“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 11: Το σημείο

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Πέρασαν την ημέρα τους στην αυλή του σπιτιού του Αντώνη, με τη ζέστη του καλοκαιριού να τους ψήνει, μαστορεύοντας τα μηχανάκια τους. Η σκιά της κληματαριάς και των δέντρων σχημάτιζαν φυσικό υπόστεγο, αλλά ήταν ανήμπορο να τους δροσίσει. Ο ήλιος έκαιγε από το πρωί και, παρόλο που είχε φτάσει απόγευμα πια, το λιοπύρι δεν έλεγε να υποχωρήσει. Έλυναν κι έδεναν τις μηχανές, ώσπου στο τέλος βάλθηκαν να βγάλουν τις μάσκες, αφήνοντας μόνο τον σκελετό˙ έτσι θα φάνταζαν πιο τρομακτικά τα μηχανάκια αλλά κυρίως οι αναβάτες τους.

«Τώρα μάλιστα», είπε με καμάρι, ο Αντώνης.

«Τώρα τι;» ρώτησε ο Άγγελος.

«Τώρα θα φαινόμαστε αλήτες».

«Δεν είμαστε;»

«Ναι, είμαστε, οι τρομεροί και φοβεροί αλήτες της Ψυχώρης», απάντησε ειρωνικά ο φίλος του. «Σταμάτα να τα μετράς όλα τόσο σοβαρά. Το κομμάτι μας και το κέφι μας θα κάνουμε. Άλλωστε, τα πρόσφατα νέα θα προηγηθούν της αλητείας μας, ύστερα από τον βλάκα που έσπασες στο ξύλο. Οπότε, μην σε απασχολεί, αν φαίνεσαι κακός».

«Αυτή η ζέστη είναι αφόρητη», δικαιολογήθηκε ο Άγγελος μαλακώνοντας τη φωνή του. Δεν του έφταιγε η ζέστη. Τον έτρωγε το παρελθόν. Σαν να τριγύριζε εκείνο το παιδικό καλοκαίρι ανάμεσά τους και δεν τον άφηναν να μιλήσει. Δεν είχε όρεξη για καβγά σήμερα, αλλιώς θα έφερνε την κουβέντα εκεί που ήθελε.

«Ο παππούς μου, που βλέπει τον καιρό, είπε πως ούτε σήμερα θα δροσίσει, γι’ αυτό λέω να πάμε βόλτα δίπλα απόψε», πρότεινε ο Αντώνης μασώντας τα λόγια του που στη λέξη “δίπλα” έκρυβαν τη μεγαλύτερη πόλη του νομού. Ήξερε πως ο Άγγελος, παράξενος και μονόχνοτος όπως ήταν, θα αντιδρούσε κι ήθελε να φέρει ομαλά την πρόταση. Είχε βαρεθεί την Ψυχώρη˙ έψαχνε περιπέτεια και, κυρίως, εύκολα κορίτσια που ήταν πρόθυμα να μεθύσουν μαζί του κι έπειτα να μην τα ξαναδεί.

«Πού δίπλα;»

«Στο Νεράκι. Ποτάμι έχει, καταρράκτη έχει, θα έχει και περισσότερη δροσιά».

«Έχεις τρελαθεί μου φαίνεται. Δεν έχω δίπλωμα εγώ. Είναι πολλά τα χιλιόμετρα. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην συναντήσουμε αστυνομία. Ξέχασέ το», διαμαρτυρήθηκε. Σηκώθηκε όρθιος και, πετώντας τα κατσαβίδια στο έδαφος, άρχισε να πηγαινοέρχεται, χαϊδεύοντας το σημάδι στο πρόσωπό του με τα μουτζουρωμένα από το γράσο χέρια του.

«Αλήθεια, ρε, φίλε. Πώς έγινε αυτή η μαλακία στη μούρη σου;»

«Δική μου δουλειά. Θα περάσω το βράδυ να σε πάρω», είπε ξερά, τα μάζεψε, ανέβηκε στο παπί κι έφυγε. Ο ήλιος τον έκαιγε μέχρι να φτάσει στο σπίτι κι εκείνος ευχόταν να μπορούσε αυτή η λάβα να φτάσει μέχρι την ψυχή του και να καυτηριάσει τα τραύματά του, να λιώσει τα δύο φίδια που τον δάγκωναν ανελέητα, στερώντας του τη γαλήνη που μόνο το άγγιγμα εκείνου του χεριού του είχε προσφέρει. Το ένα δηλητήριο ήταν το αντίδοτο του άλλου. Το δηλητήριο της πίστης κυλούσε στο αίμα του, θέλοντας να τον σπρώξει να σώσει τον κόσμο, και το δηλητήριο που η Φωνή έχυνε στα σπλάχνα του με τα σάλια της όποτε μιλούσε, προσπαθώντας να τον πείσει να τον καταστρέψουν. Αυτές οι δυο ουσίες ενωμένες φούντωναν τη φωτιά της οργής κι ο Άγγελος καιγόταν στην έρημο της μοναξιάς του.

«Πού πάμε;» ρώτησε ο Αντώνης αφού χαιρετήθηκαν.

«Εκεί που είπες».

«Είσαι πρώτος! Πώς άλλαξες γνώμη;» τον ρώτησε έκπληκτος, αλλά ο Άγγελος τον στραβοκοίταξε κι άλλαξε την κουβέντα. «Λοιπόν, άκουσέ με. Το σκέφτηκα καλά. Δεν θα πάμε από την εθνική οδό. Θα πάμε από τον δρόμο που περνάει από το δάσος κι όταν πλησιάσουμε στην πόλη θα κρύψουμε το ένα μηχανάκι και θα κυκλοφορήσουμε με το άλλο. Θα οδηγήσω εγώ. Εντάξει;»

«Πάμε και βλέπουμε», απάντησε βαριά ο Άγγελος. Πήγαινε γυρεύοντας να βρει τον διάολό του. Η θεία του την χρησιμοποιούσε συχνά αυτήν την έκφραση. Την ώρα που έβγαινε από το σπίτι για να φύγει, ο ήλιος μόλις που είχε δύσει στον ορίζοντα. Μια νυχτερίδα τους επισκέφτηκε κι αφού περιπλανήθηκε ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα της φτερά, βρήκε ένα κλαδί που τη βόλευε να κρεμαστεί κι έμεινε εκεί να τους κοιτάζει.

«Τάσο, έλα γρήγορα. Μια νυχτερίδα. Τρέξε να τη διώξεις. Γρήγορα, σε παρακαλώ», φώναζε η Αρετή πανικοβλημένη.

«Πώς κάνεις έτσι, βρε, θεία;» ρώτησε η Έφη θέλοντας να την καθησυχάσει.

«Είναι γρουσουζιά. Να φύγει, δεν τη θέλω. Τρέξε, Τάσο».

Ο Άγγελος επιτάχυνε το βήμα για να φύγει μια ώρα γρηγορότερα. Ο πανικός της Αρετής τού έφερε δυσφορία κι η υστερία της σκορπούσε κάτι δυσοίωνο στην ατμόσφαιρα. Μόλις έβαλε μπροστά το παπί, η νυχτερίδα εγκατέλειψε το κλαδί της, τρομαγμένη από τον θόρυβο της εξάτμισης, και πετώντας πέρασε ξυστά από το αυτί του Άγγελου, ο οποίος παραλίγο να πέσει για να την αποφύγει. Του άρεσε η αίσθηση όμως. Ήταν σαν κάτι να ήθελε να του ψιθυρίσει στο αυτί.

«Κακό σημάδι. Ανάθεμά την που ήρθε εδώ να μας αναστατώσει. Πρόσεχε, Άγγελε», φώναζε ενώ ο ανιψιός της έβγαινε από την πόρτα στον δρόμο, σηκώνοντας απλώς το χέρι του για να τους αποχαιρετήσει.

«Κακό σημάδι. Ο θεός να τον φυλάξει», είπε και σχημάτισε αποκαρωμένη το σημείο του σταυρού στον αέρα, αφού μόνο αυτό περνούσε από το χέρι της να κάνει για να τον προστατεύσει.

Ο δρόμος που περνούσε από το δάσος ήταν αρκετά επικίνδυνος. Είχε άσφαλτο μεν, αλλά είχε και λακκούβες παντού. Δεξιά κι αριστερά πύκνωναν τα δέντρα και το μόνο φως που έπεφτε στο μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής ερχόταν από την πανσέληνο. Δυο παιδιά, με τα ξεγυμνωμένα, άγρια μηχανάκια τους, διέσχιζαν ενθουσιασμένα τη νύχτα στο φως του φεγγαριού, πιστεύοντας πως η περιπέτεια τους περίμενε. Μόνο που η περιπέτεια τους καταδίωκε χωρίς να το έχουν αντιληφθεί. Γελούσαν και χαίρονταν αμέριμνοι τη δροσιά της υγρασίας που έβγαινε από την καρδιά του δάσους, όταν ακούστηκε ο βρυχηθμός των μηχανών που τους ακολουθούσαν. Πρώτος γύρισε να κοιτάξει ο Άγγελος. Είχαν εμφανιστεί από το πουθενά δυο μεγάλες μηχανές και τους πλησίαζαν, χωρίς να αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα. Έκανε νόημα στον Αντώνη να δει κι εκείνος ανταπέδωσε το νόημα προτρέποντάς του να πάνε πιο γρήγορα.

«Ας τους να μας προσπεράσουν», του φώναξε, πιστεύοντας πως πάνε κι αυτοί στην πόλη και πως δεν είχαν τίποτα να κάνουν με τους δυο τους, όμως τον διέψευσε μια τρίτη μηχανή που είχε σταματήσει καταμεσής του δρόμου, φράζοντας το πέρασμα πλαγιασμένη. Αναγκάστηκαν να κόψουν ταχύτητα μέχρι να φρενάρουν. Κάποιος, που το μαλλί του γυάλιζε από το φως της σελήνης, στηριζόταν επάνω της καπνίζοντας. Οι άλλες δυο μηχανές σταμάτησαν πίσω τους. Από τη μία κατέβηκαν δυο άντρες κι από την άλλη τρεις. Απλώθηκαν γύρω τους, περικυκλώνοντάς τους. Μια νυχτερίδα πέταξε ανάμεσά τους βιαστικά προς το φεγγάρι. Ο Άγγελος θυμήθηκε την τρομαγμένη φωνή της Αρετής να τον προειδοποιεί κι ανατρίχιασε ολόκληρος.

«Πιάστε τους», έδωσε εντολή ο τύπος με το γυαλιστερό μαλλί, αφήνοντας τον καπνό από την τζούρα του να φύγει προς τον ουρανό.

Ο Αντώνης πλησίασε τον Άγγελο και κόλλησε την πλάτη του στη δική του έτοιμος να αμυνθεί. Πέντε λεπίδες μαχαιριών απελευθερώθηκαν από τις εγκοπές των σουγιάδων τους. Η λάμψη τους μοίρασε την απειλή στο σκοτάδι και τα δυο παιδιά κατάλαβαν πως δεν θα γλίτωναν εύκολα, ίσως και καθόλου. Δυο άρπαξαν τον Άγγελο και δυο τον Αντώνη από τα μπράτσα και τα κράτησαν δυνατά για να τους ακινητοποιήσουν. Ο πέμπτος απομακρύνθηκε για να φυλάξει τσίλιες σε περίπτωση που κάποιος αποφάσιζε να περάσει από εκεί. Ο τύπος με το γλειμμένο μαλλί περπάτησε αργά προς το μέρος τους και τότε είδαν ποιος είναι.

«Εσένα, αν καθίσεις φρόνιμα, δεν θα σε πειράξω», είπε στον Αντώνη. «Αλλά θα κάνω τα μούτρα του φιλαράκου σου χειρότερα απ’ ό,τι είναι».

Οι δικοί του τέντωσαν τα χέρια του Άγγελου, αφήνοντάς τον εντελώς εκτεθειμένο στ’ άσχημα κέφια του αρχηγού τους. Του έριξε μια γροθιά στο πηγούνι, που δεν πόνεσε σχεδόν καθόλου, και μια στο αυτί που τον έτσουξε κι έσφιξε τα δόντια για να μην φωνάξει. Ετοιμαζόταν να του ρίξει την τρίτη στο στομάχι κι από τη μανιασμένη έκφρασή του και το σφίξιμο της γροθιάς του, ο Άγγελος κατάλαβε πως είχε σκοπό να τον διαλύσει. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε τον πόνο να τον βρει.

Βήματα ακούστηκαν να έρχονται από το δάσος. Ένας ψηλός άντρας εμφανίστηκε μέσα από το σκοτάδι κρατώντας ένα μπουκάλι στο χέρι. Έφτασε κοντά τους βαδίζοντας αργά. Ήπιε μια γουλιά, τους κοίταξε όλους με νόημα, λες και τους προειδοποιούσε για κάτι.

«Δεν πιστεύω να με αναγκάσεις να σπάσω το μπουκάλι και να μου χαλάσεις τη φάση με την ωραία μου μπύρα,ε;» είπε κοιτάζοντας στο κενό, αλλά απευθυνόταν στον σιχαμένο τύπο με το γλειμμένο μαλλί που εξακολουθούσε να έχει την γροθιά του να αιωρείται, οργισμένη.

«Φύγαμε», είπε ηττημένος. Οι λαβές χαλάρωσαν κι υποχώρησαν στις μηχανές τους για να χαθούν φεύγοντας, γρήγορα κι υπάκουα σαν σκυλιά.

«Αντώνη, ξέρεις πού θα με βρείτε. Σας περιμένω εκεί αργότερα», είπε κι έφυγε από εκεί που είχε έρθει.

«Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησε ο Άγγελος λαχανιασμένος και μούσκεμα στον ιδρώτα.

«Ο Σωτήρης».

«Δηλαδή;» πρόφερε με δυσκολία, συγκρατώντας το σαγόνι του που έτρεμε.

«Θυμάσαι όταν έψαχνες τη Σολομωνική και σου είχα πει πως στην Ψυχώρη βρίσκεις ό,τι θέλεις σχετικά μ’ αυτά τα πράγματα;»

«Ναι, το θυμάμαι. Αλλά ποτέ δεν μου εξήγησες τι εννοούσες».

«Άγγελε, εγώ σταμάτησα όσο ήταν νωρίς. Τότε έκανα παρέα με τα παιδιά που είχαν μπει στην ομάδα του Σωτήρη κι είδα κι έμαθα διάφορα. Ήμουν μικρός. Είχε ενδιαφέρον και, κυρίως, είχε γκόμενες και καλά ναρκωτικά. Πουλούσα μόστρα…»

«Γιατί σταμάτησες;»

«Το έμαθε ο αδερφός μου. Με έβαλε να ορκιστώ πως θα ξεκόψω, αλλιώς θα με σκότωνε. Τους απέφυγα σιγά σιγά και με τον καιρό με ξέχασαν. Δεν έχω μαλώσει μαζί τους, ούτε μπήκα βαθιά, οπότε δεν υπήρχε κάποιος λόγος να με πειράξουν. Δεν έχω πει λέξη σε κανέναν. Το έχεις διαπιστώσει, άλλωστε. Πρώτη φορά μιλάω γι’ αυτό».

«Τι θα κάνουμε τώρα;»

«Πρέπει να πάμε να τον βρούμε. Δεν ήταν λίγο αυτό που έκανε. Θα σε είχαν κάνει κομμάτια, μπορεί να μην έβγαινες ζωντανός. Εμένα δεν θα με πείραζαν. Είναι ο αδερφός μου στη μέση. Εσένα γλίτωσε. Όμως…»

«Όμως τι;»

«Δεν ξέρω αν θέλεις να είσαι υποχρεωμένος στον Σωτήρη. Δεν ξέρω τι θα σου ζητήσει να κάνεις για να ανταποδώσεις. Ίσως και τίποτα. Δεν ξέρω. Δεν μένει μόνιμα εδώ. Πηγαινοέρχεται στην Αθήνα. Θα σου έλεγα να φύγεις αν είναι δυνατόν, αλλά αν θέλει να σε βρει, θα σε βρει κι εκεί»

«Για ποιον λόγο μας βοήθησε; Πώς το ήξερε πρώτα απ’ όλα;»

«Έλα, ρε, φίλε. Τι με ρωτάς; Σου εξηγώ τόση ώρα και δεν θέλεις να μπεις στο νόημα. Η Ψυχώρη είναι το λημέρι του. Εδώ είναι χωριό. Όλα μαθαίνονται. Μαθεύτηκε ότι κάποιος σάπισε στο ξύλο κάποιον κι ότι αυτός θέλει να εκδικηθεί. Δεν είναι δύσκολο να φτάσει στ’ αυτιά του. Για τον Σωτήρη είναι ζωή αυτές οι ιστορίες σ’ ένα μέρος όπου δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ, τίποτα».

«Τι λες να θέλει;»

«Δεν ξέρω. Κανονικά πρέπει να έρθω μαζί σου, αλλά φοβάμαι».

«Πού θα μας περιμένει;»

«Στην παραλία. Είναι ένας μικρός, απόμερος κολπίσκος λίγο πιο πέρα από εκεί που είχαμε κάνει το πάρτι. Θυμάσαι;»

«Εντάξει. Θα πάω μόνος μου».

Ο Αντώνης δεν ήξερε πως ο Άγγελος είχε εισέλθει στο Μαύρο Ρόδο, δεν ήξερε πως ασχολείται ακόμη με αυτά, δεν ήξερε την αιτία που τον ωθούσε να συνεχίζει να ψάχνει. Δεν ήξερε τίποτα.

«Πήγαινε, ευχαρίστησέ τον, δείξε την ευγνωμοσύνη σου και φύγε. Αύριο θα δούμε πως θα το αντιμετωπίσουμε. Θα σκεφτούμε με καθαρότερο μυαλό. Το πιθανότερο είναι να μοιραστείτε μερικές μπύρες και να γυρίσεις σπίτι σου. Μάλλον να σε τσεκάρει θέλει. Δεν φαντάζομαι να σου ζητήσει τίποτα απόψε κιόλας».

Τα δυο αγόρια χώρισαν. Ο Άγγελος οδήγησε το παπί μέχρι εκεί που του επέτρεψε η αμμουδιά κι έπειτα άναψε τσιγάρο και περπάτησε. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Δεν μπορούσε να συγκεντρώσει τη σκέψη του. Προσπαθούσε να κάνει συνδέσεις γεγονότων και καταστάσεων στο μυαλό του. Όλο αυτό που είχε αντιμετωπίσει νωρίτερα, του είχε δημιουργήσει απίστευτη σύγχυση, όμως με ένα μυστήριο τρόπο αισθανόταν ήρεμος. Ο Σωτήρης είχε κατορθώσει να του πάρει τον φόβο. Κανείς δεν θα τον ενοχλούσε ξανά στο χωριό. Τον είχε θέσει υπό την προστασία του. Αυτή η προστασία ήταν επικίνδυνη, αλλά αποτελούσε ίσως και την άκρη ενός νήματος από ένα καινούριο κουβάρι που ξετυλίγοντάς το μπορεί και να έφτανε κοντύτερα στον απόρθητο πύργο της σατανιστικής λατρείας.

Την προσοχή του τράβηξαν τα φώτα από τις λάμπες που είχε τριγύρω της η παρέα για να βλέπει. Καθισμένοι στην άμμο μιλούσαν ήσυχα και γελούσαν πίνοντας. Τρία κορίτσια και τρία αγόρια. Ο Σωτήρης καθόταν μόνος του, έχοντας μιαν μικρή απόσταση. Πλησιάζοντας, άκουσε μουσική από τα ηχεία του κασετόφωνου κι όλοι σιγοτραγουδούσαν τους στίχους, θυμίζοντάς του εκείνο το αναθεματισμένο μουρμουρητό της Στοάς.

There in the middle of the circle
He stands searching, seeking
With just one wave of his strong right hand
The answer will be found

«Να ο επίτιμος καλεσμένος μας. Έφτασε επιτέλους. Είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι δεν θα μας καταδεχθεί», είπε και του έκανε νόημα να καθίσει δίπλα του, ενώ οι υπόλοιποι τον υποδέχτηκαν κλίνοντας το κεφάλι, χωρίς πολλά λόγια. Πλησιάζοντας, τον παρατήρησε. Δεν τον θυμόταν καθόλου. Του είχε φανεί σαν οπτασία που γέννησε το σκοτάδι του δάσους.

Τα χέρια του ήταν γεμάτα τατουάζ από τον ώμο μέχρι τον καρπό. Δεν είχε δει ποτέ κανέναν με τόσα πολλά τατουάζ. Φορούσε μια κόκκινη, ξεχειλωμένη μπλούζα με ξηλωμένα τα μανίκια, ένα στενό μαύρο τζιν και σκισμένα μαύρα allstar. Στηριζόταν ράθυμα στους αγκώνες του κι έδειχνε γεμάτος όρεξη για κουβέντα.

«Για λέγε, λοιπόν. Πόσο φρικτά είναι αυτά που σου είπαν για μένα;» ρώτησε ευθέως ο Σωτήρης ξεπερνώντας τα προσχήματα.

Ο Άγγελος σώπασε παίρνοντας στο χέρι το μπουκάλι που του πρόσφερε μια από τις κοπέλες της παρέας.

«Εντάξει. Καταλαβαίνω. Μην νιώθεις άβολα».

«Εγώ όμως δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο μας βοήθησες», ρώτησε ωμά ο Άγγελος, κάνοντας τον Σωτήρη να βάλει τα γέλια.

«Γιατί δεν γουστάρω τους γυμνοσάλιαγκες σαν αυτόν. Πώς σου φαίνεται;»

«Το δέχομαι», απάντησε ο Άγγελος κουνώντας το κεφάλι. Από τον τόνο της φωνής του κατανόησε πως έλεγε αλήθεια και πως καλύτερα θα ήταν να μην πιέσει την κατάσταση για περισσότερες απαντήσεις.

«Φίλε μου, ό,τι κι αν άκουσες για μένα, θέλω να σου πω πως τα μισά είναι ψέματα και τα άλλα μισά είναι αναληθή, όπως έλεγε κι ο φίλτατος Κάρολος Ντίκενς».

«Διαβάζεις;»

«Πάρα πολύ. Από εκεί ξεκίνησε όλο το κακό».

Η βραδιά κύλησε υπέροχα. Πρώτη φορά αισθανόταν άνετα σε μια παρέα με συνομήλικούς του. Γελούσαν, απολάμβαναν τη βραδιά, τραγουδούσαν κι έπιναν χωρίς να μεθάνε. Πρώτη φορά αισθανόταν ότι είχε χάσει κάτι όλα αυτά τα χρόνια της απομόνωσής του. Εκεί που ζούσε, όπου κι αν είχε περιπλανηθεί, δεν είχε βρει μια τόσο όμορφη συντροφιά που να του προσφέρει ανακούφιση από τη βαβούρα και τη μέγγενη του κόσμου. Αναρωτήθηκε γιατί ο Αντώνης τον φοβόταν τόσο. Σίγουρα έπαιζε ρόλο η ηλικία του, γιατί όπως του είπε ήταν είκοσι εννιά, και σαφώς το παρουσιαστικό του. Όμως η ευγένειά του κι ο λόγος του σπάνιζαν˙ τον έκαναν άκρως συμπαθητικό. Τόσο που ο Άγγελος απογοητεύτηκε πως ο θησαυρός που φαντάστηκε πως βρήκε είχε αποδειχθεί άνθρακας. Ο Σωτήρης έμοιαζε σαν ένας καλός βασιλιάς, ικανοποιημένος με τον μικρό του βασίλειο.

«Έπρεπε να έχουμε φροντίσει να φέρουμε ξύλα για να ανάψουμε φωτιά», είπε η ίδια κοπέλα που είχε προσφέρει την πρώτη μπύρα στον Άγγελο.

«Μην με προκαλείς, αδερφή μου», της απάντησε ο Σωτήρης παραφράζοντας τα λόγια του Ιησού προς τη μητέρα του όταν είχε λιγοστέψει το κρασί στον γάμο της Κανά, κι όλοι γέλασαν. Ο Άγγελος δεν κατάλαβε το αστείο, αλλά ένιωσε κάτι διαβολικό να σέρνεται κάτω από τα γέλια τους. Αποφάσισε να το προσπεράσει, ζήτησε να πιει κι άλλο και τότε ο Σωτήρης τον αιφνιδίασε.

«Θέλεις να δεις από πού πηγάζει η διαβόητη κακοφημία μου;»

Ο Άγγελος τον κοίταξε απορημένος.

«Έλα, άναψε μια φωτιά» νιαούρισε μια άλλη κοπέλα και πήγε και χώθηκε στην αγκαλιά του διπλανού αγοριού της, σίγουρη πως θα το κάνει.

«Ας μην τρομάξουμε τον καλεσμένο μας. Απ’ όσο βλέπω διασκεδάζει μαζί μας. Θα είναι κρίμα να μην έχουμε την χαρά της παρουσίας του ποτέ ξανά», είπε ο Σωτήρης διαλέγοντας τα λόγια του, ώστε να τον προτρέψει να δεχτεί.

«Είμαι πάρα πολύ περίεργος να δω από πού προέρχεται η φήμη σου, διαφορετικά δεν θα ερχόμουν. Εμπρός, λοιπόν», τον προέτρεψε θαρραλέα. Ο Σωτήρης κάγχασε αυτάρεσκα, σήκωσε το χέρι του ψηλά κι με ένα χτύπο των τριών του δαχτύλων, εμφάνισε μια φωτιά στο κέντρο του κύκλου που σχημάτιζε η συντροφιά. Ο Άγγελος δεν της έδωσε σημασία. Την προσοχή του τράβηξε το σκαρίφημα που βρισκόταν ζωγραφισμένο στο πίσω μέρος του μπράτσου του. Ένα παράξενο και μπερδεμένο ιδεόγραμμα που δεν έβγαζε κανένα νόημα. Αυτό πρέπει να το δει ο παλαιοπώλης, σκέφτηκε αυθόρμητα και προσπάθησε να το αποτυπώσει στη μνήμη του ώστε να μπορέσει μετά να το σχεδιάσει στο σημειωματάριο.

Ο Σωτήρης αντιλήφθηκε αμέσως πως δεν είχε κερδίσει το ενδιαφέρον του φιλοξενούμενου του κι αποφάσισε να δράσει γρήγορα.

«Δεν τον εντυπωσίασε το ταχυδακτυλουργικό μου», είπε απευθυνόμενος στους υπόλοιπους και σηκώθηκε όρθιος.

«Τι θα μπορούσα να κάνω για να το πετύχω;» ρώτησε τον Άγγελο υποκλινόμενος με κολακεία αυλικού.

«Αν μπορείς άναψε μια φωτιά εκεί», του ζήτησε δείχνοντας με το δάχτυλο την απέναντι στεριά στην άλλη μεριά της θάλασσας με ύφος αδιάφορο, πιστεύοντας πως θα βρει μια δικαιολογία για να μην το κάνει.

«Στις διαταγές σας», δέχτηκε ο Σωτήρης, προσπαθώντας να συγκρατηθεί και να μην φανεί στη φωνή του ο εκνευρισμός που του είχε δημιουργήσει η αμφισβήτηση.

Με την πλάτη γυρισμένη στο σημείο που του υπόδειξε, κοιτάζοντας τον Άγγελο στα μάτια, σήκωσε το χέρι του ψηλά και κατεβάζοντας το, είπε μειλίχια σαν να μιλούσε σε ένα μικρό παιδί: «Κι εγένετο φωτιά».

Ο Άγγελος χλώμιασε. Τα είχε καταφέρει. Οι άλλοι χαχάνιζαν χαρούμενοι για το επίτευγμα του βασιλιά τους, ενώ ο Σωτήρης έχωσε τα χέρια στις τσέπες, παριστάνοντας τον αθώο και κάθισε πάλι στη θέση του.

«Τώρα που έχω την προσοχή σου, μπορώ να ελπίζω στη φιλία σου;» ρώτησε τον Άγγελο γεμάτος γλυκύτητα, ενώ η γυαλάδα από τη φλόγα που καθρεφτιζόταν στα μάτια του σπινθήριζε στο σκοτάδι.

Είχε έρθει πολύ πιο κοντά από όσο περίμενε σ’ αυτό που κυνηγούσε. Του είχε δοθεί η ευκαιρία να λειτουργήσει αυτόνομα, μακριά από την προστασία του παλαιοπώλη. Η Φωνή ξέσπασε σε ουρλιαχτά πανηγυρισμού, αλλά σκεπάστηκαν από τη σκέψη του Άγγελου που για πρώτη φορά κατόρθωσε να την καταπνίξει, συνειδητοποιώντας πως είχε εδώ και πάρα πολύ καιρό σταματήσει να εμπνέεται από τον Ιησού κι από την πίστη του πως μπορούσε να σώσει τον κόσμο από το Κακό. Αυτό που τον κινητοποιούσε ήταν εκείνο το φίδι με τα δυο κεφάλια που τον δάγκωνε χώνοντας βαθιά τα δόντια στην ψυχή του, ένα φίδι που δεν ήξερε τ’ όνομά του για να το ξορκίσει.

«Πάμε να μιλήσουμε οι δυο μας, Άγγελε», του ψιθύρισε ο Σωτήρης, βάζοντας το χέρι στον ώμο του χωρίς να του προσφέρει γαλήνη παρά μόνο ανησυχία, αφού κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα να μάθει τι του χρωστούσε.

Συνεχίζεται

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά