“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 9: Η αίρεση

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Η πρασινωπή αντανάκλαση του φωτός χυνόταν στα λευκά μαρμάρινα σκαλοπάτια μέχρι να φτάσει στο φουαγιέ του παλιού ψηλοτάβανου κτηρίου και ν’ απλωθεί σαν μίασμα. Ο Άγγελος περπάτησε διστακτικά στο πολύχρωμο μωσαϊκό του δαπέδου. Έπιασε την άκρη της κουπαστής. Κοίταξε ψηλά. Περίμενε πως κάποιος θα βρισκόταν εκεί για να τον υποδεχθεί, αλλά δεν υπήρχε κανείς. Όποιος του άνοιξε είχε αμέσως αποχωρήσει. Πάτησε το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι. Δεν ήξερε τι θα συναντούσε στην κορυφή. Είχε περάσει ατελείωτες ώρες προσπαθώντας να φανταστεί τι θα είχε ν’ αντιμετωπίσει όταν θα κατόρθωνε να παρεισφρήσει στα εσώτερα του Μαύρου Ρόδου. Το παν είναι να είσαι έτοιμος, του είχε πει ένα βράδυ ο παλαιοπώλης κραδαίνοντας το αόρατο σπαθί του στον αέρα, εξηγώντας του ύστερα πως απήγγειλε λόγια του πρίγκηπα Άμλετ, ο οποίος έγινε η αφορμή για να μάθει να εξετάζει όλα τα πιθανά σενάρια έκβασης της επικείμενης εισόδου του στον κόσμο που αδημονούσε να εξερευνήσει. Η προετοιμασία τον έκανε να ανησυχεί λιγότερο και να ξεπερνά τον φόβο όταν ερχόταν τις νύχτες για να τον αποτρέψει.

Έσφιξε το ξύλο της κουπαστής ξανά. Αισθάνθηκε το ξεφτισμένο λούστρο της να του αγκυλώνει την παλάμη. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια αργά. Σε κάθε βήμα μετάνιωνε που είχε έρθει άοπλος και που δεν είχε καταφέρει να ειδοποιήσει τον συνεργό του. Κανείς δεν είχε ενημερωθεί για το πού βρισκόταν. Θα χανόταν από τον πλανήτη όπως μια ιδέα που περνάει από το μυαλό, αλλά ξεχνιέται πριν προλάβει κανείς να την συγκρατήσει. Μπορούσε ακόμη να οπισθοχωρήσει με ευκολία, αλλά διάλεξε να συνεχίσει. Προτιμούσε να δει αυτό που ήθελε παρά να ρισκάρει να το χάσει τώρα που είχε πλησιάσει τόσο ώστε να το αγγίξει. Καλύτερα να ζει με την αγωνία του θηράματος, έχοντας ικανοποιήσει την περιέργειά του, παρά αφήνοντας πεινασμένη τη λαχτάρα του.

Η σκάλα κατέληγε σ’ ένα τεράστιο ψυχρό διάδρομο φτιαγμένο από το ίδιο μωσαϊκό του φουαγιέ. Συνέχισε ν’ ανεβαίνει. Πέρασε στον δεύτερο όροφο και λίγο πριν φτάσει στον τρίτο, άκουσε το βουητό που βγαίνει από μια γιορτή δίχως μουσική. Άνθρωποι κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Θα έπρεπε να νιώσει τρόμο, αλλά αισθάνθηκε αγαλλίαση, όπως όταν περπατάς ώρες ολομόναχος στο σκοτάδι και ξαφνικά βλέπεις το φως ενός σπιτιού. Διασκορπισμένοι άνθρωποι συνομιλούσαν ανά δυάδες. Άνθρωποι με συνηθισμένο παρουσιαστικό που θα τους αντάμωνες οπουδήποτε. Γυναίκες και άνδρες. Όλοι τους καλοντυμένοι με πολύχρωμα ρούχα και προσεγμένα μαλλιά. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν σαν ρομπότ ανέκφραστοι μαυροντυμένοι σερβιτόροι προσφέροντας αδιάκοπα ποτήρια με λευκό κρασί. Τα μάτια των καλεσμένων στρέφονταν σε αυτόν καθώς διέσχιζε τον διάδρομο, ενώ τα διάπλατα χαμόγελά τους παρέμεναν ακλόνητα στα πρόσωπά τους. Το κρασί πηγαινοερχόταν, το βουητό της συζήτησης φούντωνε, τα μάτια τους τον παρακολουθούσαν από τις κόγχες, τα χαμόγελα κάλυπταν με ευγένεια την όψη των κατόχων κι ο Άγγελος περπατούσε ψάχνοντας να βρει πού θα σταθεί, κι όσο περπατούσε τόσο αναμειγνυόταν με το πλήθος, κι όσο γινόταν ένα με αυτήν τη δόλια μάζα τόσο ξυπνούσε μέσα του το ένστικτο του αρπακτικού. Ήθελε να φάει κρέας. Κρέας. Να το ξεσκίσει με τα δόντια του ωμό, πιτσιλώντας το αίμα στα κοκαλωμένα μούτρα τους, βάφοντας τα κίτρινα δόντια τους κόκκινα. Η εικόνα τού ανακάτεψε τα σωθικά. Ένα μείγμα αηδίας και λαιμαργίας τού γαργαλούσε το στομάχι προκαλώντας του ναυτία. Δεν έπρεπε να χάσει τον έλεγχο ούτε για ένα λεπτό.

Ο απόκοσμος ήχος του γκονγκ τον επανέφερε στον εαυτό του σαν γιατρικό. Χτύπησε μόνο μια φορά αλλά το κύμα της δόνησης διαχεόταν με διάρκεια στον διάδρομο. Το κάλεσμα είχε σημάνει. Όλοι άφησαν τα ποτήρια τους αδιάφορα, τα πλατιά χαμόγελα μετατράπηκαν σε μια λεπτή σχισμή από σφιγμένα χείλη και μαγνητισμένοι όδευαν προς μια γιγάντια πόρτα, σχεδόν στο ύψος του ταβανιού, που άνοιγε αργά και δεχόταν στα εγκόλπια της αίθουσας τους πειθήνιους πιστούς. Δεξιά κι αριστερά στον τοίχο, δυο στήλες στίχων άγνωστης γραφής, γραμμένων από ανθρώπινο χέρι με κόκκινη μπογιά˙ δεν είχε στάξει σταγόνα ούτε από ένα γράμμα. Στην κορυφή της πύλης, μια πινακίδα από χρυσά γράμματα σκαλισμένα σε μαύρο μάρμαρο έγερνε μπροστά. Αυτά μπορούσε να τα διαβάσει˙ ήταν λατινικά. Έσπευσε να τα απομνημονεύσει. Ο παλαιοπώλης σίγουρα θα κατανοούσε τη σημασία τους. Καθώς διάβαζε τις λέξεις, νοσταλγούσε την αυλή, το κονιάκ και τον σοφό μέντορά του σαν το αληθινό του σπίτι, και ζήτησε από τον Θεό να τον ευλογήσει να βρεθεί πάλι στη σιγουριά της αρχαίας πυραμίδας, όπως την ονόμαζε εκείνος.

Hac in hora
sine mora
corde pulsum tangite˙
quod per sortem
sternit fortem,
mecum omnes plangite

Ο Άγγελος ακολούθησε την πομπή διατηρώντας τη συνειδητότητά του, διόλου μαγνητισμένος από τον ήχο, όπως οι υπόλοιποι. Η δόνηση δεν είχε καμιά επίδραση σε αυτόν. Προσπάθησε να μείνει όσο γινόταν στο τέλος της ουράς για να είναι σε θέση να παρατηρεί ώστε να καταγράφει στην μνήμη του όσα έβλεπε. Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του. Η παρουσία του φαινόταν να είναι ασήμαντη. Προσδοκούσε πως θα υπήρχαν κι άλλοι “νεοσύλλεκτοι”, αλλά ήταν ο μοναδικός.

Η αίθουσα ήταν σκοτεινή. Φωτιζόταν μονάχα από χοντρά, στρογγυλά, λευκά κεριά, καρφωμένα σε σίδερα που φύτρωναν από τους τοίχους. Αριστερά υπήρχε μια τζαμαρία που κάλυπτε όλη την πλευρά. Τα τζάμια της ήταν θαμπωμένα από την υγρασία. Δεν τον άφηναν να δει καθαρά. Φαντάστηκε πως έβλεπαν στην αυλή του κοινού φωταγωγού των παλιών κτιρίων που είδε ερχόμενος. Ίσα που διακρινόταν το σχήμα τους. Το κτίριο όπου βρισκόταν ήταν η μητρόπολη μιας έρημης τσιμεντένιας πόλης που είχε στηθεί ολόγυρά της για να την υπηρετεί, προστατεύοντάς την με την ανυπαρξία της. Τρόμος έσταζε από την υγρασία των παραθύρων. Αν έσπαγε το τζάμι και φώναζε βοήθεια, ούτε η ηχώ της φωνής του δεν θ’ απαντούσε. Οι σερβιτόροι μετατράπηκαν σε υπηρέτες που μοίραζαν μαύρους μανδύες. Όποιος φορούσε τον μανδύα σήκωνε την κουκούλα και γινόταν ένα με το σκοτάδι της αίθουσας. Η γυαλάδα του υφάσματος που προκαλούσε το κίτρινο φως των κεριών ήταν το στοιχείο που πρόδιδε πως τα κορμιά που τους φορούσαν σάλευαν ζωντανά.

Το γκονγκ αντήχησε ξανά. Δεν μπορούσε να δει πού βρισκόταν. Ο ήχος του άπλωσε τη δόνηση σαν πέπλο από τον ένα τοίχο στον άλλο, επιβάλλοντας καθώς αποτραβιόταν κάτι χειρότερο από σιωπή. Ίδρωσε από φόβο. Εκτός από τον ίδιο, κανείς δεν μπορούσε να παράγει ήχο εκείνη την ώρα. Ο λαιμός του πρήστηκε καθώς κρατούσε την ανάσα του για να μην ξεφύγει. Η ζωή είχε σιωπήσει στα κορμιά που τον περιτριγύριζαν, είχε υποταχθεί σε μια θέληση πέρα από τα όρια της ανθρώπινης, αναγκάζοντας τη δύναμη να τους εξουσιάσει πλήρως την ενέργεια κάθε κυττάρου, παύοντας τον συντονισμό τους υπό την αναμονή του αγνώστου. Η αντίληψη του Άγγελου αδυνατούσε να συλλάβει το συμβάν. Ίδρωνε, έσφιγγε τα δόντια, έπνιγε τον πόνο και προσπαθούσε να αντέξει το μαρτύριο της προσμονής.

Έχασε το μέτρημα του χρόνου, εγκλωβισμένος σε αυτήν την ατέρμονη παύση. Η σιωπή έσπασε. Ο ήχος ξεκίνησε από χαμηλά. Έμοιαζε σαν να βουίζει μια μέλισσα πεσμένη στο πάτωμα, παλεύοντας να κάνει τα φτερά της να την ξανασηκώσουν ψηλά για να γλιτώσει. Έριξε διστακτικά το βλέμμα του στο μωσαϊκό. Του φάνηκε πως οι μικρές χρωματιστές ψηφίδες, που συμπλήρωναν η μια την άλλη, στροβιλίζονταν. Ζαλίστηκε. Η βουή γινόταν πιο έντονη, πιο ηχηρή κι ανελισσόταν ολοένα, όπως η αίσθηση της ζέστης από το καυτό τσιμέντο τις νύχτες του καλοκαιριού. Στην αρχή τον ανακούφισε, διότι του πρόσφερε την πολυτέλεια της αναπνοής, όμως όσο συνεχιζόταν αυτός ο ήχος, η βουή πύκνωσε και τον μάγκωσε ασφυκτικά. Είχε πιαστεί στην παγίδα τους. Συνειδητοποίησε πως ίσως να μην έφευγε ζωντανός- αν έφευγε.

Η βουή έγινε μουρμουρητό. Το μυαλό του ξεθόλωσε και κατάλαβε πως αυτό που άκουγε ήταν η μονότονη εκφορά των ίδιων ακατανόητων συλλαβών που επαναλαμβανόταν. Η ψαλμωδία αποτελούσε τον πυρήνα της λατρείας που εκτυλισσόταν.

Δεν υπήρχε ιερέας παρά μόνο οι πιστοί ακόλουθοι που έψελναν ακίνητοι, ασταμάτητα, στον ίδιο ρυθμό. Οι φωνές τους είχαν μετουσιωθεί σε μία κοινή φωνή, η οποία είχε σκοπό να κατακλύσει κάθε σημείο του κενού χώρου που τους περιέβαλε, χωρίς να διαφαίνεται καμιά αιτία σε όλο το τελετουργικό.

Ήθελε να ξεφύγει. Έπρεπε να ξεφύγει. Αλλά δεν υπήρχε πιθανότητα να πετύχει η προσπάθειά του. Έβλεπε τις σκιές των ψαλμωδών να ξεγλιστρούν από το πάτωμα, να μεγαλώνουν και να υψώνονται στους τοίχους. Δεκάδες έρπουσες σκιές διεκδικούσαν τη θέση τους. Έμοιαζαν αποκομμένες από τον δημιουργό τους. Σαν να τους έδινε ο Ψαλμός τη δύναμη να είναι ανεξάρτητες, κι εκείνες πολεμούσαν μεταξύ τους για να κατακτήσουν ένα κομμάτι του τοίχου, ζωντανεμένες από το κίτρινο νοσηρό φως των κεριών. Ήθελαν να σηκωθούν όσο πιο ψηλά γίνεται προσπαθώντας να φανούν. Σχεδόν τις λυπόταν˙ σαν να παρακολουθούσε καταδικασμένες ψυχές να παλεύουν να βγουν στο φως, ενδεδυμένες την άυλη φορεσιά του σκότους, για να ικετεύσουν να τις επιλέξει Αυτός που υμνούσαν για να τις σώσει από την καταδίκη τους.

Αν όλο αυτό δεν τελείωνε σύντομα, και με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσει να διαφύγει με ευκολία, τότε σύντομα κι η δική του ψυχή θα σκαρφάλωνε βασανιστικά προς το φως, από τα έγκατα της ίδιας καταδίκης. Είχε φτάσει έως εδώ για να σώσει τον κόσμο από το σπέρμα του Κακού και θα κατέληγε καταραμένος να μην βρίσκει τη σωτηρία.

Θα τα καταφέρουμε, ακούστηκε η Φωνή σφυρίζοντας σαν φίδι στ’ αυτιά του. Το άκουσμά της του έφερε απελπισία. Έπρεπε να ξεφύγει. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Τα γόνατά του άρχισαν να τρέμουν. Στεκόταν όρθιος με αφάνταστο κόπο. Ήθελε να γονατίσει, αλλά αν το άφηνε να συμβεί όλα θα τελείωναν. Η όρασή του επανήλθε φανερώνοντας χειρότερο θέαμα από αυτό της Λειτουργίας. Είχε επιστρέψει εκεί, στον αιμοβόρο λαβύρινθο του μυαλού του. Το αιμοβόρο δαιδαλώδες χάος τον άρπαξε ως συμφορά που προσπαθούσε να τον αφανίσει, πέφτοντας επάνω του σαν κυκλώνας από λεπίδες. Κάθε ανάμνηση που είχε βιώσει στον λαβύρινθο, τσακιζόταν με ορμή στο κορμί του. Τσεκούρια τον πελεκούσαν σαν να ήταν κορμός δέντρου για να τον ρίξουν γονατιστό στο έδαφος. Δεν υπήρχε διέξοδος αυτή τη φορά. Ο Λαβύρινθος είχε επιβληθεί. Κι ο πόνος.

Ένα χέρι τον άγγιξε στον ώμο κι όλα έπαψαν. Γαλήνη που δεν είχε φανταστεί ποτέ τον γέμισε. Ακόμη κι η ιδέα της ύπαρξης του φόβου είχε εξαφανιστεί με το άγγιγμα του χεριού. Κάποιος βρισκόταν πίσω του. Πλησίασε το στόμα του στο αυτί του Άγγελου. Η ανάσα του ήταν παγωμένη σαν την ανάσα ενός παγόβουνου κι ο λόγος του γλυκός, όπως του καλύτερου πατέρα:

«Χαίρομαι που ήρθες, Άγγελε. Μπορείς να φύγεις τώρα. Είσαι ελεύθερος. Κανείς δεν θα σε πειράξει. Θα περιμένω να επιστρέψεις όταν έρθει η ώρα».

Κι έπειτα όλα επανήλθαν.

Ο Άγγελος κοίταξε δεξιά του. Οι άνθρωποι με τους μανδύες είχαν παραμερίσει για να περάσει και χωρίς δεύτερη σκέψη όρμησε τρέχοντας πριν κλείσει η οδός της διαφυγής. Πέρασε την πύλη. Διέσχισε τρέχοντας τον διάδρομο, σκοντάφτοντας συνέχεια και κατέβηκε τις σκάλες σχεδόν γλιστρώντας στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Όταν έφτασε στο φουαγιέ έπεσε με όση δύναμη του είχε απομείνει στην πόρτα. Αναθεμάτισε την ώρα που την είχε διαβεί, την άνοιξε και βγήκε έξω.

Στο πρώτο βήμα, το πόδι του πάτησε δυνατά βγάζοντας μεταλλικό ήχο. Ένα σιδερένιο καπάκι φρεατίου σφράγιζε τον υπόνομο που κυλούσε κάτω από το Άνδρο της Αίρεσης, οδηγώντας τη βρωμιά τους στη θάλασσα. Στο κέντρο του καπακιού ένα τετράγωνο και μέσα χαραγμένη μια πεντάλφα. Δεν είχε προσέξει ποτέ πριν πως τα καπάκια των φρεατίων είχαν σχέδια.

Ψιχάλιζε. Το νερό δρόσισε το πρόσωπό τους αποδιώχνοντας τη ζάλη και τη λιποθυμία. Δεν έπρεπε να μείνει ούτε λεπτό. Είδε το στενό από όπου τον είχε μεταφέρει ο οδηγός του σε αυτό το παράξενο ξέφωτο. Ερημιά, μουχλιασμένοι τοίχοι και μουλιασμένα σκουπίδια τριγύρω. Χώθηκε στο μικρό πέρασμα για να περάσει στην άλλη μεριά. Δεν ήξερε πώς να βρει τον δρόμο. Δεν είχε καμιά αίσθηση της ώρας. Νύχτα. Ήταν απλώς νύχτα. Έκλεισε το φερμουάρ μέχρι τον λαιμό, έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι άρχισε να περπατάει γρήγορα, ακολουθώντας το ένστικτο και τα πόδια του. Η βροχή δυνάμωσε. Ακούστηκε μια βροντή. Κοίταξε ψηλά. Τα κατάμαυρα σύννεφα από ώρα σε ώρα θα ξεσπούσαν την οργή τους. Δυνάμωσε το βήμα του στον ρυθμό της βροχής. Γυρνούσε άσκοπα με τη ευχή να βρει ένα δρόμο που να του θυμίζει κάτι, ώστε να συνέλθει από το σοκ και να οδηγηθεί σε κάποιο σημείο όπου θα μπορούσε να νιώσει κάπως ασφαλής. Στο κέντρο της Αθήνας βρισκόταν, άλλωστε. Ήταν αδύνατον να χαθεί. Απλώς έπρεπε να βγει κάπου για να βρει ένα μέσον να…αλήθεια, πού θέλεις να πας, αναρωτήθηκε η Φωνή πιέζοντάς τον να βρει απάντηση και λύση.

Απορροφημένος από τις σκέψεις πάτησε με όλη του τη φόρα σε μια λακκούβα με νερό και κάτω από το παπούτσι του ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος που έβγαλε και το προηγούμενο καπάκι των φρεατίων. Το νερό που είχε λιμνάσει εκεί σκέπαζε άλλη μια πεντάλφα αποτυπωμένη στο σίδερο˙ αυτή τη φορά το εξωτερικό σχήμα ήταν τρίγωνο. Σταμάτησε να τρέχει και προχώρησε αργά με το κεφάλι σκυμμένο παρατηρώντας το τσιμέντο μέχρι που βρήκε άλλο ένα καπάκι, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα. Στο καθένα αποτυπωμένα διαφορετικά σύμβολα. Και τότε κατάλαβε πώς χάραζε ο οδηγός του την πορεία για το παλιό κτίριο. Σπουδαία ανακάλυψη. Ανυπομονούσε να μιλήσει στον παλαιοπώλη. Θα πήγαινε κατευθείαν σε εκείνον.

Η βροχή δυνάμωνε, δυνάμωνε κι ο Άγγελος, σπρώχνοντας τον φόβο μακριά του. Οι κεραυνοί θαρρείς πως τον κυνηγούσαν, οι βροντές θαρρείς κι ήθελαν να γκρεμίσουν τα σύννεφα στη γη. Του μύρισε αίμα. Ψόφιο αίμα. Ακολούθησε τη μυρωδιά. Βρέθηκε σε ένα στενό, καλυμμένο από τεράστια λευκά σελοφάν που η βροχή τα ξέπλενε δημιουργώντας κόκκινα ρυάκια. Παραμερίζοντας τα σελοφάν έφτασε στην άδεια αγορά. Τώρα ήξερε πού βρισκόταν. Μπροστά του η λεωφόρος Αθηνάς. Ξεκίνησε με χαρά να τη συναντήσει. Μπαίνοντας στο υπόστεγο συνειδητοποίησε πως ήταν βρεγμένος μέχρι το μεδούλι. Το νερό από τα μαλλιά του έσταζε ενοχλητικά, κυλώντας από τον αυχένα στην πλάτη του. Εκνευρίστηκε. Στην άκρη της αγοράς ένας τεράστιος αρουραίος έτρωγε τ’ απομεινάρια του ωμού κρέατος που είχαν ξεμείνει από τους πάγκους και τα τσιγκέλια. Με τα μπροστινά του πόδια κρατούσε κάτι που θύμιζε συκώτι και το μασουλούσε λαίμαργα και βιαστικά, κοιτάζοντας τον εισβολέα ευθεία στα μάτια, χωρίς να τρέξει να κρυφτεί.

Αριστερά ο δρόμος οδηγούσε στο παλαιοπωλείο, δεξιά στην Ομόνοια, όπου θα μπορούσε να βρει κάποιο περαστικό ταξί. Λίγα μέτρα πιο πέρα υπήρχε τηλεφωνικός θάλαμος. Θα δοκίμαζε, κι αν δεν τον έβρισκε, τότε θα πήγαινε στο σπίτι του να περιμένει υπομονετικά μέχρι να έρθει η επόμενη ημέρα, για να ειδωθούν. Χώθηκε στον θάλαμο για να μην βρέχεται. Σχημάτισε τον αριθμό του παλαιοπωλείου στο καντράν. Το ακουστικό καλούσε δίχως απάντηση ενώ ο Άγγελος χάζευε από τα τζάμια τον ουρανό και τις αστραπές που ηλέκτριζαν τα σύννεφα ενώ ο άνεμος έριχνε τις σταγόνες επάνω τους. Κανείς δεν απαντούσε, όμως δεν ήθελε να κατεβάσει το ακουστικό.

Κάποιος χτύπησε το τζάμι.

«Τελείωνε, φίλε».

Ο Άγγελος σάστισε από τρόμο.

«Τελείωνε. Βιάζομαι».

Δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του. Φορούσε μαύρη κουκούλα. Ο τύπος άνοιξε και του έκανε νόημα να βγει.

«Πήγαινε σπίτι σου», του είπε και μπήκε στον θάλαμο σπρώχνοντάς τον, καθώς έβγαινε. Στην πίσω τσέπη του παντελονιού του άστραφτε ένας σουγιάς και στο εξωτερικό μέρος της παλάμης του αριστερού χεριού είχε τατουάζ μια πεντάλφα. Ο Άγγελος απομακρύνθηκε τρέχοντας.

Πέρασε το βράδυ αδειάζοντας στο μυστικό του σημειωματάριο όσα είχαν συμβεί. Το μεσημέρι άυπνος και κρυωμένος έφτασε στο παλαιοπωλείο. Βρισκόταν στη θέση του. Όταν μπήκε, ο κύριος Σταμάτης διαπραγματευόταν την τιμή ενός παμπάλαιου αμπαζούρ με ξεθωριασμένο ύφασμα, με μια κυρία της ίδιας εποχής με αυτό. Περίμενε υπομονετικά. Όταν έφυγε, ζήτησε από τον παλαιοπώλη να κλείσει λίγο νωρίτερα το μαγαζί, ώστε να έχουν χρόνο να μιλήσουν μέχρι το απόγευμα που θα άνοιγε ξανά.

Το κονιάκ κύλησε σαν βάλσαμο στις φλέβες του Άγγελου. Εξιστόρησε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια στην περιγραφή, αποκρύπτοντας μονάχα όσο αφορούσαν το εσωτερικό του μαρτύριο.

«Οι στίχοι που απομνημόνευσες είναι από το έργο Κάρμινα Μπουράνα. Νομίζω πως τα βρήκαν κάποιοι μοναχοί και τα διαφύλαξαν. Δεν μπορώ καθόλου να συνδέσω τη λειτουργία μιας σατανιστικής οργάνωσης με κάτι τέτοιο, εκτός αν πρόκειται για μυστικιστική αντιστροφή. Πρέπει να το ερευνήσουμε οπωσδήποτε».

«Τι σημαίνουν;»

Ο παλαιοπώλης άφησε την αυλή για λίγο και γύρισε με μολύβι και χαρτί. Τους κατέγραψε κι έπειτα απήγγειλε στον Άγγελο την έννοια τους στα ελληνικά:

«Αυτήν την ώρα κι όχι άλλη, ας παιχτεί η χορδή μου· σαν με χτυπάει, δυνατά πια, ας κλάψετε όλοι μαζί μου».

«Ίσως έχει να κάνει με την ψαλμωδία».

«Ναι, είναι πολύ πιθανό. Γύρισες να δεις ποιος ήταν αυτός που σου μιλούσε;»

Ο Άγγελος έσκυψε το κεφάλι.

«Καλά έκανες, Άγγελε. Θυμάσαι το πρώτο βράδυ, όταν σου είπα πως συνήθως δεν ασχολούνται με όσους το βάζουν στα πόδια; Λοιπόν, δεν πιστεύω στον Θεό αλλά πιστεύεις εσύ, οπότε του ζήτησα εκ μέρους σου να είσαι ένας από αυτούς, αν ποτέ κατορθώσεις να πλησιάσεις την Αίρεση. Φαίνεται πως μου έκανε το χατίρι. Ήσουν πολύ τολμηρός. Σε συγχαίρω. Αλλά φτάνει. Θα έλεγα πως είσαι ίσως και γενναίος, αλλά δεν θα πας ποτέ ξανά εκεί. Σε έχουν ήδη ξεχάσει. Είσαι ασφαλής».

Ο Άγγελος σιωπούσε γιατί δεν ήθελε ούτε ο ίδιος να συνεχίσει, αλλά δεν ήθελε και να φανεί δειλός αποκαλύπτοντας την παραδοχή της ήττας.

«Δεν πίστεψες, βέβαια, πως οτιδήποτε από όλα αυτά συνέβη πραγματικά; Με κάποιο τρόπο σας προκάλεσαν μια ομαδική ψευδαίσθηση. Όσο γι’ αυτόν τον τύπο που σε πλησίασε πιθανώς να ήταν ο αρχηγός τους που ήθελε να σε τρομάξει λίγο παραπάνω».

«Κι ο μυστήριος τύπος στον τηλεφωνικό θάλαμο;»

«Δεν νομίζω πως σχετιζόταν. Κανείς δεν θα έκανε τέτοιο προδοτικό τατουάζ αν άνηκε σε μια απόκρυφη αίρεση. Η συνεχόμενη εμφάνιση της πεντάλφας αποτελεί φαινόμενο της επιλεκτικής παρατήρησης που ενεργοποίησε η αγωνία σου. Αλλά ακόμη κι αν υποθέσουμε πως ήταν απεσταλμένος τους, τότε πάλι ο σκοπός τους ήταν να τρομάξεις και να ξεμπερδέψουν μαζί σου. Αλλιώς θα σε κρατούσαν», του χαμογέλασε και συνέχισε να μιλάει, σχεδιάζοντας φωναχτά την έρευνα που θα έκαναν για τα σύμβολα στα καπάκια των φρεατίων που τον είχαν συνεπάρει με μεγάλο ενθουσιασμό.

Ο Άγγελος τον άκουγε αφηρημένος.

Όταν έρθει η ώρα θα επιστρέψουμε, Άγγελε. Μας περιμένει, του ψιθύρισε η Φωνή κι έπειτα υποχώρησε στην κρύπτη της, αφήνοντάς τον κενό, να νοσταλγεί τη γαλήνη και την απουσία του φόβου εκείνου του αγγίγματος.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά