστέρησε να του απαντήσει.

«Ο μοναδικός μου ρόλος είναι αυτός του βοηθού. Του καθοδηγητή. Κι αυτό μην ξεχνάς πως μου ζητήθηκε. Εσύ ήρθες γυρεύοντας και με βρήκες. Θα σε βοηθήσω όσο περνάει από το χέρι μου. Όχι από καλοσύνη, φυσικά. Στην υπόθεση που μας αφορά το καλό δεν έχει πουθενά να σταθεί. Το ξέρεις καλύτερα από μένα. Κι ακόμη φυσικότερα δεν πρόκειται να το κάνω χωρίς αμοιβή. Ναι, καλά το φαντάστηκες. Ελπίζω κάτι να κερδίσω αν είσαι πρόθυμος να το προσφέρεις με αντάλλαγμα να σου αποκαλύψω όσα γνωρίζω»

«Τι;» ρώτησε κοφτά ο Άγγελος. Μια αράχνη περπατούσε αργά στον τοίχο. Μια πελώρια αράχνη που τέντωνε τα πόδια της σαν να ήθελε να τους αρπάξει για να τους τυλίξει στον ιστό της.

«Δείχνω να είμαι συλλέκτης της παλαιότητας, την οποία εμπορεύομαι, αλλά στο πετσί μου ζει ένας άπληστος Φαραώ. Συλλέγω γνώση. Αυτή είναι η αδυναμία μου. Καταγράφω όσα οι άλλοι προσπερνούν. Θέλω να την ταριχεύσω, να την θησαυρίσω στην πυραμίδα μου, να την χαράξω στα ερειπωμένα της τείχη». Στην έκφραση του προσώπου του Άγγελου είδε να καθρεφτίζεται το είδωλο της παραφροσύνης του. Συγκρατήθηκε.

«Τα υπόλοιπα είναι δική μου υπόθεση. Εσύ θα γίνεις το εκτελεστικό μου όργανο. Θα σε προμηθεύσω με ότι χρειαστεί. Μια φωτογραφική μηχανή, μια βιντεοκάμερα, χρήματα που θα σε βοηθούν να κινείσαι σύμφωνα με τις οδηγίες μου κι εσύ θα κρατάς σημειώσεις».

Ο Άγγελος τον κοίταξε άγρια. Από την άλλη όμως τα δώρα που του προσέφερε ήταν πειρασμός για το φτωχικό του βασίλειο.

«Είδα αυτό που κουβαλάς στην τσέπη σου. Μην ανησυχείς. Δεν με αφορά. Ό, τι έχεις γράψει εκεί σου ανήκει. Η παιδική περιπέτεια που σε έφερε στην αυλή μου είναι ασήμαντη για μένα. Εγώ θέλω να μάθω τα πάντα για όσα θα δεις αν καταφέρεις να μπεις στον χώρο τους».

«Γιατί;»

«Γούστο μου. Ίσως γράψω κάποτε ένα βιβλίο. Πού ξέρεις;» τον ειρωνεύτηκε κόβοντας του την φόρα που είχε πάρει να ρωτήσει περισσότερα.

«Είμαστε σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι» έγνεψε ο Άγγελος καταφατικά.

«Κάποτε είχε έρθει εδώ ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ σταλμένος από έναν απελπισμένο πατέρα που είχε χάσει την κόρη του. Είχε ταξιδέψει στην Κύπρο κι όταν επέστρεψε ήταν εντελώς αλλαγμένη. Πίστευαν ότι η αλλαγή της οφειλόταν σε κάποια ερωτική απογοήτευση που είχε βιώσει στις καλοκαιρινές της διακοπές στο νησί. Αργότερα κατάλαβαν πως αυτήν την εντύπωση τους καλλιεργούσε εσκεμμένα προκειμένου να καλύψει την ενασχόληση της με τον σατανισμό, η οποία πρέπει να είχε ξεκινήσει αθώα ως ένα παιχνίδι και κατέληξε στην εξαφάνιση. Τα ίχνη της χάθηκαν κάπου στην Ομόνοια, όπου τριγύριζε για να βρει την πόρτα για το σπίτι του “πρίγκηπα” της, όπως αποκαλούσε τον Σατανά στις φίλες της. Στο δωμάτιο της πέρα από απόκρυφα βιβλία και δίσκους δεν βρήκαν τίποτα, εκτός από αυτό που ο ντετέκτιβ αποκάλεσε «εισιτήριο» και την ιστορία που είχε γράψει στην τελευταία σελίδα ενός βιβλίου περιγράφοντας μια τελετή στην οποία είχε λάβει μέρος στο νησί, αλλά υπέθεσαν πως μπορεί να είναι γέννημα φαντασίας καθώς επίσης δεν έδινε στοιχεία για τίποτα συγκεκριμένο».

Ο κύριος Σταμάτης έλειψε για λίγο κι επιστρέφοντας ακούμπησε μια μαύρη κάρτα στο τραπέζι, πιέζοντας την με τον δείκτη του χεριού του στο κέντρο. Ύστερα πήρε το χέρι του κι άφησε τον Άγγελο να την δει.

Ήταν μια μικρή μαύρη κάρτα όπως αυτές που δίνει ένας γιατρός ή ένας μεσίτης. Μαύρη κι από τις δύο πλευρές αλλά στην μπροστινή έγραφε με κόκκινα γράμματα Βίβλος του Μαύρου Ρόδου. Ο ιδιωτικός αστυνομικός είχε ανακαλύψει πως αυτή αποτελούσε την συνθηματική φράση για να σε δεχτούν σε μια αίρεση που δρούσε σε όλο τον κόσμο στρατολογώντας πιστούς της σατανιστικής λατρείας.

«Και τι να κάνω με αυτήν;»

«Δεν έχω ιδέα. Φαντάζομαι το ίδιο που έκανες σήμερα. Θα τριγυρνάς ρωτώντας μέχρι να βρεθεί κάποιος να ενδιαφερθεί. Τότε βλέπουμε τι θα κάνουμε. Αν προλάβουμε…» είπε ο παλαιοπώλης επίτηδες για να τρομάξει τον Άγγελο με το υπονοούμενο πως ίσως κάτι ή κάποιος να τον αρπάξει εξαφανίζοντας τον όπως την άμοιρη κοπέλα.

«Πόσα χρόνια την έχεις;»

«Από το 1979».

«Γιατί δεν δοκίμασες εσύ ο ίδιος;»

«Εγώ; Μα εγώ δεν ψάχνω να βρω τον Σατανά, Άγγελε. Εγώ όπως σου εξήγησα είμαι συλλέκτης» του χαμογέλασε με νόημα. «Από τότε έχω ακούσει αρκετές φορές γι’ αυτήν την αίρεση αλλά δεν θα σκάλιζα το παρελθόν αν δεν ερχόσουν εσύ, εδώ, απόψε. Είναι τρομερή σύμπτωση για να την αγνοήσω κι η μνήμη μου είναι πολύ δυνατή για να ξεχάσω αυτήν την σύμπτωση»

«Κινδυνεύω;»

«Όλοι κινδυνεύουμε, Άγγελε. Κάθε στιγμή. Όποιο δρόμο κι αν έχει πάρει ο καθένας, κινδυνεύει. Η μόνη λύση είναι να κρατάς το βλέμμα σου καρφωμένο στον ορίζοντα αλλά δεν πιστεύω πως θα φτάσεις τόσο μακριά».

«Τι εννοείς;» ρώτησε απορημένος ως έφηβος με την φιλοσοφία του ηλικιωμένου ανθρώπου.

«Ανέκαθεν θεωρούσα πως όσοι μπλέκονται σε τέτοιους είδους αιρέσεις είναι άνθρωποι διεστραμμένοι, οι οποίοι χρειάζονται μια κάλυψη ώστε να δικαιολογούν τις νοσηρές πράξεις που θα διέπρατταν έτσι κι αλλιώς. Η υποτιθέμενη σκέπη του αρχέγονου Κακού απλώς τους κάνει να αποκτούν περισσότερη εξουσία επί των θυμάτων τους. Αυτός είναι ο αληθινός κίνδυνος» του εξήγησε γυρνώντας του την πλάτη.

«Αύριο ξεκινάμε», αποφάσισε ο Άγγελος. Ήθελε τόσο πολύ να ακούσει την φωνή που είχε φωλιάσει μέσα του να τον επιβραβεύει για την γενναιότητα του αλλά η παρουσία της ήταν ανύπαρκτή. Κατέβασε το δεύτερο ποτήρι με κονιάκ μονορούφι, σβήνοντας την σιωπή που τον έκαιγε. Το χέρι του άγγιξε την ουλή του.

«Έτσι μπράβο, Άγγελε» τον επιβράβευσε στη θέση της φωνής ο παλαιοπώλης. Ο παπαγάλος τούς παρατηρούσε σιωπηλός κι ακίνητος με το κεφάλι γερμένο στο πλάι και τα μάτια του να λαμπυρίζουν νεκρά όπως της βαλσαμωμένης άψυχης κουκουβάγιας που σιωπούσε σοφά.

13 Οκτωβρίου 1986

Η μελαγχολία του φθινοπώρου συνόδευε τον Άγγελο στους μοναχικούς περιπάτους της αναζήτησης με την προσδοκία να μην αποβεί μάταιη. Είχε περάσει παραπάνω από ένας μήνας. Κάθε απόγευμα ντυνόταν στα μαύρα και τριγύριζε στους δρόμους γύρω από την Ομόνοια χωρίς να ξέρει ούτε που ακριβώς βρίσκεται ούτε που πηγαίνει, λες και ήταν ιεραπόστολος που κυνηγούσε να σώσει χαμένες ψυχές. Έμπαινε σε μπαρ, σε καφενεία, σε βρώμικα υπόγεια, σε βιβλιοπωλεία, έπιανε κουβέντα με άτομα που του φαίνονταν πιθανό να γνωρίζουν κάτι κι άφηνε δήθεν τυχαία να του ξεφύγουν κουβέντες που να συνδέονται με την αίρεση και την συνθηματική φράση. Δεν είχε καταφέρει τίποτα πέρα από το να τον κοιτάζουν όλοι φιλύποπτα. Το βράδυ κατέληγε άπραγος στο παλαιοπωλείο, έπιναν κονιάκ όσο έδινε την ημερήσια αναφορά κι έπειτα γύριζε σπίτι του αποκαρδιωμένος.

Η μεγάλη του παρηγοριά ήταν όλα όσα του μάθαινε ο κύριος Σταμάτης για τα απόκρυφα μυστήρια του Κόσμου. Κάθε βράδυ άνοιγαν μιαν διαφορετική συζήτηση κι ο Άγγελος γέμιζε μαγεμένος το μυαλό του με γνώση. Ο συνεργός του, του δάνειζε μέρος από όσα είχε διαβάσει με μεγάλη γενναιοδωρία, πιστεύοντας πως θα του χρησίμευαν σε αυτό που επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Αυτή ήταν η πληρωμή του Άγγελου για τον χρόνο που ξόδευε, τηρώντας την συμφωνία τους. Έβλεπε τον εαυτό του ως μαθητή που όταν θα τελείωνε η υπόθεση θα είχε αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο της Αποκάλυψης. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί ψιθύριζε ίσως αύριο και τον έπειθε να συνεχίσει και την επόμενη ημέρα.
Στήριξε την πλάτη του σε έναν τοίχο μουτζουρωμένο από οπαδικές βρισιές κι άναψε τσιγάρο με θέα το συντριβάνι της Ομόνοιας. Είχε σκοπό να τα παρατήσει νωρίς απόψε. Δεν είχε διάθεση να ψάξει άλλο. Μια αντρική φωνή ακούστηκε από τα αριστερά, αλλάζοντας τα σχέδια του.

«Φίλε, μου δίνεις τη φωτιά σου;»

Ο Άγγελος του έδωσε το τσιγάρο του για να ανάψει επειδή βαριόταν να ξαναβγάλει τον αναπτήρα από την τσέπη του.

«Ψάχνεις καιρό;» τον ρώτησε.

«Για ποιο πράγμα;»

«Δεν έχω όρεξη για παιχνίδια και σαχλαμάρες. Ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάω. Ενδιαφέρεσαι;»

«Ναι» του απάντησε καταλαβαίνοντας πως έπρεπε να προσέξει την κάθε του συλλαβή καθώς ήταν καλά δασκαλεμένος από τον κύριο Σταμάτη.

«Έχεις το εισιτήριο;»

«Όχι μαζί μου αλλά μπορώ να το έχω σε μια ώρα», αποκρίθηκε. Φυσικά και το είχε μαζί του αλλά είπε ψέματα για να κερδίσει χρόνο.

«Ραντεβού εδώ σε μια ώρα. Εγώ δεν έχω καμιά σχέση με αυτά. Κόσμο ψαρεύω . Τίποτα άλλο. Για τα λεφτά το κάνω. Ξηγηθήκαμε;»

Ο Άγγελος κούνησε το κεφάλι καταφατικά, καταλαβαίνοντας πως ο άντρας που τον πλησίασε δεν φοβόταν τους ανθρώπους της αίρεσης αλλά κάτι άλλο ανώτερο που τον έβλεπε και τον έκανε να ντρέπεται για την δουλειά που του έδινε το ψωμί του.

«Μόνοι σας βγάζετε τα μάτια σας. Εγώ απλώς σας μεταφέρω εκεί που θέλετε να πάτε. Όλοι κάποια δουλειά κάνουμε για να ζήσουμε. Σε μια ώρα εδώ», του είπε για να δικαιολογηθεί κι έφυγε πετώντας το τσιγάρο εκνευρισμένος.

Ο Άγγελος πανικοβλήθηκε. Είχε χρόνο να επιστρέψει στο παλαιοπωλείο και να συμβουλευτεί τον κύριο Σταμάτη αλλά προτίμησε να καθίσει κάπου να πιει μια μπύρα και να φάει με το σκεπτικό πως ίσως είναι η τελευταία του φορά. Μπορεί να τον παρακολουθούσαν. Αν πήγαινε στο μαγαζί θα τους οδηγούσε στην βάση τους. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του. Κάλεσε τον αριθμό του παλαιοπωλείου από έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Καλούσε δίχως απάντηση. Αυτό ήταν εντελώς παράδοξο. Ο κύριος Σταμάτης δεν έλειπε σχεδόν ποτέ. Προσπάθησε μερικές φορές κι ύστερα τα παράτησε και πήγε στο σημείο συνάντησης.

Ο άγνωστος άντρας βρισκόταν ήδη εκεί καπνίζοντας και περπατώντας νευρικά πάνω κάτω. Μόλις τον είδε του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Προχώρησε δείχνοντας τον δρόμο, κρατώντας μια απόσταση μεταξύ τους. Δεν ήθελε πολλές κουβέντες. Περπατούσαν βιαστικά, ασυνάρτητα και ακανόνιστα. Ο Άγγελος κατάλαβε πως η συγκεχυμένη διαδρομή ήταν επιτηδευμένη ώστε να μην μπορεί να την συγκρατήσει. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να απομνημονεύσει τις οδούς αλλά δεν προλάβαινε καλά καλά να δει τις ονομασίες τους. Θέλησε να βάλει σημάδι κάποια μαγαζιά αλλά όσο το τρεχαλητό τους συνεχιζόταν, του φαίνονταν όλα ίδια και κάθε φορά που έστριβαν σε κάποιο στενό του ερχόταν ζαλάδα. Οι κούκλες στις βιτρίνες ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες. Μάρτυρες που θα κρατούσαν την μυστική διαδρομή σφραγισμένη αιωνίως στην σιωπή του κενού τους κορμιού, μάρτυρες βουβοί που δεν θα μπορούσαν ούτε να σωθούν ούτε να σώσουν τον Άγγελο˙ ακόμη κι αν κάποιος διαμέλιζε το πλαστικό τους κουφάρι, σκορπώντας τα μέλη που συναρμολογούσαν την αδρανή ύλη τους, δεν θα μπορούσε ποτέ να συναρμολογήσει την αλήθεια που έκρυβαν.

Χώνονταν σε παράδρομους γεμάτους σκουπίδια και καταπακτές που οδηγούσαν στον υπόνομο. Η μυρωδιά του έζεχνε αποσπώντας του την προσοχή ώσπου έφτασαν σε ένα στενό που ίσα ίσα χωρούσε να περάσει άνθρωπος κι αυτό τους οδήγησε σε ένα ξέφωτο με παλιά ακατοίκητα κτίρια. Ένα γατάκι νιαούριζε χωμένο στο χάλασμα του πεζοδρομίου. Νιαούριζε ικετευτικά για τροφή. Ο Άγγελος το λυπήθηκε. Αν δεν έτρεχε θα σταματούσε να το πάρει. Το γατί άπλωσε το πόδι του καθώς περνούσε και τον γράπωσε χώνοντας τα νύχια του στο ύφασμα του παντελονιού λες και προσπαθούσε να τον σταματήσει, να τον προλάβει. Αμέσως, η λύπη έπαψε. Φούντωσε από θυμό. Τίποτα δεν θα τον εμπόδιζε. Το κλώτσησε για να το ξεφορτωθεί ώστε να μην χάσει τον οδηγό του. Δεν είχε πάει μακριά. Στεκόταν μπροστά από ένα παλιό κτίριο. Του έκανε νόημα με το κεφάλι πως αυτός ήταν ο προορισμός. Ο Άγγελος πήρε μιαν ανάσα. Όσο κι αν προσπαθούσε να περιγράψει στον κύριο Σταμάτη την διαδρομή δεν θα κατάφερνε τίποτα. Αν κατόρθωνε να βγει από το κτίριο δεν είχε ιδέα πως θα έβρισκε τον δρόμο να γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησε.

Τρία μαρμάρινα σκαλοπάτια έπρεπε να ανεβεί κανείς πριν φτάσει στην πόρτα. Μια πανύψηλη μαύρη ατσάλινη πόρτα. Αριθμός δεν υπήρχε πουθενά. Ούτε πινακίδα με την οδό. Ένα παλιό, παρατημένο κτίριο ανάμεσα σε άλλα παρόμοια. Ένα μέρος που ίσως κανείς να μην θυμόταν την ύπαρξη του.

«Εγώ μέχρι εδώ είμαι. Σπρώχνεις το εισιτήριο κάτω από την χαραμάδα και περιμένεις να σου ανοίξουν, Αν σου ανοίξουν…»

«Ευχαριστώ», είπε ο Άγγελος νιώθοντας πόσο άκαιρη ήταν η λέξη που ξεστόμισε για την περίσταση. Ο άντρας τού γύρισε την πλάτη κι έφυγε, αγνοώντας επιδεικτικά και με απέχθεια κι αυτόν και την ευχαριστία του.

Ο Άγγελος έβγαλε ανυπόμονα την κάρτα και την έσπρωξε. Αφού έφτασε εδώ ήθελε να ξεμπερδεύει μια ώρα νωρίτερα με ότι είχε να αντιμετωπίσει. Κανείς δεν ήξερε που βρισκόταν, Ήταν ξεγραμμένος αυτήν την στιγμή. Χάιδεψε την ουλή του και περίμενε. Η αναμονή μπορεί να κράτησε πολύ ή ελάχιστα. Ο χρόνος είχε παγώσει. Ακούστηκε ένας βαρύς ήχος ξεκλειδώματος κι ένας από πόμολο που κατέβαινε. Η πόρτα είχε ανοίξει, Έβαλε το χέρι του κι έσπρωξε. Περίμενε να ακούσει κάποιον να του μιλάει μα δεν ακούστηκε κανείς. Έσπρωξε περισσότερο. Το μικρό άνοιγμα που δημιουργήθηκε απελευθέρωσε ένα πράσινο μολυσματικό φως και μυρωδιά από λιβάνι, μια μυρωδιά σαν να είχαν πνίξει το λιβάνι μέσα σε κάτι σάπιο με σκοπό να διαστρέψουν το άρωμα του.

Καλώς ήρθαμε, Άγγελε, ευχήθηκε ευγενικά η Φωνή ζωντανεύοντας. Ο Άγγελος έσπρωξε κι άλλο την πόρτα και διάβηκε ακάλεστος το κατώφλι στο λημέρι του διαβόλου, λουσμένος από την πράσινο χρώμα του φωτός της ανοσιότητας.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά