“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 12: Το σπήλαιο

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

Ο Άγγελος καθόταν στην υγρή αμμουδιά, χαζεύοντας ένα μοναχικό αστέρι στο βάθος του ουρανού. Το μακρινό, λιλιπούτειο φως που παρατηρούσε, έμοιαζε με μια ανταύγεια της θεότητας που, παρ’ όλη την ασημαντότητά της, ήταν ικανή να υπερτερεί, κλέβοντας την παράσταση από το σκοτάδι.

«Από πού θέλεις να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας;» ρώτησε ο Σωτήρης καθώς έπεφτε με φόρα στην άμμο δίπλα στο νέο του φίλο, βγάζοντάς τον άτσαλα από την περισυλλογή του.

«Τι σόι κόλπο ήταν αυτό πριν με τη φωτιά;»

«Σίγουρα, όχι ταχυδακτυλουργικό. Θα κατάλαβες πως ειρωνευόμουν», απάντησε γελώντας με νόημα ο Σωτήρης.

«Θα μπορούσες να το έχεις στήσει με κάποιον τρόπο. Δεν είναι δύσκολο».

«Θα μπορούσα, αλλά δεν είναι στημένο. Μπορώ αν θέλεις να το ξανακάνω», είπε προκλητικά, περιμένοντας να δει την αντίδραση του Άγγελου που τον κοιτούσε ανέκφραστος.

«Ωραία, λοιπόν. Αποδείξεις θέλεις; Θα τις έχεις».

Ο Σωτήρης σηκώθηκε όρθιος, τίναξε την άμμο από το παντελόνι του, έκανε μια υπόκλιση, έβαλε τα χέρια πίσω από την πλάτη κι έπειτα αναφώνησε με θεατρικό τρόπο που θύμιζε αρλεκίνο:

«Κυρίες και κύριοι, ο Μάικ Λαμάρ, σας παρουσιάζει μια μπάλα χιόνι μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού».

Ο Άγγελος πετάχτηκε ανατριχιασμένος. Δεν φοβήθηκε. Αισθάνθηκε μονάχα μιαν παράξενη ενόχληση από τις κινήσεις του Σωτήρη που φερόταν παράξενα γελοία. Μια μπάλα χιόνι είχε φανερωθεί μπροστά στα μάτια του από το πουθενά κι εκείνος το μόνο που πρόσεχε ήταν η παρουσία του Σωτήρη, επειδή έμοιαζε σαν ένα ασυνάρτητο ον που κινούνταν λες και δεν είχε κλειδώσεις στο σώμα του.

«Πείστηκες;»

«Για ποιον λόγο είναι σημαντικό για σένα να με πείσεις;

«Χρειάζομαι βοήθεια για να βρω διέξοδο», απάντησε ο Σωτήρης. Η γλώσσα του είχε σκοντάψει στη λέξη βοήθεια. Πέταξε την μπάλα και, καθώς καθόταν, επανήλθε, έχοντας όμως απολέσει την αυτάρεσκη έκφραση που είχε προ ολίγου με τους αυλικούς του. Τώρα, το πρόσωπό του είχε σκυθρωπιάσει κι αγνάντευε τη θάλασσα σχεδόν με απελπισία.

«Να βρεις διέξοδο για να ξεφύγεις από τι; Και γιατί διάλεξες εμένα;»

«Δεν διάλεξα κανέναν. Δοκιμάζω την τύχη μου αναλόγως με αυτό που μου φέρνει».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Όπως σου είπα, όλο το κακό ξεκίνησε από τα βιβλία», αστειεύτηκε.

«Φταίνε τα βιβλία για τα ταχυδακτυλουργικά σου;» τον ρώτησε ο Άγγελος με αυθάδεια, δείχνοντάς του την μπάλα που έλιωνε λίγο πιο πέρα.

«Δεν είπα αυτό. Σου είπα πως από εκεί ξεκίνησε το κακό. Η συνέχεια δεν σε αφορά. Ούτε πρόκειται να αφηγηθώ την ιστορία μου σε κανέναν. Πάντως, η εικόνα που έχουν εδώ στο χωριό για μένα δεν έχει καμιά βάση. Την άφησα να πλανάται σαν ιδέα σε μια ηλικία που μου άρεσε να με φοβούνται. Τώρα πλέον είναι αργά για να το αλλάξω κι ούτε θέλω».

«Τι θέλεις;»

«Να βρω έναν αντικαταστάτη να πάρει τη θέση μου».

Μεσολάβησε σιωπή ανάμεσά τους. Ο Σωτήρης κατάλαβε πως έπρεπε να συνεχίσει να εξηγεί˙ εφόσον δεν είχε φέρει αντίρρηση ούτε είχε φύγει, σήμαινε πως ήταν πρόθυμος να ακούσει τη συνέχεια.

«Η Μαγεία δεν είναι καμιά σπουδαία υπόθεση. Θέληση χρειάζεται. Αφού την κατέκτησα, ήθελα να κατακτήσω και την θεουργία. Εκεί χάλασε η συνταγή. Από τη λαχτάρα μου για γνώση, αφέθηκα να ακολουθήσω -πώς να το πω κομψά;- ας πούμε υπόγειες στοές που οδηγούν σε βάθος… απροσμέτρητο. Έχασα τον δρόμο μου, ξέχασα τον σκοπό μου κι όταν ξαναβρήκα τον εαυτό μου, είχα χάσει κι ένα μέρος της ψυχής μου».

Ο Άγγελος αισθανόταν πως του λέει την αλήθεια. Στα τελευταία του λόγια σχεδόν τον συμπάθησε. Η περιγραφή του, παρόλο που ήταν φειδωλή, του θύμισε τον δικό του αιμοβόρο εγκεφαλικό λαβύρινθο που προσπαθούσε να τον εξαφανίσει. Ο παλαιοπώλης στο μυαλό του, του ψιθύρισε πως είναι κι αυτό ένα κόλπο για να τον πείσει να κάνει αυτό που θέλει. «Κροκοδείλια δάκρυα», τον άκουσε να του λέει προστατευτικά.

«Γνώριζα για σένα από τότε που έψαχνες τη Σολομωνική. Φαντάζομαι δεν ήταν μόνο αυτό που έψαχνες. Όπως φαντάζομαι πως απόψε δεν αποδέχτηκες την πρόσκλησή μου αναζητώντας να βρεις απλώς παρέα, ούτε μονάχα από υποχρέωση. Βάζω στοίχημα πως ο Αντώνης σε προειδοποίησε ώστε να μην έρθεις αχαρτογράφητος, sunt dracones». Την ήξερε ο Άγγελος αυτήν την έκφραση. Του την είχε διδάξει ο παλαιοπώλης. Δεν τον τρόμαξε η απειλή των δράκων. Τον τρόμαξε πως μάντεψε ακριβώς τη σκέψη του πριν καλά καλά την κάνει.

«Κάτι βρήκα», είπε φέρνοντας τη συζήτηση στο κέντρο της.

«Δηλαδή;»

«Ένα μαύρο τριαντάφυλλο», του απάντησε αινιγματικά για να ελέγξει το βάθος της κατάβασης για την οποία είχε αγορεύσει.

«Η Εκκλησία του Μαύρου Ρόδου έχει βαθμίδες. Αμφιβάλλω αν έφτασες στην εξώπορτα», τον προκάλεσε απαντώντας άμεσα, τονίζοντας έτσι πως γνωρίζει πραγματικά αυτά για τα οποία μιλάει.

«Έφτασα και μπήκα κιόλας».

«Σε ακούω».

«Όχι. Όπως η δική σου περιπέτεια είναι μυστική, έτσι θα μείνει και η δική μου».

«Πολύ καλά. Πες μου, τουλάχιστον μέχρι πού είσαι διατεθειμένος να φτάσεις».

«Μέχρι όσο πάει».

«Η Εκκλησία του Σατανά έχει όσα παρακλάδια μπορεί να βάλει ο νους σου. Κόβεις ένα και φυτρώνουν χίλια. Το Μαύρο Ρόδο είναι ένα από αυτά. Σε συγχαίρω, διότι είναι απροσπέλαστο. Εκεί όπου θα σε προωθήσω εγώ όμως, θα έρθεις σε επαφή με την αληθινή σατανιστική λατρεία».

Ο Σωτήρης κοίταξε πάλι τη θάλασσα με κενό βλέμμα.

«Ας πούμε πως αυτό που σου προτείνω κι αυτό που ψάχνεις είναι το ίδιο κι ας υποθέσουμε πως είναι στον πυθμένα του ωκεανού του αγνώστου. Είσαι βέβαιος πως θέλεις να βουτήξεις στη σκοτεινή άβυσσο αυτής της θάλασσας;» τον ρώτησε θαρρείς και προσπαθούσε να τον εμποδίσει αντί να τον παροτρύνει.

Ο Άγγελος θύμωσε. Είχε βαρεθεί να ακούει ανθρώπους να τον ρωτούν αν είναι βέβαιος, χωρίς να του εξηγούν ποτέ τον λόγο, θέλοντας να τον προστατεύσουν από κάτι που τον είχε ήδη καταβροχθίσει, δίχως να κατανοούν πως ήταν αποκλειστικά δική του βούληση, ακόμη κι αν ήθελε να καταδικάσει τον εαυτό του στον πάτο των καζανιών της χειρότερης Κόλασης. Είχε κουραστεί να τους ακούει να περιτριγυρίζουν το Κακό σαν σκυλιά που ψάχνουν να αφήσουν το σημάδι τους αλλά φοβούνται. Είχε σιχαθεί να τους ακούει να τα παρατάνε και να δικαιολογούνται μετά για τον φόβο τους αντί να τον παραδέχονται. Αλλά δεν έφταιγαν οι άλλοι που του φέρονταν έτσι. Έφταιγε ο ίδιος που δεν είχε κατορθώσει να πνίξει εκείνο το δικέφαλο φίδι που τον δάγκωνε, κάνοντας τη Φωνή του να σιωπήσει για πάντα. Αλλά είχε έρθει η ώρα.

«Είμαι βέβαιος Μην με ξαναρωτήσεις. Ξέρω τι κάνω. Προχώρα παρακάτω», του είπε αυστηρά, χαϊδεύοντας με τον γνωστό εκδικητικό ρυθμό την ουλή στον πρόσωπό του, στερώντας του κάθε ευκαιρία για οποιαδήποτε αντίρρηση.

«Σύμφωνοι. Για να φύγω από τη Λατρεία πρέπει να βρω έναν αντικαταστάτη όπως σου είπα, να πάρει τη θέση μου. Κι αυτό το κέρδισα επειδή με το αίμα μου έσωσα κάποιον ανώτερό μου. Δεν έχω σιγουρευτεί πως θα με αφήσουν ήσυχο, αλλά θα προσπαθήσω. Ίσως λίγο καιρό μετά να με δεις στις ειδήσεις ως θύμα σε ανεξήγητο ατύχημα. Αυτό είναι το πιθανότερο. Αλλά θέλω να δοκιμάσω».

«Με το αίμα σου…;»

«Χρειαζόταν αίμα και του έδωσα. Μπορεί όσοι ασχολούμαστε με όλα αυτά να ξεχνάμε την ανθρώπινη υπόστασή μας, αλλά αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και να μας υπερνικά».

«Εγώ τι θα πρέπει να κάνω;»

«Εσύ τίποτα. Εγώ θα τα κάνω όλα».

«Δεν πρέπει να ξέρω τι με περιμένει και τι θα μου συμβεί;»

«Τίποτα δεν θα σου συμβεί. Υπομονή. Θα μάθεις όταν θα έχω κανονίσει τα πάντα».

«Αυτό στο μπράτσο σου, τι είναι;» βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει ο Άγγελος που στην ουσία μόνο γι’ αυτό ενδιαφερόταν.

«Ενωχιανό σύμβολο», του απάντησε αμέσως λες κι ήξερε από ώρα πως η προσοχή του Άγγελου είχε εστιαστεί σε αυτό το συγκεκριμένο τατουάζ ανάμεσα στα τόσα που είχαν στιγματίσει το δέρμα του.

«Υπάρχουν δυο Ενώχ. Ο Καλός κι ο Κακός. Ο καθένας τους έγραψε κι από ένα Ευαγγέλιο».

Απόκρυφα Ευαγγέλια, είπε ο παλαιοπώλης που δεν του άρεσαν διόλου οι άνθρωποι που παριστάνουν τους πολύξερους.

Αυτό ανήκει στο δεύτερο κι είναι ένα σύμβολο προστασίας.

«Από τι;» ρώτησε παραξενεμένος ο Άγγελος.

«Το Κακό μπορεί να νικηθεί μόνο αν επιστρατεύσεις ένα μεγαλύτερο Κακό, φίλε μου. Θα σε αφήσω να το ζωγραφίσεις, αν θέλεις, κι όταν επιστρέψεις στην Αθήνα, ερεύνησέ το. Προς το παρόν, ας περάσουμε το καλοκαίρι μας διασκεδάζοντας. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στον δρόμο», είπε. Σηκώθηκε και του έκανε νόημα να επιστρέψουν στην παρέα τους.

Ένα κορίτσι είχε προστεθεί στη συντροφιά γύρω από τη φωτιά. Το κορίτσι που του είχε χαρίσει το πρώτο του φιλί. Ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνο το βράδυ στο μπαρ. Είχε τα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά και το πρόσωπό της έλαμπε αμπογιάτιστο στο φως της φωτιάς. Φορούσε ένα ξεχειλωμένο, αμάνικο μπλουζάκι κι ένα ξεβαμμένο τζιν με βρεγμένα τα γυρισμένα του μπατζάκια. Ήταν ξυπόλυτη. Μάλλον είχε περπατήσει στην ακτή. Του χαμογελούσε και τον περίμενε. Αυτήν τη φορά τίποτα δεν θα μπορούσε να τον εμποδίσει. Θα περνούσε ακόμη και μέσα από τη φωτιά για να καθίσει κοντά της. Θρονιάστηκε δίπλα της, την κοίταξε στα μάτια, του έπιασε το χέρι και του ψιθύρισε στο αυτί το όνομα της:

«Μάγκι».

Ότι είχε απομείνει από εκείνη τη Φωνή, έσβησε από τον ήχο που έβγαλαν τα χείλη της κι όλα όσα ακούγονταν γύρω του, ακόμη κι ο ήχος των κυμάτων, τον ενοχλούσε πλέον σαν χασμωδία.

9 Σεπτεμβρίου 1989, Αθήνα

Το μελάνι από το στυλό της Μάγκι δεν έλεγε να ξεπλυθεί από την παλάμη του κι ας είχαν περάσει μέρες από τη στιγμή που το έγραψε. Επτά αριθμοί αχνοφαίνονταν, επτά μαγικοί αριθμοί που θα σχημάτιζε στο καντράν για να ξανακούσει τη φωνή της. Είχε στο χέρι του τον αριθμό της χαράς και μπορούσε πλέον να την καλέσει όποτε θέλει, να την αγκαλιάσει και να την γεμίσει φιλιά, αν και του έφτανε μονάχα να τη βλέπει. Δεν είχε μείνει πολύ. Θα ξεμπέρδευε με αυτήν την ιστορία κι ύστερα θα γινόταν δική του. Επτά αριθμοί και λίγος καιρός είχαν απομείνει να τον κρατούν μακριά της. Θα ολοκλήρωνε την αποστολή του και μετά ο κόσμος όλος θα τους άνηκε.

Δεν είχε πει πολλά στον παλαιοπώλη κι εκείνος το είχε καταλάβει πως του έκρυβε την πραγματική ιστορία του καλοκαιριού. Τον κοιτούσε κάθε φορά που συναντιόντουσαν στη μυστική αυλή της πυραμίδας, με μάτια γεμάτα παράπονο, σαν να του έλεγε πως είχε προδώσει τη φιλία τους. Του έριχνε το κονιάκ στο ποτήρι λες κι ήταν το κρασί που έριξε ο Ιησούς στον Ιούδα. Είχε έρθει με το σημειωματάριο γεμάτο από τις γνώσεις που με αμέριστη γενναιοδωρία του πρόσφερε ο Σωτήρης ώστε να τον προετοιμάσει κατάλληλα. Όμως, μοιράστηκε ελάχιστα από όσα είχε μάθει με τον μοναδικό φίλο του, τον παλαιοπώλη, τον κύριο Σταμάτη. Φοβόταν πως θα τον αποπροσανατολίσει, όπως είχε κάνει στην προηγούμενη προσπάθειά του. Αυτό που του είχε δείξει ήταν το σχέδιο του ενωχιανού συμβόλου που είχε ο Σωτήρης στο μπράτσο του, τον οποίο είχε παρουσιάσει ως έναν απλό γνωστό που ασχολούνταν με αυτά χωρίς ιδιαίτερη επίγνωση.

Το τραπέζι της αυλής ήταν σκεπασμένο με χαρτιά και με όλες τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο Άγγελος όσο καιρό ερευνούσε υπό την καθοδήγηση του μέντορά του. Είχαν πέσει κι οι δυο τους με τα μούτρα στους αρχαίους παπύρους της πυραμίδας.

«Να το! Είναι ολόιδιο. Καλά το θυμόμουν», φώναξε ο παλαιοπώλης, δείχνοντάς του τη φωτογραφία που κρατούσε. Ήταν ένα καπάκι φρεατίου με το ίδιο ακριβώς σύμβολο που είχε φέρει ο Άγγελος από την Ψυχώρη. Ήξερε πως όλα συνδέονται. Το είχε αφήσει να εννοηθεί ο Σωτήρης, αλλά δεν είχε δώσει πολλές λεπτομέρειες. Αυτό που δεν ήξερε είναι πώς θα εξηγούσε τη σύνδεση στον φίλο του. Διότι ήταν επίτευγμα να έχουν ανακαλύψει πως τα σύμβολα των φρεατίων οδηγούσαν στις στοές όπου πραγματοποιούνταν οι τελετές της Αίρεσης κι, αν μη τι άλλο, τους άνηκαν τα εύσημα.

«Πρέπει να φύγω. Έχω αργήσει και θα χάσω το τραίνο. Θα τα πούμε πάλι αύριο», υποσχέθηκε ψεύτικα ο Άγγελος κι έφυγε, αφήνοντας τον παλαιοπώλη με τη φωτογραφία και τον μεγεθυντικό φακό στο χέρι, ν’ απορεί και συνάμα να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Την επόμενη μέρα δεν φάνηκε από το παλαιοπωλείο. Έμεινε στο σπίτι, περιμένοντας επάνω από το τηλέφωνο την κλήση του Σωτήρη κι αισθάνθηκε πως είχε περάσει στην άλλη μεριά, τη μεριά του Θωμά. Ο πατέρας του κοιμόταν στον καναπέ. Η μητέρα κι η αδερφή του κοιμόντουσαν μαζί στο δωμάτιο. Η τηλεόραση έδειχνε μια ταινία του Κάρπεντερ. Ένας ιερέας έβγαζε ένα κλειδί από ένα ασημένιο κουτί. Ο Άγγελος αφαιρέθηκε για λίγο και στην επόμενη σκηνή ο Άλις Κούπερ εμφανίστηκε ως δαιμονισμένος άστεγος. Προσπαθούσε να θυμηθεί τον τίτλο. Το τηλέφωνο χτύπησε αργά το βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Κανείς δεν το άκουγε, εκτός από αυτόν που ξαγρυπνούσε σ’ έναν κόσμο ναρκωμένο. Όποιος καλούσε, καλούσε επίμονα γνωρίζοντας πως θα το σηκώσει. Τα χρώματα της ταινίας δημιουργούσαν μια μακάβρια ατμόσφαιρα στο δωμάτιο σαν να ήταν Χριστούγεννα ερειπωμένα και τα λαμπιόνια ενός σαθρού στολισμένου δέντρου να έβγαζαν το ίδιο μολυσματικό φως που είχε δει να ξεχύνεται στην είσοδο της Αίρεσης, διαβρώνοντας όλο το σπίτι.

«Εμπρός;»

«Σε μια ώρα βγες στον δρόμο. Θα περάσουμε να σε πάρουμε».

Η φωνή του Σωτήρη ακούστηκε καθησυχαστική Μια απλή βόλτα θα πάμε, του έλεγε ξανά και ξανά όλο το καλοκαίρι. Τον είχε δασκαλέψει πώς να φερθεί, αλλά δεν είχε δικαίωμα να μάθει τον προορισμό. Θα έπρεπε να είναι αμίλητος και σοβαρός και να κάνει ό,τι του λένε. Θα λειτουργούσε ως παρατηρητής, όπως πάντα. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα ποιο είναι το κριτήριο για να αποφασιστεί το αν θα τον αφήσουν να προχωρήσει στα ενδότερα, ούτε ήξερε πόσο βαθιά είχε προχωρήσει στη λατρεία ο Σωτήρης.

Τα φανάρια του αυτοκινήτου έριξαν φως στον τοίχο της πολυκατοικίας. Τα λάστιχά του έστριψαν, αφήνοντας μόνο τον ήχο από τα χαλίκια της ασφάλτου να ακουστεί. Σταμάτησε μπροστά του. Ο Σωτήρης ήταν συνοδηγός. Του έκανε νόημα να μπει και να καθίσει στο πίσω κάθισμα. Ο οδηγός του ήταν εντελώς άγνωστος. Ένας βαρύς τύπος που κάπνιζε βαριά τσιγάρα το ένα μετά το άλλο.

«Έτοιμος;»

«Έτοιμος».

«Πάρε αυτό», είπε ο Σωτήρης δίνοντας του ένα μαύρο μαντήλι.

«Γιατί;»

Ο Σωτήρης, κατέβηκε, κάθισε δίπλα του κι έδεσε σφιχτά τα μάτια του Άγγελου με το μαντήλι.

«Φίλε, με συγχωρείς αλλά δεν πρέπει να δεις τη διαδρομή και σε παρακαλώ μην αγγίξεις το μαντήλι γιατί θα γυρίσουμε επιτόπου. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι».

«Είναι λίγο μακριά, αλλά είναι νύχτα και θα φτάσουμε γρήγορα. Στις δύο ξεκινάει η τελετουργία του Μαύρου Ρόδου, Άγγελε. Ιδού η ευκαιρία σου!»

Ο οδηγός δεν έβγαλε λέξη σε όλη τη διαδρομή, ούτε κατέβηκε μαζί τους από το αμάξι. Θα τους περίμενε. Ο Άγγελος έπιασε το χέρι του Σωτήρη για να βγει και να περπατήσει. Κατάλαβε πως βαδίζουν σε πέτρες. Κάποια στιγμή τον φύσηξε ένα ψυχρό κύμα αέρα.

«Περνάμε την είσοδο», του εξήγησε ο Σωτήρης που τον είδε να ανατριχιάζει.

Περπάτησαν λίγο ακόμη. Ο δρόμος απόκτησε κατηφορική κλίση. Ο χώρος πάγωσε κι άλλο. Ο Σωτήρης του έβγαλε το μαντήλι.

«Φτάσαμε», είπε. Ο Άγγελος κοίταξε κατευθείαν ψηλά. Βρισκόντουσαν σε μια σπηλιά. Στο ταβάνι κυμάτιζε, από άκρη σ’ άκρη, ένα μικρό πράσινο σέλας. Σκέφτηκε πως μάλλον τα μάτια του είναι μπερδεμένα από την εναλλαγή. Προχώρησαν κι άλλο. Μπήκαν στην κεντρική τεράστια αίθουσα του σπηλαίου. Φωτιζόταν μονάχα από εκείνο το πράσινο σέλας που είχε απλωθεί ψηλά σαν νέφος. Ήταν γεμάτη από κόσμο. Φορούσαν όλοι τους ίδιους μαύρους μανδύες που είχε ξαναδεί τότε. Όλοι εκτός από τους δυο τους.

«Έλα, πάμε», τον τράβηξε ο Σωτήρης. «Εμείς θα παρακολουθήσουμε από εδώ».

Από τη δεξιά και την αριστερή πλευρά του σπηλαίου εμφανίστηκαν δυο άνθρωποι. Ο καθένας κρατούσε μια δάδα στο χέρι. Γονάτισαν όλοι. Από τη μια κουκούλα ξεχύνονταν τα κατάλευκα μακριά μαλλιά ενός άντρα κι από την άλλη οι κατακόκκινες μπούκλες μιας γυναίκας. Όταν έφτασαν στο κέντρο, ένωσαν τις δάδες ανάβοντας την εστία της αίθουσας με μια φλόγα που θέριεψε ως τον ουρανό της σπηλιάς. Η γυναίκα πήρε ένα μαχαίρι και χαράκωσε την παλάμη της. Το ίδιο έκανε κι ο άντρας. Ύστερα ένωσαν τις πληγές τους κι άφησαν το αίμα να στάξει σ’ ένα δοχείο. Έριξαν το αίμα από το δοχείο στη φωτιά που βάφτηκε κόκκινη. Εκείνη τη στιγμή, το ποίμνιο με τους μανδύες σήκωσε τα χέρια ψηλά κι έτσι όπως ήταν όλοι γονατισμένοι άρχισαν να ανεβοκατεβάζουν τα χέρια τους προσκυνώντας τους ιερείς τους. Η γυναίκα έδωσε το παράγγελμα μ’ ένα ψαλμό που τραγούδησε σε μια πάρα πολύ ψηλή συχνότητα, ο άντρας τον επανέλαβε και το ποίμνιο ακολούθησε. Ο Άγγελος έκανε βήματα προς τα πίσω, κολλώντας την πλάτη του στον βράχο. Ήθελε να φύγει. Δεν συνέβαινε κάτι φρικτό, ούτε κάτι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Το σκηνικό τον φόβιζε, επειδή αισθάνθηκε πως προσκυνούσαν μιαν αόρατη οντότητα που την ένιωθε να καταλαμβάνει όλον τον χώρο, ακόμη και τον αέρα που ανέπνεε. Όλα της άνηκαν, και κυρίως οι ψυχές τους. Αυτό τον τάραξε, η υποταγή τους. Ο Άγγελος είχε φτάσει εδώ με μιαν αποστολή. Ήθελε να σώσει τον κόσμο από το πονηρό αόρατο πέπλο του Κακού που τον είχε τυλίξει ο Σατανάς, κι όχι να του δωρίσει την ψυχή του.

«Μην φοβάσαι, Άγγελε. Δεν θα κρατήσει πολύ».

Κι όντως, δεν κράτησε. Όλα τέλειωσαν γρήγορα κι οι αρχιερείς αποσύρθηκαν, ενώ οι άνθρωποι σηκώνονταν όρθιοι ένας ένας.

«Δεν καταλαβαίνω».

Κάποιος από τη μάζα ξεχώρισε. Τους πλησίασε σκυφτός μ’ έναν μανδύα στα χέρια και τον πρόσφερε στον Άγγελο. Τον άφησε στα χέρια του κι αποχώρησε με υπόκλιση.

«Όλο αυτό έγινε για σένα, Άγγελε. Για να σε υποδεχτούν. Τα κατάφερες».

«Τι κατάφερα;»

«Είσαι ένα από τα Αγκάθια του Μαύρου Ρόδου».

Ο Άγγελος δεν μίλησε. Βγήκαν από τη Σπηλιά μαζί με όλους τους άλλους. Είχε ξημερώσει και το φως της αυγής διαπέρασε τις κόρες των ματιών του που πονούσαν. Προχώρησαν προς το αυτοκίνητο. Ο Σωτήρης του έδωσε να καταλάβει πως πρέπει να ξαναφορέσει το μαντήλι. Η μάζα των ανθρώπων με τους μανδύες σκορπίστηκε γύρω τους.

«Μα, πότε ξημέρωσε; Δεν μείναμε ούτε μια ώρα στην Σπηλιά».

«Έτσι νομίζεις. Μπήκαμε στις δύο κι η ώρα είναι περίπου επτά το πρωί. Ο χρόνος είναι μια πλάνη, Άγγελε».

«Τώρα, τι θα γίνει;»

«Τώρα, είσαι ένας από αυτούς κι εγώ είμαι ελεύθερος να εξαφανιστώ στο ανθρώπινο πλήθος».

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Ο Άγγελος τους έβλεπε να περπατούν φορώντας τους μανδύες καθώς έφευγαν. Ήθελε τόσο πολύ να δει τα πρόσωπά τους, αλλά μόνο αυτοί είχαν το δικαίωμα να γνωρίσουν το δικό του πριν γίνει ένα με αυτήν την άψυχη, υποταγμένη μάζα. Στράφηκε να δει την είσοδο της σπηλιάς. Κάποιος του κουνούσε το χέρι, αποχαιρετώντας τον. Το νεύμα του προκάλεσε την ίδια γαλήνη με εκείνο το άφαντο άγγιγμα που τόσο νοσταλγούσε. Έπειτα αποτραβήχτηκε στις σκιές. Ο Άγγελος τον λυπήθηκε. Τον φαντάστηκε να είναι παντέρημος στο σκοτάδι της Σπηλιάς, όπως το μοναχικό αστέρι του ουρανού της Ψυχώρης.

«Φόρεσε το μαντήλι σου, Άγγελε», τον πρόσταξε ο Σωτήρης κι εκείνος υπάκουσε σφίγγοντάς το όσο το είχε δέσει κι εκείνος. Έκλεισε τα μάτια κι αφέθηκε να καταδυθεί στην πολυπόθητη άβυσσο, απολαμβάνοντας για πρώτη φορά τη μελωδία της ζοφερής Σειρήνας που τον καλούσε.

«God! When will I awaken?»

The Thing in the Moonlight by J. Chapman Miske

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά