Ο Μαυρόγατος

by Χρήστος Αντώναρος

«Σου ξαναλέω: δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως κακή τύχη», βροντοφώναξε ο Τζέιμς  κοιτάζοντας με ζαλισμένο βλέμμα τον Νταν, τον Μπάρμαν, πίσω από το μπαρ του, καθώς εκείνος έτριβε ένα μεγάλο ποτήρι με ένα πράσινο πανί, η καθαρότητα του οποίου ήταν – τουλάχιστον – αμφισβητήσιμη. «Είμαστε υπεύθυνοι για την τύχη μας! Εμείς την καθορίζουμε!» ο Τζέιμς συνέχισε καθώς κατέβαζε λαίμαργα – για πολλοστή φορά – το γεμάτο με ουίσκι ποτήρι του, ενώ με το άλλο χέρι δακτυλοδεικτούσε άτσαλα το στήθος του.

«Θα σου πω τι ξέρω εγώ,» Ο Νταν αποκρίθηκε με χαμηλή και βαθιά φωνή, «η ζωή είναι σαν ένα τεράστιο κρεμμύδι.»  Αφού τοποθέτησε το μεγάλο ποτήρι που καθάριζε έως τώρα σε ένα ράφι πίσω του γύρισε ξανά προς τον Τζέιμς, και σκύβοντας το πρόσωπό του κοντά στου συνομιλητή του συνέχισε. «Φαίνεται νόστιμο απ` έξω, αλλά όταν προσπαθείς να δεις τι κρύβεται μέσα του, θρηνείς σαν ένα μικρό μωρό.»  Σαν να είχε μόλις ξεστομίσει ό,τι καλύτερο είχε ακουστεί μέσα στο μαγαζί μέχρι εκείνη τη μέρα, σήκωσε τα φρύδια του και έγνεψε ελαφρά το κεφάλι του, «κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό τον θρήνο φίλε μου,» ολοκλήρωσε σταυρώνοντας τα τεράστια χέρια του.

Ο Τζέιμς παρέμεινε σιωπηλός για ένα δευτερόλεπτο. Ξαφνικά, κοίταξε τον Νταν με μια έκφραση που έδειξε πως ό,τι σοβαρότητα είχε πριν από λίγο πλέον απουσίαζε, και με ακόμα δυνατότερη φωνή αποκρίθηκε στο τελευταίο σχόλιο του μπάρμαν:

«Νόστιμο; Είσαι σοβαρός; Τρελάθηκες γέρο! Τα κρεμμύδια δεν είναι νόστιμα!»

«Από όλα όσα είπα», είπε ο Νταν κουνώντας το κεφάλι του απογοητευμένος, «αυτό σου έμεινε…»

Ένα ξαφνικό γέλιο από την άκρη του μπαρ ξεκίνησε να κλιμακώνεται καταλήγοντας τόσο δυνατό που διέκοψε τα λόγια του Νταν. Ο μπάρμαν και ο μεθυσμένος πελάτης του γύρισαν τα κεφάλια τους για να δουν έναν μυστήριο, κοντό και λιγνό άντρα ντυμένο με ένα μαύρο παλτό, να γελά υστερικά, δείχνοντας με το δάχτυλό του προς το μέρος τους, σαν να αποτελούσαν ένα είδος ψυχαγωγίας. Με το άλλο του χέρι κρατούσε το στομάχι του σφιχτά, λες και πονούσε από το γέλιο.

«Τι είναι τόσο αστείο πιτσιρικά;» Ρώτησε ο Τζέιμς, διατηρώντας στο πρόσωπό του την ίδια αστεία θυμωμένη έκφραση με πριν.

Ο άνδρας, με το πρόσωπό του μερικώς καλυμμένο από τη σκιά του μαύρου καπέλου του, τόσο που το μόνο που φαινόταν ήταν το μυτερό πηγούνι του, χωρίς να αντιδράσει στην ερώτηση του Τζέιμς, συνέχισε να γελά. Σύντομα κάθε θαμώνας του μπαρ – περίπου δέκα πελάτες – είχαν την προσοχή τους καρφωμένη πάνω του. Ξαφνικά, σταμάτησε να γελά απότομα και σχεδόν ψιθύρισε μέσα από αναστεναγμούς αγαλλίασης:

«Είστε τόσο αστείοι!» Η φωνή του έμοιαζε με εφήβου, μαλακή και αδύναμη, αλλά, ταυτόχρονα, ελαφρώς πονηρή.

«Και τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο αστείους;» Ρώτησε ο Νταν, κοιτάζοντας τον μυστηριώδη άντρα.

«Πρώτα απ’ όλα, θεωρείτε την τύχη ως κάτι ανύπαρκτο.» Έφερε ένα φλιτζάνι στο στόμα του, αλλά ο Νταν δεν θυμόταν να τον σέρβιρε. Όταν το κατέβασε ξανά, συνέχισε. «Δεύτερον, μιλάτε για δύο τελείως διαφορετικά θέματα χρησιμοποιώντας τα πιο ηλίθια παραδείγματα που έχω ακούσει ποτέ.»

«Μας λες ηλίθιους πιτσιρίκο;» ο Τζέιμς απαίτησε να μάθει με απειλητικό τόνο στην φωνή του.

«Εξαρτάται. Βλέπεις, όλα στη ζωή έχουν δύο πλευρές,» ο άντρας ίσιωσε το σώμα του και έβγαλε το καπέλο αποκαλύπτοντας τι ήταν κρυμμένο κάτω από τη σκιά του. Είχε κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά και νεαρό πρόσωπο, με πηγούνι σαν βέλος και ένα ζευγάρι βαθουλωτά κατάμαυρα μάτια. Σε ένα από τα μάγουλά του, είχε τρεις μικρές γρατζουνιές, σαν να είχε δεχτεί επίθεση από γάτα και η πληγή δεν ολοκλήρωσε την επούλωσή της. «Υπάρχει καλή τύχη και κακή τύχη. Είναι όπως τα κρεμμύδια. Σας κάνουν να κλαίτε όταν είναι ωμά, αλλά δεν μπορείτε να τους αντισταθείτε όταν είναι τηγανισμένα μέσα σε λίπος γουρουνιού». Γελά αποδοκιμαστικά και σταματώντας για άλλη μια φορά απότομα αποκρίνεται με τον ίδιο απειλητικό τόνο που του είχε απευθυνθεί ο Τζέιμς, «αν είστε ηλίθιοι ή όχι εξαρτάται από το πόσο έξυπνοι νομίζετε πως είστε.»

«Δε σε καταλαβαίνω πιτσιρίκο», είπε ο Τζέιμς διατηρώντας την ορμητικότητά του, «ίσως εσύ είσαι ο ηλίθιος, μιας και δεν καταλαβαίνουμε ούτε λέξη από αυτά που λες!»

Ο Νταν μούγκρισε, έτριψε το πηγούνι του και με ζαρωμένα φρύδια τόνισε: «Εμείς πιστεύουμε πως είμαστε αρκετά ώριμοι να πούμε ό,τι μαλακία θέλουμε. Σημασία, αυτή τη στιγμή, έχει τι πιστεύεις εσύ πως είμαστε.»

Το αγόρι χαμήλωσε το κεφάλι του και η στυγνότητα του βλέμματός του έγινε τόσο αισθητή σε κάθε άντρα και γυναίκα μέσα στο μαγαζί που κάθε αναπνοή πάγωσε σχεδόν ταυτόχρονα.

Ο Νταν συνειδητοποίησε πως τα μάτια του άντρα είχαν μια κίτρινη σχισμή στη μέση, κάτι που αυτομάτως σήμαινε πως επρόκειτο είτε για Τιμωρία, ή για Μύστη.  Μολαταύτα, όποια και να ήταν η φύση του αινιγματικού επισκέπτη, πλέον δεν είχε καμία σημασία. Ο Νταν και οι θαμώνες του μπαρ βρίσκονταν σε μεγάλο κίνδυνο και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό. Ειδικά, μετά την απάντηση του άντρα, ο μπάρμαν ήξερε ότι κάτι πολύ κακό θα συνέβαινε· και σύντομα.

«Άτυχοι», είπε και χαμογέλασε, ενώ έδειχνε να απολαμβάνει τη στιγμή, σαν να μύριζε τον φόβο του Νταν και των θαμώνων.

Ξαφνικά, μια ανεξήγητα κινούμενη σκιά αναρριχήθηκε από τα πόδια του άντρα και γρήγορα κάλυψε το πρόσωπό του. Το μόνο που ήταν ορατό ήταν μια σειρά από αλαβάστρινα δόντια πλαισιωμένα από εάν ανατριχιαστικά μακρύ και πλατύ χαμόγελο. Πάνω στον ξύλινο τοίχο πίσω του, ο Νταν ανίχνευσε μια ακόμα παράξενη σκιά να διαμορφώνεται με γοργούς ρυθμούς. Έμοιαζε με γάτα. Μια μαύρη γάτα από σκιά, η οποία, αφού κούνησε την ουρά της τρεις φορές, εξατμίστηκε, και σαν καπνός από πούρο ενσωματώθηκε στην πλησιέστερη σκιά του τοίχου. Δευτερόλεπτα μετά, ήρθε ένα βουητό, συνοδευόμενο από ένα ελαφρύ σεισμό. Μπουκάλια, τζαμαρίες, τραπέζια, και καρέκλες χόρεψαν στους ρυθμούς του αιφνίδιου φαινομένου, και όταν δυνάμωσε περισσότερο ακολούθησαν και οι πόρτες. Ο μικρός σεισμός τελείωσε. Την ίδια στιγμή, όλα τα αντικείμενα θρυμματίστηκαν με μια έκρηξη, κάνοντας τους πάντες να πέσουν στο έδαφος. Στο τέλος, το μόνο που παρέμεινε από το μαγαζί του Νταν, ήταν τα τραγικά αποτελέσματα εκατοντάδων άτυχων γεγονότων που έλαβαν χώρα την ίδια στιγμή.

Ο Τζέιμς κείτονταν στο πάτωμα. Ένα από τα πόδια της καρέκλας ήταν μπηγμένο στο λαιμό του. Το πρόσωπό του διατηρούσε την θυμωμένη γκριμάτσα του, με τη μόνη διαφορά τα άψυχα πανικοβλημένα μάτια του. Οι μόνοι που απέμειναν ζωντανοί – προς το παρόν – στο μπαρ ήταν ο Νταν και ο αυτουργός της καταστροφής.

«Τι έκανα;» Ρώτησε ο Νταν, ενώ αίμα έτρεχε από το στόμα του. Δυστυχώς, όταν έπεσε στο πάτωμα, η πλάτη του προσγειώθηκε σε έναν μεγάλο κομμάτι σπασμένου γυαλιού, το οποίο έκοψε μία από τις κύριες αρτηρίες του.

«Δεν έκανες τίποτα,» απάντησε ο άντρας καθώς στέκονταν από πάνω του, «ένας από τους ανταγωνιστές σου με πλήρωσε αρκετά για να σε επισκεφτώ και να σου δώσω λίγη από την τύχη μου,» σώπασε για μια στιγμή, «Βλέπεις έχω περίσσια τύχη, καλή και κακή. Και τα δύο είδη στοιχίζουν εξίσου.»

«Ποιος είσαι;» ο μπάρμαν απαίτησε να μάθει στις τελευταίες του αναπνοές.

«Δεν έχω όνομα», ο άντρας χαμογέλασε και γύρισε την πλάτη του. «Άνθρωποι – σαν εσένα και τον ανταγωνιστή σου – με καλούν Μαυρόγατο». Έβαλε και πάλι το μικρό μαύρο καπέλο του και απομακρύνθηκε προς την έξοδο. «Υποθέτω πως τώρα κατάλαβες τον λόγο,» ψιθύρισε στο πτώμα πίσω του.

Η παραπάνω ιστορία διαδραματίζεται στην κοσμολογία της τριλογίας μου “Γεννημένη στις 13”. Αν σας άρεσε, επισκεφτείτε την σελίδα του πρώτου βιβλίου της τριλογίας με τίτλο «Κάθαρση» και διαδώστε το έργο μου! Για όποια απορία σας μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου μεσώ της σελίδας του βιβλίου!

https://www.facebook.com/Christos.Antonaros/

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά