“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 13: Το υπόγειο

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια εδώ: “Ο κύκλος”

6 Φεβρουαρίου 1990

Η μελωδία του τραγουδιού προσπαθούσε να τον νανουρίσει, αλλά αυτός αρνιόταν πεισματικά να παραδοθεί. Η βελόνα του πικάπ χάραζε κυκλικά τη σπείρα του δίσκου, σκορπώντας στο δωμάτιο τον ήχο του βινυλίου, ενώ η σκέψη του Άγγελου ανίχνευε κάθε λέξη των στίχων προσπαθώντας να βρει το νόημα που θα απόδιωχνε τη μάταιη αναζήτησή του για απαντήσεις.

Thou shalt not kill
Thou shalt not die


Cry, little sister

Last fire will rise
Behind those eyes
Black house will rock
Blind boys don't lie


Immortal fear
That voice so clear
Through broken walls
That scream I hear


Cry, little sister

Thou shalt not fall

«Αν ήταν απλή υπόθεση η αποφυγή της Πτώσης από τη θεϊκότητα, τότε ο Αδάμ κι η Εύα θα βρίσκονταν ακόμη στον Κήπο της Εδέμ, κι εμείς δεν θα είχαμε εγκλωβιστεί σε τούτη την παγίδα της αθλιότητας με την οποία μας κρατά δέσμιους η ανθρώπινη φύση», του είχε πει ο παλαιοπώλης όταν διάβαζαν μαζί τον Χαμένο Παράδεισο του Τζον Μίλτον. Ο Άγγελος είχε συγκλονιστεί από αυτό το ποιητικό ανάγνωσμα που με κάθε του αράδα έχτιζε τον αρχέγονο κόσμο που είχαν γκρεμίσει οι Πρωτόπλαστοι, ώστε να τον αντικρίσουν τα μάτια της φαντασίας του εκπεσμένου ανθρώπου.

«Μπορεί να μην είναι απλή υπόθεση, αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα πως είναι δύσκολο ν’ αντισταθείς στον Πειρασμό. Είτε αντισταθείς είτε ενδώσεις σε αυτόν, Άγγελε, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Μαθαίνεις. Αποκτάς πείρα. Κι αυτή η σπουδαία γνώση που προέρχεται από την πείρα μάς έχει διδάξει πως είναι πολύ εύκολο να σωθείς. Το μόνο που χρειάζεται είναι να πεις όχι», συνέχισε ο παλαιοπώλης, προσπαθώντας να βοηθήσει τον μαθητή του να βγει από το αδιέξοδο που έβλεπε αποτυπωμένο στην έκφραση του προσώπου του.

Κάθε φορά που χρειαζόταν απαντήσεις, ξεπηδούσαν από τη μνήμη τα λόγια του μέντορά του για ν’ απαγκιστρώσουν το μυαλό του από τα δίχτυα που του έριχνε η πλάνη. Δεν τον είχε επισκεφτεί σχεδόν έξι μήνες. Η τελευταία φορά ήταν το απόγευμα πριν την είσοδό του στη Σπηλιά. Έφυγε τότε, αφήνοντας την υπόσχεσή του για μια υποτιθέμενη αυριανή επίσκεψη και δεν ξαναφάνηκε. Πλέον, το μόνο που έκανε ήταν να διαβάζει και να ερευνά όσα κατέγραφε ζώντας στα ενδότερα του Μαύρου Ρόδου.

Λίγες ημέρες μετά τη μύησή του καθόταν μόνος σ’ ένα μικρό απομονωμένο καφέ της περιοχής, πίνοντας τσάι και διαβάζοντας, με σκοπό να σκοτώσει άλλο ένα ανόητο απόγευμα, όταν ένας τύπος με μαύρα γυαλιά κάθισε απρόσκλητος στο τραπέζι. Πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο του χωρίς να ζητήσει την άδεια του Άγγελου, άναψε και ξεφυσώντας τον καπνό τού απευθύνθηκε:

«Αυτοί οι σκληροί πρίγκηπες που καπνίζεις θα σε δολοφονήσουν ανελέητα κάποια ημέρα, φίλε».

Ο Άγγελος δίστασε να μιλήσει. Αυτήν την έκφραση την χρησιμοποιούσε ο Θωμάς.

«Τι ρόλο θέλεις να παίξεις στην Αδελφότητά μας, Αδελφέ Άγγελε;» τον ρώτησε περιγελώντας την κάθε λέξη που βγήκε από το στόμα του κι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας, παίρνοντας το ύφος του Μαρκήσιου ντε Σαντ, με το χέρι του στηριγμένο σ’ ένα αόρατο σκήπτρο .

«Μπορώ να διαλέξω;» αναρωτήθηκε ο Άγγελος.

«Ναι, μπορείς. Όλοι διαλέγουμε. Διαρκώς».

«Θέλω να γράφω», είπε αυθόρμητα, χωρίς να ελέγξει τα λόγια που ξεστόμισε.

«Μάλιστα. Θέλεις να καταγράψεις αυτά που θα δεις, λοιπόν» τον διόρθωσε. «Ο λόγος;» τον ρώτησε μετά. Φαινόταν να γνωρίζει την απάντηση. Έψαχνε απλώς να ακούσει ένα ψέμα που θα έκανε πιο ενδιαφέρουσα τη συζήτηση.

«Σκοπεύω να γράψω ένα βιβλίο», εξήγησε.

«Για την Αδελφότητα μας; Ω, τι τιμή!» είπε παίρνοντας το βλέμμα του από τον Άγγελο. Κοίταξε έξω, πέρασε το χέρι του από τα κορακίσια γυαλιστερά μαλλιά του κι έσβησε το τσιγάρο του.

«Δεν θα αποκαλύψω τα μυστικά μας…»

«Μας;» τον διέκοψε, κόβοντας σαν λεπίδα το θάρρος του με την εκφορά της λέξης.

«Εννοώ ότι το βιβλίο δεν θα αναφέρεται σε όσα δω, απλώς θα τα χρησιμοποιήσω ώστε να γίνει πιο αληθοφανής η ιστορία», πάλευε να τον πείσει.

«Για να πουλήσει περισσότερο; Ο Μολιέρος έλεγε πως στην αρχή γράφεις για σένα, μετά για τους φίλους σου κι ύστερα για τα λεφτά. Αυτή είναι η αλήθεια, αλλά είναι τόσο ποταπό και λυπηρό να εκπορνεύεται η Τέχνη για τα τριάκοντα αργύρια. Δεν συμφωνείς;»

Ο Άγγελος φαντάστηκε αυτόν τον τύπο καθισμένο απέναντι από τον φίλο του, τον παλαιοπώλη, να συνομιλούν στην αυλή της πυραμίδας, όπως θα έκαναν οι δυνάμεις του Καλού και του Κακού αν είχαν σάρκα και οστά, και τον εαυτό του να τους παρατηρεί, καταγράφοντας τα σημεία της νίκης.

«Δεν ξέρω. Δεν το έχω σκεφτεί. Από παιδί ήθελα να γίνω μέλος της…» σκέφτηκε πριν την ονομάσει «…της Αδελφότητας, και μεγαλώνοντας με βιβλία ονειρευόμουν να γράψω κι εγώ ένα, μιλώντας για την αλήθεια της», είπε, ευχαριστώντας μέσα του τον Αντώνη που τον είχε μάθει να λέει ψέματα. Διαισθανόταν πως αυτός ο τύπος καταλάβαινε τα πάντα, αλλά σπρωγμένος από το ένστικτό του συνέχιζε να του λέει ψέματα, πιστεύοντας ότι τον θρέφουν.

«Κρατάω εδώ και χρόνια σημειώσεις. Αν θέλετε είναι στη διάθεσή σας. Ορίστε, μια ακόμη απόδειξη είναι το βιβλίο που διαβάζω», είπε σπρώχνοντας την Ίσιδα της Έλενα Μπλαβάτσκι προς το μέρος του, ευχαριστώντας αυτή τη φορά τον Σωτήρη που του το είχε χαρίσει. Ο τύπος έριξε το βλέμμα του στο εξώφυλλο κι έστριψε το σεβαλιέ δαχτυλίδι με τη θαμπή μαύρη πέτρα που φορούσε.

«Αλλά, αν αυτό είναι απαγορευμένο, τότε το μόνο που θέλω είναι να γίνω μέλος της Αδελφότητας», είπε κάνοντας την ύστατη ψεύτικη προσπάθειά του για αποδοχή.

«Τίποτα δεν είναι απαγορευμένο, νέε μου. Ρώτησε την Εύα. Αυτή ξέρει να σου εξηγήσει καλύτερα από μένα. Εγώ είμαι απλώς διεκπεραιωτής στην όλη ιστορία», του έκλεισε το μάτι πονηρά, σκύβοντας για να φανεί πίσω από τον φακό των γυαλιών του. «Μπορείς να καταγράφεις τα πάντα, να τραβάς και φωτογραφίες ακόμη. Δεν έχουμε να φοβηθούμε απολύτως τίποτα. Κανείς δεν μπορεί να μας αγγίξει, με κανέναν τρόπο, ό,τι κι αν συμβεί. Γι’ αυτό να είσαι σίγουρος. Δεν έχεις ακούσει πως το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Σατανά είναι ότι έχει πείσει τους πάντες πως δεν υπάρχει; Είσαι ευπρόσδεκτος, λοιπόν, κι εφόσον έχεις ήδη μυηθεί δεν χρειαζόταν να προσπαθήσεις τόσο πολύ για να με κερδίσεις. Ήθελα μονάχα να σε γνωρίσω». Σηκώθηκε, πήρε πάλι ένα τσιγάρο από το πακέτο του Άγγελου κι έπειτα άφησε στο τραπέζι ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των πέντε χιλιάδων δραχμών.

«Θα μου επιτρέψεις να κεράσω το τσάι σου, φυσικά».

«Μα είναι πολλά αυτά τα χρήματα».

«Ας μην ευτελίσουμε την αξία της στιγμής μιλώντας για κάτι τόσο μιαρό. Χάρηκα που σε γνώρισα, συνονόματε Άγγελε», του είπε κι έφυγε αποχαιρετώντας τον με μια κίνηση του χεριού με το δαχτυλίδι. Περπατούσε πισωπλατισμένος, αφήνοντας τον Άγγελο μόνο του, να αναλογίζεται πόσο παράξενος ήταν, πόσο εύκολα θα μπορούσε να ερωτευτεί κανείς τη συμπεριφορά του και πόσο ηρωικά κατόρθωσε ο ίδιος ν’ ανταπεξέλθει σε μια συζήτηση με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Ο Σωτήρης τον είχε προειδοποιήσει πως κάποτε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, αλλά δεν έπαψε ν’ αναρωτιέται ποιος ήταν αυτός ο άντρας.

Τώρα, ύστερα από περίπου έξι μήνες, καθόταν στο δωμάτιό του, ξεκομμένος από κάθε πραγματικότητα, ιδίως έπειτα από αυτό που βίωσε το προηγούμενο βράδυ. Μέχρι χθες, οι ημέρες κυλούσαν ήσυχα, σαν να ήταν κάποιος φοιτητής που εκπονούσε τη διατριβή του στην Απόκρυφη Θεολογία. Έμενε σπίτι, τον καλούσαν στο τηλέφωνο και του όριζαν την ώρα και τον τόπο των συνευρέσεων. Παρευρισκόταν εκεί όπου του όριζαν, άκουγε τις ομιλίες, κρατούσε σημειώσεις, τραβούσε φωτογραφίες, συμμετείχε στις συζητήσεις κι ο χρόνος κυλούσε. Τίποτα επικίνδυνο, τίποτα απειλητικό. Οι αίθουσες είχαν μια απόκοσμη σκοτεινιά κι ο αέρας που ανέπνεαν εκεί ήταν σαν να κουβαλούσε σκόνη από τα βάθη της ερήμου˙ τα δυο αυτά στοιχεία τον έκαναν να νιώθει πως είχε ταξιδέψει στον χρόνο του πανάρχαιου θαμμένου κόσμου, αλλά αυτό ήταν μαγικό, κι όχι ικανό να τον τρομάξει. Ανακάλυψε πως οι κουκούλες που αρχικά τον είχαν τόσο φοβίσει χρησίμευαν μονάχα συμβολικά. Είχε αρχίσει να βαριέται. Ώσπου, ήρθε το βράδυ που του έδωσαν επιτέλους οδηγίες για ένα κτίριο στο κέντρο της Αθήνας.

Κατέβηκε περπατώντας την οδό Ερμού. Ο άνεμος είχε τη μυρωδιά της άνοιξης, παρόλο το κρύο που κουβαλούσε. Σε όλο τον δρόμο φωτογράφιζε τα καπάκια των φρεατίων, κάτι που είχε καιρό να κάνει, αφού οι προηγούμενες αίθουσες ήταν διασκορπισμένες παντού στην Αττική σε χώρους φαινομενικά ασήμαντους, οι οποίες είχαν επιλεγεί ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Έψαχνε να βρει κάποιο που να μοιάζει με το ενωχιανό σύμβολο από το μπράτσο του Σωτήρη, αλλά δεν υπήρχε πουθενά˙ σύμφωνα με τη λογική με την οποία εξηγούσε ο Άγγελος τα γεγονότα που παρακολουθούσε, θα έπρεπε να βρει κάποιο τριγύρω. Οι οδηγίες που είχε λάβει τον οδήγησαν να στρίψει στο επόμενο στενό, διακόπτοντας την περιήγησή του που είχε αρχίσει να γίνεται απολαυστική. Φοβήθηκε πως ίσως αρχίσει πάλι να χάνεται σε μια δαιδαλώδη διαδρομή, όπως τότε που ακολουθούσε τον άνθρωπο που τον ψάρεψε στην Ομόνοια, αλλά τελικά, εύκολα και γρήγορα, βρέθηκε στη σωστή διεύθυνση. Η πόρτα δέσποζε αρχοντικά στο παλιό κτίριο. Οι τοίχοι του καπνισμένοι από τη σκόνη και τη φθορά του χρόνου. Μη ξέροντας τι να κάνει, χτύπησε με το χάλκινο μάνταλο που κρεμόταν για να του ανοίξουν. Μια γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας φάνηκε για να τον υποδεχτεί. Μ’ ένα τυπικό χαμόγελο κι ένα νεύμα του χεριού, του έδειξε αμίλητη πως πρέπει να προχωρήσει προς τη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο, διορθώνοντας τον κότσο που συγκρατούσε ψηλά τα γκριζαρισμένα μαλλιά της.

Ο Άγγελος κατέβηκε στο υπόγειο. Ήταν άδειο. Είχε παντού καρέκλες στοιχισμένες προς το Όργανο που είχε στηθεί στην άκρη της αίθουσας, μπροστά από μια μπορντό, βελούδινη αυλαία. Ο χώρος θύμιζε σκηνικό συναυλίας. Πίσω από τις καρέκλες υπήρχε κενό κι ολόγυρα κρέμονταν διπλές μαύρες κουρτίνες που σκέπαζαν ανύπαρκτα παράθυρα.

«Εσείς θα παρακολουθήσετε τη Λειτουργία από αυτό το σημείο για τη δική σας προστασία», του είπε αυστηρά ένας άνδρας με βλογιοκομμένο πρόσωπο που βγήκε από τις σκιές, δείχνοντάς του τον κενό χώρο κι αφήνοντάς τον να κατανοήσει πως πρέπει να τοποθετηθεί εκεί αμέσως. Ο Άγγελος το έκανε. Ο άνδρας έβγαλε το χέρι από τον μανδύα και με μια καφέ κρυσταλλική σκόνη δημιούργησε γύρω του έναν κύκλο.

«Να παραμείνετε εδώ», είπε. Φόρεσε τον μανδύα κι αποχώρησε. Η αίθουσα έγινε πολύ κρύα όταν ο Άγγελος έμεινε μόνος. Η στιγμή της μοναξιάς φάνηκε ατελείωτη, ώσπου εισήλθαν οι υπόλοιποι. Τον πλησίασε κάποιος με κουκούλα, που υπέθεσε πως ήταν ο βλογιοκομμένος άντρας, και του πρόσφερε να πιει κρασί από ένα κρυστάλλινο δισκοπότηρο. Περίμενε για να το πάρει κι ύστερα του γύρισε την πλάτη και κάθισε στη θέση του.

Από τις βελούδινες κουρτίνες ξεπρόβαλλε ένα πανύψηλο ον με μάσκα που κάλυπτε το μισό πρόσωπο και σκίαζε το υπόλοιπο. Υποκλίθηκε, κάθισε στο Όργανο και ξεκίνησε να παίζει. Με την πρώτη συγχορδία, ο Άγγελος ζαλίστηκε. Το ίδιο με την επόμενη. Κάθε νότα που έβγαινε από τα κυλινδρικά μεταλλικά ηχεία του Οργάνου του προκαλούσε ζάλη. Νότα, ήχος και ζάλη. Όλα άρχισαν να περιστρέφονται. Μια δίνη προσώπων, καταστάσεων και ήχων προκαλούσε ναυτία στα σωθικά του, μέχρι που δεν μπορούσε άλλο να σταθεί κι έπεσε στα γόνατα. Σιγά σιγά, ο κόσμος σταθεροποιήθηκε σε μια θολή φούσκα. Δεν μπορούσε να τακτοποιήσει στη σκέψη του όσα κατόρθωνε να διακρίνει η όρασή του. Οι μανδύες έπεφταν αποκαλύπτοντας γυμνά κορμιά που ρίχνονταν με ορμή το ένα στο άλλο, επιδιδόμενα σε ακόλαστες περιπτύξεις που δεν γνώριζε τις λέξεις για να τις περιγράψει. Δόντια μπήγονταν στην σάρκα με μανία, χύνοντας αίμα, λες κι ο οργασμός προερχόταν από τις δαγκωματιές κι η ηδονή ανάβλυζε από το αίμα που έρεε˙ το έγλειφαν σαν ξελιγωμένα από την πείνα θηρία ώστε να γευτούν τους χυμούς αυτής της αλλόκοτης διείσδυσης. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει που αρχίζουν και που τελειώνουν τα ανθρώπινα μέλη. Χέρια, πόδια ανακατωμένα με ουδέτερα πρόσωπα που έκρυβαν το φύλο του κατόχου τους, μάτια σαν σχισμές με θέα το ασυνείδητο, χείλη λερωμένα με αίμα και ακαθαρσίες, συνέθεταν όλα μαζί την ζωντανή Γκουέρνικα της διαστροφής υπό τη μαεστρία της κλασσικής συμφωνίας που χυνόταν σαν ποτάμι στο όργιο.

Αποστροφή.

Θέλησε να φύγει. Σηκώθηκε. Το πρώτο βήμα τον έριξε στο αόρατο τοίχωμα του θόλου που τον είχαν φυλακίσει. Χτύπησε τις γροθιές του με όση δύναμη του είχε απομείνει. Ο ήχος έβγαινε βουβός κι ο θόλος δεν υποχωρούσε. Χτυπούσε μέχρι που η αντοχή του τον εγκατέλειψε και τότε λιποθύμησε με την εικόνα του μιάσματος στα μάτια. Ξύπνησε στο πίσω κάθισμα ενός ταξί τη στιγμή που σταματούσε στην πόρτα της πολυκατοικίας του. Ο Άγγελος χάιδεψε την ουλή στο πρόσωπό του για να βεβαιωθεί πως είναι ξύπνιος. Στα όνειρά του δεν την είχε ποτέ.

«Η κούρσα είναι πληρωμένη, φίλε. Χρειάζεσαι βοήθεια;» τον ρώτησε ο οδηγός κοιτάζοντάς τον από τον καθρέφτη. Ο Άγγελος δεν απάντησε. Βγήκε και παραπατώντας έφτασε μέχρι το κρεβάτι του και σωριάστηκε βαρύς σαν σακί με πέτρες. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει αν ήθελε να θυμηθεί και να βάλει σε τάξη όσα συνέβησαν. Στο στόμα του είχε μείνει η γεύση της αηδίας. Η νύχτα πέρασε βασανιστικά, καθώς είχε εγκλωβιστεί σε ένα είδος ύπνου που κρατούσε τον εγκέφαλο του ξάγρυπνο με χιλιάδες εικόνες να τον σφυροκοπούν. Το πρωί τον βρήκε ανάσκελα να κοιτάζει το ταβάνι. Το μόνο που βρήκε τη δύναμη να κάνει ήταν να σηκωθεί και να βάλει έναν δίσκο στο πικάπ για να πάψει να ακούει τη σκέψη του και να καταφέρει να νιώσει, με τη βοήθεια της μουσικής που τον έσωζε σε όλη του την ζωή, πως εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα στο κορμί του.

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου διέλυσε τη σιωπή του σπιτιού. Περίμενε να δει αν θα το σηκώσει κάποιος. Έλειπαν όλοι. Για λίγο έπαψε να χτυπάει και κατά τη διάρκεια της παύσης πρόλαβε να σκεφτεί πως ίσως στην άλλη μεριά της γραμμής να ήταν κάποιος στον οποίο θα έπρεπε να δώσει την καθοριστικότερη απάντηση της ύπαρξης του.

«Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να πεις όχι», θυμήθηκε πάλι τον παλαιοπώλη να λέει. «Εσύ είσαι ο κυρίαρχος του εαυτού σου κι όλων των δυνάμεων που κατοικούν κι ενυπάρχουν στην ψυχή σου, Άγγελε». Μα πώς να πει όχι στην αποστολή που έδινε σημασία στην καταδικασμένη του ύπαρξη, όταν είχε φτάσει τόσο κοντά στην ολοκλήρωσή της, αλλά και πώς να τη φέρει εις πέρας, αφού πλέον δεν ήξερε τι κάνει κι είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο της κατάστασης;

Το κουδούνισμα επανήλθε. Πλησίασε το τηλέφωνο και στάθηκε από πάνω του. Το χέρι του έπιασε μηχανικά το ακουστικό και το έφερε στο αυτί του. Δεν μίλησε. Μια αντρική φωνή του ζητούσε να επιβεβαιώσει πως είναι ο Άγγελος. Το έκανε. Ο άντρας μιλούσε ακατάπαυστα εξηγώντας το επόμενο βήμα. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα λόγια του. Τον καλούσε σε μια ακόμη συνάντηση με ρητή εντολή να μη φέρει μαζί ούτε τη φωτογραφική μηχανή ούτε το σημειωματάριό του. Την ημερομηνία και τον τόπο θα τον μάθαινε σε δεκαπέντε ημέρες. Το περιθώριο χρόνου τον ανακούφισε, σαν να του έδινε κάποιος γιατρός παράταση της ζωής του.

«Αν αποφασίσεις να συμμετάσχεις σε αυτό που θα συμβεί δεν θα υπάρχει γυρισμός. Θέλεις να συνεχίσεις;»

Το μονό που χρειάζεται είναι να αρνηθείς, τον παραίνεσε ικετευτικά η φωνή του παλαιοπώλη για τελευταία φορά.

«Ναι, θέλω», είπε σπρωγμένος από τον ίδιο εγωισμό που τον είχε κάνει να δεχτεί την πρόταση του Σωτήρη, και κατέβασε το ακουστικό αδιαφορώντας αν είχε κάτι άλλο να του πει.

Ντύθηκε βιαστικά, άρπαξε το ίδιο μπουφάν με τον γούνινο γιακά που είχε φορέσει την πρώτη φορά που αποφάσισε να εξερευνήσει την Αθήνα για να βρει το βιβλίο του Μαύρου Ρόδου, έχωσε το γουόκμαν στην τσέπη κι έφυγε. Τα χέρια του μέχρι να φτάσει στο τραίνο έδεναν κι έλυναν την κοτσίδα του νευρικά, ξεριζώνοντας ολόκληρες τούφες από τα μαλλιά του. Μόλις άνοιξε η πόρτα του συρμού, χώθηκε στο βαγόνι, έβαλε πλάτη σε μια άδεια γωνία και πάτησε το κουμπί για να απομονώσει τον θόρυβο του κόσμου από τα αυτιά του.

People are strange when you’re a stranger

H φωνή του Jim Morrison τον έκανε να αισθανθεί απίστευτα ευνοημένος που η τύχη είχε βοηθήσει να βρίσκεται αυτή η συγκεκριμένη κασέτα στη θήκη. Απέφευγε ν’ ακούει τον αγαπημένο του τραγουδιστή επειδή η διονυσιακή μουσική που συνόδευε τους στίχους τού διέγειρε τον εγκέφαλο σε βαθμό που έπρεπε να μεθύσει μέχρι να μην καταλαβαίνει. Όμως, αυτήν τη στιγμή αφέθηκε να περισώσουν ό,τι είχε απομείνει από τα κομμάτια του μέχρι να φτάσει στην πυραμίδα της σωτηρίας. Το λίκνισμα που του προσέφερε το τράνταγμα του τραίνου στις ράγες τον ηρέμησε, αλλά και πάλι νοσταλγούσε το άγγιγμα εκείνου του χεριού που του έπαιρνε τον φόβο ακόμη κι από πολύ μακριά, όταν τον αποχαιρετούσε.

«Να περάσω, φίλε;» τον ρώτησε ένας τύπος που βιαζόταν, χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη. Ο Άγγελος συνήλθε, είδε την πόρτα ορθάνοιχτη, κατέβηκε και με βήματα σαν του θεού Ερμή έφτασε στο παλαιοπωλείο. Σταμάτησε και χάιδεψε την ουλή του. Ντρεπόταν ύστερα από τόσους μήνες να δει τον μοναδικό του φίλο, αλλά η αλήθεια που θα του εκμυστηρευόταν επαρκούσε ως δικαιολογία.

«Ε, κούκλε! Τι έγινε μ’ εκείνο το Άρλεκιν; Βρέθηκε η τυχερή;» τον ρωτούσε φωναχτά από τον πάγκο της η Ντόρα με τα κατακόκκινα νύχια. Και τότε θυμήθηκε τη Μάγκι. Είχε εγκαταλείψει τους δυο ανθρώπους που σήμαιναν κάτι στη μίζερη ζωή που προσπαθούσε ν’ αποφύγει, είχε θυσιάσει κάθε νόημα στον βωμό της καταραμένης του αποστολής.

Μπήκε στο παλαιοπωλείο καταρρακωμένος. Τα βαλσαμωμένα ζώα τον καλωσόρισαν με τα μάτια τους να αστράφτουν από το φως που σκόρπισε το άνοιγμα της πόρτας. Ο φίλος του τακτοποιούσε βιβλία στα ράφια. Κατέβηκε από τη σκάλα και τον υποδέχτηκε με χαρά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.

«Άγγελε, τίποτα από όσα είδες δεν ήταν αληθινό. Ήπιες κρασί πριν ξεκινήσει η λειτουργία. Σου το έχω εξηγήσει πολλές φορές. Χρησιμοποιούν παραισθησιογόνα. Έβλεπες να συμβαίνει ένα όργιο -ίσως περισσότερο αισχρό από τα συνηθισμένα λόγω του είδους των ανθρώπων και του ανίερου σκοπού του- αλλά τίποτα παραπάνω δεν συνέβαινε πέρα από αυτό. Όλα τα υπόλοιπα τα σκηνοθέτησε το μυαλό σου».

Ο Άγγελος ήξερε πως είχε έρθει εδώ επειδή ήταν το μοναδικό μέρος στον πλανήτη όπου μπορούσε να γλιτώσει από τον ίδιο του τον εαυτό, ακούγοντας αυτόν τον γερο-παράξενο να εξηγεί τον αντικειμενικό κόσμο με συνταρακτική λογική, παρόλο που έσκαβε με αγωνία στην καρδιά των αρχαίων βιβλίων για να ξεθάψει από τη σκόνη τη χαμένη γνώση της ανθρωπότητας για το μυστικό και το απόκρυφο.

«Κι αν αυτό που είδα στην παραίσθηση είναι η αληθινή όψη της πραγματικότητας που δεν βλέπουμε όταν είμαστε νηφάλιοι; Αν ήταν μια καταχθόνια γωνιά της Κόλασης που έχει βασιλέψει στη γη από την ώρα που βουλιάξαμε εδώ, και ζούμε κουλουριασμένοι με το Φίδι;»

«Από όλα τα ζώα του αγρού που είχε δημιουργήσει ο Κύριος ο Θεός, ήταν το πιο πανούργο. Είπε, λοιπόν, το Φίδι στη γυναίκα: “Αλήθεια είπε ο Θεός να μην φάτε από κανένα δέντρο του Κήπου; Η γυναίκα τού απάντησε: “Μπορούμε να φάμε καρπούς από όλα τα δέντρα, εκτός από εκείνο που βρίσκεται στη μέση του Κήπου. Ο Θεός είπε να μην φάμε από τον καρπό του, ούτε καν να τον αγγίξουμε, για να μην πεθάνουμε”. Τότε το Φίδι είπε στη γυναίκα: “Όχι βέβαια! Δεν θα πεθάνετε. Ξέρει όμως ο Θεός ότι την ημέρα που θα φάτε από αυτό, θα ανοιχτούν τα μάτια σας και θα γίνετε σαν θεοί, και θα γνωρίζετε το καλό και το κακό. Η γυναίκα είδε ότι οι καρποί του δέντρου ήταν εύγευστοι, ελκυστικοί, και ξεσήκωναν την επιθυμία για την απόκτηση γνώσης, Πήρε, λοιπόν, από τους καρπούς κι έφαγε. Έδωσε στον άντρα της που ήταν μαζί της κι έφαγε κι αυτός. Τότε, άνοιξαν τα μάτια και των δύο και κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί».

O παλαιοπώλης μόλις τελείωσε την αφήγηση έκλεισε την Παλαιά Διαθήκη και ρώτησε με τα γυαλιά κατεβασμένα στη μύτη:

«Εξακολουθείς να θέλεις να πάρεις απάντηση στα ερωτήματά σου, Άγγελε; Μήπως να αφήσουμε τον Βασιλιά να σέρνει γυμνός την πομπή καλύτερα;»

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά