“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 10: Η σκιά

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

6 Ιουνίου 1989

Για τον Άγγελο δεν είχε τελειώσει απλώς το Λύκειο˙ είχε ξεφορτωθεί επιτέλους το σχολείο. Είχε γλιτώσει από αυτήν την άσκοπη ταλαιπωρία του χαμένου χρόνου, όπως συνήθιζε να λέει. Δεν είχε καμιά διάθεση να σπουδάσει, κι όταν τον πίεζαν οι γονείς του, χάιδευε επιδεικτικά την ουλή στο πρόσωπο του, θυμίζοντάς τους τι είχε συμβεί τότε που ανακατεύτηκε ο πατέρας του στη ζωή του, κι έτσι σταματούσε αμέσως κάθε συζήτηση. Η μητέρα του φοβόταν μην χάσει το παιδί της κι υποχωρούσε αμίλητη κάθε φορά. Ήξερε πως περίμενε την ώρα και τη στιγμή να βρει μια δουλειά που θα του εξασφάλιζε τα απαραίτητα χρήματα για να φύγει από το σπίτι, στο οποίο παρίστανε τόσα χρόνια το φάντασμα, ώστε να μην τον ενοχλούν. Αυτό θα μπορούσε να το αντέξει κι ίσως το θεωρούσε καλύτερο για όλους, αφού ήταν σίγουρη πως αν ο γιος της συνέχιζε να μένει ως ενήλικας στο ίδιο σπίτι με τον πατέρα του, αναπόφευκτα θα έψαχνε αφορμή για να πάρει το αίμα του πίσω. Ο πατέρας του είχε συσσωρεύσει τεράστιο θυμό τόσα χρόνια που αναγκαζόταν να ανέχεται την ανυπακοή του γιου του, οπότε ήταν ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει και ν’ αλληλοσκοτωθούν. Ο λόγος που σώπαινε ήταν η γιαγιά του Άγγελου που τον συγκρατούσε κι έμπαινε εμπόδιο ανάμεσά τους.

Όλα τα άλλα παιδιά θα γιόρταζαν την αποφοίτηση στην πλατεία της μικρής τους πόλης, πίνοντας μπύρες από νωρίς. Τον προσκάλεσαν, αλλά αρνήθηκε αδιάφορα. Δεν είχε φίλους στο σχολείο. Είχε συμμαθητές που ευελπιστούσε να μην ξαναδεί στη μετέπειτα ζωή του. Ούτε στα μπαρ όπου δούλευε είχε φίλους. Είχε συναδέλφους που τα έπιναν παρέα μετά τη δουλειά. Ο μοναδικός άνθρωπος που αντιμετώπιζε φιλικά ήταν ο παλαιοπώλης, κι εκεί θα πήγαινε το απόγευμα να γιορτάσει την αποφυλάκισή του από το εκπαιδευτικό σύστημα. Όσα είχε μάθει κοντά σ’ αυτόν τον άνθρωπο δεν θα του τα μάθαινε ποτέ κανένας δάσκαλος, σε κανένα σχολείο. Είχε βαρεθεί κάπως, επειδή τα τρία τελευταία χρόνια το μόνο που έκαναν ήταν να ερευνούν. Από την ανακάλυψη των συμβόλων των φρεατίων κι έπειτα, ο μέντοράς του είχε κυριευτεί από τη μανία του αποσυμβολισμού τους˙ κάθε έρευνα που έκαναν συνδεόταν με αυτό το θέμα κυρίως και με τις μυστικές υπόγειες διαδρομές που βρήκαν πως υπάρχουν κάτω από την πόλη, οι οποίες οδηγούσαν σε σπήλαια της Αττικής. Προσπαθούσε να τον πείσει πως αποτελούσαν τόπους λατρείας της Αίρεσης του Μαύρου Ρόδου, δίνοντάς του κίνητρο για να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του.

Έτρωγε μηχανικά και με απάθεια το φαγητό του, όπως έκανε κάθε μέρα. Όταν τελείωσε, βγήκε στο μπαλκόνι του δωματίου του για να καπνίσει. Η μητέρα του, του έφερε τον καφέ του και κάθισε δίπλα του χωρίς να της το ζητήσει.

«Χθες τηλεφώνησε η θεία σου, η Αρετή. Λένε με τον θείο, τον Τάσο, να πάνε από τώρα στο εξοχικό», του ανακοίνωσε τονίζοντας τις λέξεις θεία και θείος με νόημα. Ο Άγγελος δεν σχολίασε τα λόγια της, αλλά ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, ανακουφισμένος που η μάνα του δεν ξεκίνησε καμιά κουβέντα για τις σπουδές, τη δουλειά και το μέλλον του.

«Ήθελαν να σου μιλήσουν στο τηλέφωνο για να σου ζητήσουν να πας μαζί τους κι ας μείνεις όσο θέλεις. Ξέρεις πόσο σε αγαπούν. Ειδικά, η θεία σου, Άγγελε».

«Δεν θέλω. Ξέχασέ το», της απάντησε με πολλή αυστηρότητα, σφίγγοντας την κοτσίδα στα μαλλιά του για να διοχετεύσει τον εκνευρισμό του.

«Έχεις να πας στην Ψυχώρη έξι χρόνια. Γιατί, παιδί μου;»

«Γιατί δεν γουστάρω. Τέλος», είπε κόβοντάς της τη φόρα.

«Εντάξει. Στο τέλος της εβδομάδας έρχεται ο Βαγγέλης από το Λονδίνο. Θα τους πω να πάνε με την Έφη. Αν κι εκείνοι ήθελαν εσένα. Δεν πειράζει…» είπε και σηκώθηκε αφήνοντας ένα αγκομαχητό πόνου πίσω της.

Ο Άγγελος πανικοβλήθηκε με την είδηση του ερχομού του αδελφού του. Η σχέση τους χειροτέρευε χρόνο με τον χρόνο. Ο Βαγγέλης δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους που τον άφηναν στην ησυχία του από ενοχή. Ο Βαγγέλης, το έπαιζε ανέκαθεν μεγάλος αδελφός. Προσπαθούσε μονίμως να τον κουμαντάρει και δεν έχανε ευκαιρία να μην τον προκαλέσει με την ειρωνεία του. Γινόντουσαν τρομεροί καβγάδες στο σπίτι όταν επέστρεφε από τις σπουδές του. Τον απεχθανόταν. Η απόφαση του άλλαξε αμέσως. Δεν το πολυσκέφτηκε, πέταξε το τσιγάρο, μπήκε στο σπίτι και την ανακοίνωσε στην μητέρα του για να ξεμπερδεύει, με την ελπίδα να φύγει το νωρίτερο δυνατόν.

«Θα πάρεις και την Έφη μαζί σου;» τον ρώτησε χαρούμενη νομίζοντας πως κάτι ίσως να άλλαξε στην πληγωμένη ψυχή του γιου της που δέχτηκε να κάνει το χατίρι των θείων του και το δικό της.

«Μέχρι την Παρασκευή θα έχουμε φύγει, όμως, κι ο Βαγγέλης θα μείνει στην Αθήνα όσο θα είμαι εγώ στο χωριό. Αν θέλεις να πάω κι αν θέλεις να πάρω μαζί μου τη μικρή, αυτοί είναι οι όροι μου». Η μητέρα του συμφώνησε απογοητευμένη, καταλαβαίνοντας πως το τραύμα του παιδιού της δεν θα θεραπευόταν ποτέ και πως η οικογένειά της είχε ρημάξει˙ αν υπήρχε κάποτε ένα νήμα που τους έδενε είχε σπάσει ανεπανόρθωτα, την ίδια στιγμή που ράγιζε το πιάτο στο πρόσωπο του γιου της που θα έφερε το σημάδι της διάλυσης σε όλη του τη ζωή.

«Κάιν και Άβελ. Η αρχέγονη διαμάχη που καταδίκασε τον ανθρώπινο κόσμο σε πόλεμο», σχολίασε ο φίλος του, ο κύριος Σταμάτης, αφού άκουσε πώς είχε η κατάσταση και έμαθε ποια ήταν η αιτία που ο Άγγελος αποφάσισε να πάει διακοπές.

«Όταν πας εκεί, ν΄ αφήσεις όλα τα υπόλοιπα πίσω σου. Φέρσου όπως ένας νέος της ηλικίας. Ξεκούρασε το μυαλό σου. Η έρευνα μας θα συνεχιστεί το φθινόπωρο που είναι ιδανικότερη εποχή. Το καλοκαίρι δεν προσφέρεται για τέτοια πράγματα» τον συμβούλεψε. Ήξερε ότι πάει αναγκαστικά κι ότι δυσανασχετούσε με την απομάκρυνσή του από την Αθήνα. Στη πραγματικότητα, ο γηραιός και σοφός του φίλος φοβόταν πως εκεί ο Άγγελος πιθανόν να ερχόταν αντιμέτωπος με τον πειρασμό να ξεκινήσει να ψάχνει όσα είχε προσπαθήσει να θάψει από εκείνο το παιδικό καλοκαίρι που τόσο τον είχε τρομάξει. Δεν ήθελε καθόλου να σκεφτεί πως δεν θα μπορούσε να τον βοηθήσει αν τον χρειαζόταν, όμως παρηγορήθηκε με τη σκέψη πως ως έφηβος είχε μπει στη λειτουργία μιας απόκρυφης αίρεσης κι είχε κατορθώσει να βγει αλώβητος, οπότε τώρα ως ενήλικας μάλλον θα μπορούσε να τα βγάλει πολύ καλύτερα πέρα και να ζυγίσει τους κινδύνους δίχως να έχει άγνοια πια. Ευχήθηκε να του μιλούσε ανοιχτά για όσα είχαν συμβεί στην Ψυχώρη, ώστε να είναι σε θέση να τον χαλκεύσει με την καθοδήγησή του, όμως ο Άγγελος σιωπούσε, εγκλωβισμένος στο μυαλό του. Πέρασαν το απόγευμα πίνοντας κονιάκ στην αυλή, όπως συνήθιζαν. Φεύγοντας, ο Άγγελος τον εμπιστεύτηκε με μια φράση:

«Εντάξει, λοιπόν, θα πάω να διασκεδάσω όμως θα πάρω και το σημειωματάριό μου μαζί, για καλό και για κακό», δήλωσε λες κι αυτή ήταν η υπέρτατη προστασία του. Ο παλαιοπώλης διέκρινε στα λόγια του τη βεβαιότητα πως είχε σκοπό να μπλέξει και να μπλεχτεί, αν του δινόταν η ευκαιρία.

Από το μισάνοιχτο παράθυρο του αυτοκινήτου διέκρινε την παραλία του χωριού στα δεξιά. Λιγοστοί άνθρωποι κολυμπούσαν. Ήταν νωρίς ακόμη. Δεν είχε μαζευτεί ο κόσμος από την Αθήνα. Ευτυχώς, θα είχαν ησυχία. Αριστερά φάνηκε το σπίτι. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Κατέβηκαν, ξεφόρτωσαν το αμάξι, άνοιξαν τα παράθυρα να μπει καθαρός αέρας, τακτοποίησαν, καθάρισαν και προς το απόγευμα όλα θύμιζαν τον παλιό καιρό, εκτός από την απόσταση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους. Η θεία Αρετή έφερε βανίλιες να τους κεράσει και κάθισαν όλοι μαζί στην βεράντα ακούγοντας την μικρή του αδερφή να σαχλαμαρίζει, φλυαρώντας ακατάπαυστα για τις φίλες της και για το αγόρι που της άρεσε αλλά αγνοούσε την ύπαρξή της.

«Άγγελε, πάμε για ψάρεμα το βραδάκι;» τον ρώτησε ο θείος του και δέχτηκε. Πήγαινε για ψάρεμα, συνόδευε την αδερφή του και την θεία του για μπάνιο, έβγαιναν όλοι μαζί για φαγητό, έπαιζαν χαρτιά, γυρνούσαν την τηλεόραση έξω κι έβλεπαν ταινίες στην δροσιά της αυλής. Ότι του ζητούσαν το έκανε και χωρίς να το καταλάβει πέρασαν δεκαπέντε ημέρες και νύχτες. Είχε αρχίσει να ηρεμεί και να νιώθει την αγάπη των θείων του να τον ζεσταίνει μαζί με τις χαζές αγκαλιές και τα φιλιά που του έδινε η αδερφή του όποτε έβρισκε την ευκαιρία να του ορμήσει.

«Πάμε να πάρουμε παγωτό;» του ζήτησε νιαουρίζοντας η Έφη.

«Πάμε», της είπε για να μην της χαλάσει το χατίρι. «Αλλά δεν θα πάμε μέσα στο χωριό. Θα πάμε να το πάρουμε από την ΕΒΓΑ στην πλατεία».

«Γιατί, μωρέ στριμμένε; Γιατί να μην δούμε λίγο κόσμο;»

«Γιατί βαριέμαι», της απάντησε ανακατεύοντας τα μακριά της μαλλιά για να τη νευριάσει, ξεκαρδισμένος στα γέλια με τις τσιρίδες της, αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να συναντήσει κανέναν από την παλιά του παρέα. Το πιθανότερο που μπορούσε να συμβεί θα ήταν να μην αναγνωριστούν μεταξύ τους έπειτα από έξι χρόνια αλλά καλύτερα να το απέφευγε.

Όταν γύρισαν, η αδερφή του προπορεύτηκε τρέχοντας για να μην λιώσει το παγωτό κι έτσι μπήκε πρώτη στο σπίτι ενώ ο Άγγελος έσερνε τα βήματα του πίσω της.

«Κανόνισε να μας πεις καμιά βλακεία ότι δεν σου αρέσει το χρώμα», του είπε καθισμένη στη σέλα κι οι θείοι τους στέκονταν δίπλα περιμένοντας την αντίδραση του για το δώρο τους.

«Για μένα είναι αυτό;» ρώτησε γεμάτος έκπληξη.

«Ναι, αγόρι μου. Για σένα. Δώρο αποφοίτησης από εμάς με όλη μας την καρδιά και την αγάπη. Είναι μεταχειρισμένο αλλά σε πολύ καλή κατάσταση», του είπε η Αρετή γεμάτη χαρά που τον έβλεπε να χαμογελάει ύστερα από τόσα χρόνια που τον ένιωθε βυθισμένο στην θλίψη.

«Μα δεν έχω δίπλωμα».

«Ξέρεις όμως να οδηγείς κι εδώ είναι χωριό. Το δικό μας χωριό. Βγάζεις δίπλωμα με το καλό το χειμώνα στην Αθήνα», είπε ο Τάσος που του άρεσε η αλητεία.

«Τι θα πει ο…;» κόμπιασε, σκεπτόμενος τον πατέρα του που είχε πάψει ν’ αποκαλεί έτσι.

«Δεν θα πει τίποτα. Εγώ κάνω κουμάντο εδώ πέρα».

Ο θείος του ποτέ δεν είχε συμπαθήσει την άνδρα της αδερφής του. Θεωρούσε πως την είχε καταστρέψει με τον γάμο τους που αποσκοπούσε στην προίκα και πως έκανε επίτηδες τρία παιδιά μαζί της για να μην μπορεί να τον χωρίσει. Δεν μιλούσε αλλά στεκόταν άγρυπνος φρουρός. Όταν χτύπησε τον ανηψιό του σημαδεύοντας τον για μια ζωή, είχαν έρθει άσχημα στα χέρια και παραλίγο να τον πετάξει από το μπαλκόνι, σπάζοντας την τζαμαρία. Πλέον το ζευγάρι μιλούσε μόνο με τα ανήψια και την μητέρα τους.

Ο Άγγελος τους ευχαρίστησε, η Αρετή δάκρυσε, ο Τάσος τον αγκάλιασε, χτυπώντας τον στην πλάτη αντρικά, κι έπειτα πέρασε το βράδυ ανακαλύπτοντας το γκρίζο όχημα του. Το έλυνε και το έδενε υπό το λιγοστό φως των πυλώνων που βρίσκονταν γύρω από την αυλή και το πρωί το πήρε για την παρθενική του βόλτα στην παραλία. Του είχαν χαρίσει ένα κομμάτι της πολυπόθητης ελευθερίας που αναζητούσε. Η αλμύρα της θάλασσας άνοιγε διάπλατα τα ρουθούνια του, η δροσιά της αύρας της, τον σκέπαζε ευχάριστα από το φως του ήλιου, τα μαλλιά του ανέμιζαν, άφηνε το παρελθόν να φύγει κι ατένιζε τον ορίζοντα του μέλλοντος του που ερχόταν.

Δίπλα του πέρασε ένα άλλο παπί κορνάροντας συνθηματικά για να τον χαιρετίσει. Όλα χάλασαν. Κάποιος τον είχε αναγνωρίσει. Η δυσφορία διαδέχτηκε την ευδαιμονία που είχε αγγίξει. Λίγα μέτρα παρακάτω έστριψε για να βρει δρόμο να γυρίσει στο σπίτι, αποφεύγοντας τους πάντες. Ίσως να ήταν τυχαίο- έτσι κορνάρουν στα χωριά όμως η διαίσθηση του, του έλεγε άλλα.

«Ποιος άλλος έχει παπί στην Ψυχώρη;» ρώτησε τη θεία του που έπινε καφέ στη βεράντα.

«Εννοείς από τους νέους; Έχουν οι περισσότεροι. Μόδα βλέπεις και δεν υπάρχει άλλος τρόπος μετακίνησης. Είμαστε μακριά από την πόλη. Κάπου πρέπει να ξεσπάσουν τα παιδιά. Γιατί ρωτάς;»

«Κάποιος μου κόρναρε το πρωί που έκανα βόλτα στην παραλία».

«Έτσι κορνάρουν όλοι. Είστε κάτι σαν συμμορία όσοι έχετε παπί. Δεν είδες ποιος ήταν;»

«Όχι, δεν τα κατάφερα».

«Λες να ήταν γνωστός;»

«Αυτό φοβάμαι», του ξέφυγε.

«Γιατί φοβάσαι, αγόρι μου; Θα έπρεπε να χαίρεσαι. Ευκαιρία να δεις τους παλιούς παιδικούς σου φίλους. Τι καλύτερο;»

«Δεν έχω καμιά όρεξη να δω κανέναν. Ήρθα εδώ να ηρεμήσω και δεν με αφήνουν σε ησυχία ούτε στο σπίτι μου».

Η Αρετή ένιωσε αγαλλίαση που τον άκουσε να λέει πως το θεωρούσε σπίτι του, αλλά ταράχτηκε με τη συμπεριφορά του. Δεν είχε ξεχάσει ποτέ την κατατονία του Άγγελου που είχε παρακολουθήσει με τα ίδια της τα μάτια ούτε τις παράξενες ερωτήσεις του. Ανησυχούσε πάντα για την εσωστρέφειά του, ειδικά μετά τον ξυλοδαρμό από τον πατέρα του και την απομόνωση που ακολούθησε.

Η κόρνα ακούστηκε ξανά τρεις φορές. Έξω από την αυλή, ένα αγόρι τους χαιρετούσε από το μηχανάκι του.

«Άγγελε, κοίταξε. Ο Αντώνης», φώναξε γελώντας και χαρωπή έτρεξε να του ανοίξει για να τον φέρει στο σπίτι, ενώ ο Άγγελος ίδρωνε από την οργή του. Τελικά, ο Αντώνης έφυγε κι η Αρετή γύρισε φέρνοντας τα νέα.

«Δεν έχεις ιδέα πόσο χάρηκε. Το πρωί, λέει, προσπάθησε να σε προλάβει, αλλά σ’ έχασε. Έφυγε γιατί έχει δουλειά, αλλά θα περάσει το βράδυ να φάμε. Τον προσκάλεσα και δεν δέχτηκα καμία αντίρρηση. Μετά το φαγητό, θα πάρετε την Έφη να βγείτε, να διασκεδάσετε όλοι μαζί», είπε και σηκώθηκε βιαστική κι ενθουσιασμένη να κάνει τις δουλειές της πριν ακούσει τον αντίλογο.

Το έκανε επίτηδες. Μας έχουν στήσει παγίδα, Άγγελε, ψιθύρισε συνωμοτικά η Φωνή στο αυτί του διεγείροντας ακόμη περισσότερο την οργή του.

«Περασμένα ξεχασμένα;» ρώτησε ο Αντώνης τσουγκρίζοντας το ποτήρι του Άγγελου. Ο Αντώνης έπινε ούζο με γρεναδίνη, ο Άγγελος είχε μάθει να πίνει βότκα πορτοκάλι από τότε που άρχισε να δουλεύει σε νυχτερινά μαγαζιά.

«Ναι, ήμασταν παιδιά», απάντησε χωρίς να το εννοεί. Βρισκόταν στο βασίλειο της υποκρισίας οπότε ενεργοποίησε τον ρόλο που είχε μάθει να παίζει. Το μπαράκι ήταν μικρό, χτισμένο από πέτρα. Παλιό σπίτι ψαράδων που το ανακαίνισαν. Βρισκόταν στην άκρη του χωριού κι από το παράθυρο μπορούσε να δει την παλιά εκκλησία του ιερέα δίπλα στο εγκαταλελειμμένο νεκροταφείο-εκεί που είχαν γίνει όλα. Ο φίλος του έδειχνε να αγνοεί την θέα.

Ο ντι-τζέι άλλαξε την ποπ μουσική που έπαιζε επειδή πλησίαζαν μεσάνυχτα κι από τα ηχεία ακούστηκε δυναμικά μια υπέροχη ροκ μελωδία που σε ξεσήκωνε αμέσως.

Rock sugar
this is it
Tiny dancer
yeah
Movin' right through the night

O Αντώνης παράγγειλε σφηνάκια, η Έφη άρχισε να χορεύει με τα μακριά μαύρα της μαλλιά να τινάζονται παντού κι ο Άγγελος συνεπαρμένος από την μουσική, αφέθηκε για μια στιγμή να χαλαρώσει, απολαμβάνοντας το καλοκαίρι, όπως θα έκανε κάθε αγόρι στην ηλικία του κι επιτέλους πήρε το βλέμμα του από το παράθυρο.

Από την πόρτα μπήκε μια κοπέλα με ένα τζοκόντειο χαμόγελο στα χείλη. Τα καστανά μαλλιά της έπεφταν σγουρά στους ώμους. Είχε πιάσει την μια τους πλευρά στο πλάι με ένα ασημένιο τσιμπιδάκι στολισμένο με στρας. Φορούσε μια καφέ ολόσωμη φόρμα με βάτες που την έκαναν να φαίνεται υπεροπτική κάτι που έδειχνε να προσπαθεί να τονίσει περισσότερο περπατώντας με τα χέρια στις τσέπες. Στο μέρος της καρδιάς, το ύφασμα είχε κεντημένα κόκκινα τριαντάφυλλα που ταίριαζαν με τα κόκκινα ψηλοτάκουνα λουστρίνια της. Του έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα καθώς περνούσε κι ο Άγγελος έχασε τη γη από τα πόδια του.

«Πες μου ότι δεν θυμάσαι ποια είναι αυτή».

«Όχι, δεν έχω ιδέα. Ποια είναι;» ρώτησε σαν χαμένος.

«Αυτή είναι το πρώτο σου φιλί, μεγάλε. Την πάτησες απόψε άσχημα. Έμπλεξες με όλους εμάς πάλι», χαζογελούσε ο Αντώνης.

«Δεν θα την αναγνώριζα με τίποτα».

«Θα πας να της μιλήσεις;»

«Ναι», είπε και ξεκίνησε μαγεμένος να πάει προς το μέρος όπου καθόταν με τις φίλες της, αλλά η διάθεσή του κόπηκε από τη φωνή της αδερφής του που φώναζε να σε κάποιον να την αφήσει ήσυχη. Ένας τύπος με μαλλί γλυμμένο από το τζελ, την είχε στριμώξει προσπαθώντας να την αναγκάσει να χορέψει μαζί του, απλώνοντας συνέχεια τα χέρια του στο σώμα της, ενώ η Έφη πάλευε σπρώχνοντας τον ώστε να γυρίσει κοντά στον αδερφό της.

«Τι έγινε, ρε φίλε; Τρέχει τίποτα;» ρώτησε ο Άγγελος πλησιάζοντας τους. Στα αυτιά του άκουγε τη φωνή του προπονητή της πάλης κάθε φορά που τύχαινε να μπλέξει σε καβγά. Τον άκουγε να λέει ο μαχητής ελέγχει τον εαυτό του και την οργή του. Η συμβουλή του έπιανε μέχρι τώρα. Όμως οι άνευ λόγου καβγάδες με τους μεθυσμένους στα μπαρ δεν ήταν το ίδιο με το να βλέπει να του πειράζουν την αδερφή μπροστά του λες και δεν υπήρχε.

«Δεν τρέχει τίποτα, Άγγελε. Τίποτα. Πάμε να φύγουμε», επαναλάμβανε η Έφη τραβώντας τον από το χέρι και παρακαλώντας ταυτόχρονα τον Αντώνη να τον σταματήσει.

«Έλα, φύγαμε. Δεν αξίζει τον κόπο. Πάμε αλλού».

«Ωραίο κωλαράκι έχει η μικρή. Πρόλαβα να το πιάσω», κάγχασε ο τύπος με το τζελ την ώρα που μάζευαν τα πράγματά τους για να φύγουν.

Όλα κοκκίνησαν. Ο Άγγελος δεν έβλεπε παρά μονάχα κόκκινο φως. Τυφλωμένος, του όρμησε με μια κουτουλιά, ο τύπος ούρλιαξε από τον πόνο, τον έσπρωξε, σωριάστηκε κι έπεσε επάνω του με λύσσα. Η πρώτη γροθιά τον βρήκε στο σαγόνι κι η επόμενη στην μύτη του που μάτωσε αμέσως βάφοντας τα χέρια του. Αισθανόταν να τον τραβούν, αλλά δεν σταματούσε να τον χτυπάει. Η μουσική είχε διακοπεί. Το μουρμουρητό της ψαλμωδίας των πιστών της Αίρεσης την είχε αντικαταστήσει. Στον τοίχο είχαν απλωθεί δυο σκιές. Η μια ήταν του Άγγελου κι η άλλη του δαίμονα που είχε βγει από την ψυχή του και μεταμορφωμένος σε οργή είχε καταφέρει ν’ αναστηθεί. Τα μακριά μαλλιά του Άγγελου έσταζαν ιδρώτα, τα μάτια του έσταζαν δάκρυα από την ένταση. Η Φωνή χόρευε στο κρανίο του χαρούμενη ουρλιάζοντας τραγουδιστά σκότωσέ τον, σκότωσέ τον, σκεπάζοντας την φωνή της αδερφής του που έκλαιγε και του Αντώνη που προσπαθούσε να τον συνεφέρει.

Ένα χέρι τον άγγιξε στον ώμο. Η αίσθηση της αφής τού ήταν γνώριμη. Η οργή μπήκε σε παύση. Αρμονία και γαλήνη φύτρωναν στην ψυχή του σαν αναρριχώμενη τσουκνίδα που αντί για δηλητήριο τον πότιζε με ηρεμία. Ήταν το ίδιο χέρι, το ίδιο άγγιγμα με εκείνο που τον είχε απελευθερώσει από τη Λειτουργία του Μαύρου Ρόδου.

«Έλα, Άγγελε. Ας τον αφήσουμε. Η οργή είναι η τροφή των θεών. Ας μην την σπαταλήσουμε στα σκουλήκια», του ψιθύρισε βγάζοντάς τον από τη μανία. Ο Άγγελος υπάκουσε. Άφησε το θύμα του και στράφηκε πίσω αυτήν τη φορά να δει ποιος μιλούσε˙ αντίκρισε μονάχα τον Αντώνη τρομαγμένο. Κοίταξε ολόγυρα. Ο κόσμος είχε παγώσει. Στα γρήγορα, τον τράβηξε, σηκώθηκε, πήραν τη μικρή κι έφυγαν. Το πρώτο του φιλί τον περίμενε έξω στον δρόμο και τον κοιτούσε αστράφτοντας ολόκληρη καθώς ανέβαινε όπως όπως στο μηχανάκι, έχοντας τα μπράτσα της πλεγμένα. Ήταν η μόνη που δεν έδειχνε να έχει φοβηθεί. Φαινόταν να έχει γοητευτεί από όλο αυτό το ξέσπασμα της βίαιης δύναμης του καλοκαιρινού παιδικού της έρωτα.

«Φίλε, είσαι επικίνδυνος», του φώναζε ο Αντώνης από απέναντι καθώς έτρεχαν στον παραλιακό δρόμο. Τον είχε θεοποιήσει μετά από το μένος που είχε θαυμάσει. Ο Άγγελος γελούσε αυτάρεσκα με τη μικρή του αδερφή να έχει γαντζωθεί στη σέλα και στο κορμί του μ’ ευγνωμοσύνη. Ο άνεμος σφύριζε στ’ αυτιά του, κι εκεί μπερδεμένη μέσα στα σφυρίγματα, η Φωνή παραπονιόταν σκούζοντας απαίσια επειδή δεν της είχε προσφέρει αυτό που ήθελε, ώστε η θυσία να τη φέρει στο φως και να γίνουν οι δυο τους ένα, εναντίον όλων.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά