Πέντε αξιόλογα ελληνικά ψυχολογικά θρίλερ της μεγάλης οθόνης

by Βαγγέλης Παπαδιόχος

Όπως είναι γνωστό, ο ελληνικός κινηματογράφος σε μεγάλο βαθμό έλκει την καταγωγή του από την ελληνική θεατρική παράδοση, στην οποία σημαίνοντα ρόλο διαδραμάτιζε το βουκολικό δράμα. Διόλου τυχαίο, λοιπόν, που η πρώτη ελληνική ταινία μεγάλου μήκους ήταν η «Γκόλφω» (1914), βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Σπυρίδωνα Περεσιάδη (1854-1918) με θέμα τη ζωή του βουνού και του κάμπου, για να την ακολουθήσουν πολλές ανάλογες ταινίες μέχρι και τη δεκαετία του ‘60. Στην πορεία αναπτύχθηκε η κωμωδία, η φαρσοκωμωδία, το μελόδραμα και αργότερα το μιούζικαλ μέσα από τις ταινίες της χρυσής εποχής του εμπορικού (και κατά κανόνα ποιοτικά φτωχού) κινηματογράφου μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Έπειτα, τη σκυτάλη πήρε ο λεγόμενος «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος», στο πλαίσιο του οποίου αναδείχθηκαν σκηνοθέτες- δημιουργοί ταινιών με προσωπικό ύφος που συνήθως γύριζαν ταινίες πολιτικού προβληματισμού από αριστερή σκοπιά ή/και πειραματίζονταν με τη φόρμα. Τέλος, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 και έπειτα παρατηρείται μια επιστροφή στο κλασικό αφηγηματικό σινεμά και μια στενότερη επικοινωνία των νεότερων δημιουργών με το διεθνές περιβάλλον καθώς φτάνουμε στις μέρες μας. 

Ένα χαρακτηριστικό διαχρονικό γνώρισμα της εγχώριας παραγωγής είναι η απόλυτη κυριαρχία δύο-τριών συγκεκριμένων ειδών (κωμωδία-φαρσοκωμωδία, δράμα-μελόδραμα) και η περιστασιακή ή σχεδόν μηδαμινή ενασχόληση με κάποια άλλα, μεταξύ των οποίων και τα διάφορα υποείδη του θρίλερ και ακόμα περισσότερο ο κινηματογράφος του φανταστικού. Αποφασιστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε βέβαια η έλλειψη μιας σχετικής παράδοσης- όπως υπήρξε π.χ. για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό η γερμανική ρομαντική λογοτεχνία-, η συχνή αδυναμία ή άρνηση χρηματοδότησης τέτοιων εγχειρημάτων εκ μέρους των παραγωγών, η δυσπιστία των περισσότερων κριτικών απέναντί τους και η μεγάλη ανάπτυξη της τηλεόρασης εις βάρος της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και έπειτα. 

Στον χώρο του ψυχολογικού θρίλερ υπάρχουν ελάχιστα αξιόλογα παραδείγματα εγχώριων παραγωγών οι περισσότερες από τις οποίες αγνοήθηκαν στην εποχή τους από το κοινό και τους περισσότερους κριτικούς- παρά τις περιστασιακές τους βραβεύσεις στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης- και παράλληλα διακρίθηκαν στο εξωτερικό. Οι ταινίες αυτές μπορούν να οριστούν ως ψυχολογικά θρίλερ με μια σχετικά διευρυμένη έννοια, όπου άλλοτε ο ταραγμένος ψυχισμός των ηρώων βρίσκεται στο επίκεντρο κι άλλοτε αποτελεί αφορμή για έναν ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό ή και υπαρξιακό στοχασμό.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ (1961)

Παραγωγή- Σκηνοθεσία- Σενάριο: Ερρίκος Ανδρέου
Διεύθυνση φωτογραφίας: Αριστείδης Καρύδης- Fucks
Σκηνογραφία: Τάσος Ζωγράφος, Μανώλης Ζαμπέλας
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Παίζουν: Βούλα Χαριλάου, Μιχάλης Νικολινάκος, Θανάσης Μυλωνάς, Σταύρος Ξενίδης, Δημήτρης Νικολαΐδης, Ζαννίνο, Αθηνά Μιχαηλίδου, Ντέπυ Μαρτίνη,
Αλίκη Ανδρέου, Διονυσία Ρώη, Κατερίνα Γώγου
Διάρκεια: 94΄

Υπόθεση: Η ευκατάστατη Άννα Μαργκό (Βούλα Χαριλάου) έχει αφήσει την μητέρα και τον αδερφό της λόγω διαφωνιών για κληρονομικά θέματα και μένει μόνη της σε ένα ξενοδοχείο. Εκεί δέχεται ένα περίεργο τηλεφώνημα από μια γυναίκα ονόματι Εύη Λινάρδου (Ντέπυ Μαρτίνη), η οποία ισχυρίζεται ότι είναι παλιά της φίλη και πρόκειται να την επισκεφτεί. Η Άννα ζητά τη βοήθεια του φίλου της δικηγόρου Τώνη Καρζή (Μιχάλης Νικολινάκος) για να μάθει ποια είναι αυτή η μυστηριώδης γυναίκα, πιστεύοντας ότι εποφθαλμιά την περιουσία της. Εκείνος ερευνώντας τα ίχνη της εμπλέκεται με τον υπόκοσμο της Αθήνας και μαθαίνει ότι η Λινάρδου εργαζόταν ως μοντέλο του ζωγράφου Φωκά (Σταύρος Ξενίδης), τον οποίο κατήγγειλε στη γυναίκα του για απιστία, και του φωτογράφου Βαλεντίνο (Ζαννίνο), τον οποίο εκβιάζει για την ενασχόλησή του με το πορνό.

Παράλληλα, ο Καρζής συναντά και έναν ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου (Δημήτρης Νικολαΐδης) ο οποίος έχει μια ανιψιά ονόματι Εύη που ήταν παντρεμένη με τον αδερφό της Άννας Αλέξανδρο (Θανάσης Μυλωνάς). Μόλις ο Καρζής ενημερώνει την Άννα για όλα αυτά, εκείνη ξαφνικά ανακαλεί στη μνήμη της ότι η Λινάρδου υπήρξε στενή της φίλη. Στο μεταξύ, η μητέρα της (Αθηνά Μιχαηλίδου) δέχεται τηλεφώνημα από μια γυναίκα που ισχυρίζεται ότι είναι η Εύη Λινάρδου και η οποία υπαινίσσεται ότι ο γιος της Αλέξανδρος είναι ομοφυλόφιλος και διατηρεί σχέση με τον Βαλεντίνο στο ατελιέ του οποίου γίνονται όργια. Καθώς η μητέρα αναζητεί τον Αλέξανδρο μια γυναίκα του επιτίθεται και τον σκοτώνει με ένα ψαλίδι. Έπειτα, η ίδια μυστηριώδης φιγούρα δολοφονεί τον Βαλεντίνο. Κατόπιν, η πραγματική Λινάρδου εμφανίζεται στον Καρζή και του δηλώνει ότι η Άννα είχε αναπτύξει μια παθολογική ζήλια για αυτήν από τότε που ήταν συμμαθήτριες στο σχολείο. 

Με φανερές επιρροές από το σινεμά του Alfred Hitchcock (1899-1980) και ιδιαίτερα το Psycho, που είχε προβληθεί τον προηγούμενο χρόνο, ο Ερρίκος Ανδρέου (1938- ), μόλις στα είκοσι τρία του, κάνει ένα εξαιρετικό ντεμπούτο στήνοντας ένα φιλμ νουάρ το οποίο ξεφεύγει απ’ τα γνώριμα μονοπάτια του είδους και καθώς ο ρυθμός κλιμακώνεται σταδιακά λαμβάνει απρόσμενα σκοτεινές προεκτάσεις για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Σε αυτό βοηθά βέβαια και η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Αριστείδη Καρύδη-Fucks (1929-1998) που χρησιμοποιεί το κλασικό στα νουάρ μοτίβο των έντονων φωτοσκιάσεων καθώς και το εφέ της καταιγίδας για να εντείνει το σασπένς, ενώ παράλληλα η jazz μουσική του Πλέσσα δένει αρμονικά με τη δράση.

Eπιπλέον, οι ερμηνείες κινούνται σε πολύ καλά επίπεδα με την Βούλα Χαριλάου (1932-) να ξεχωρίζει όντας εξαιρετική στο ρόλο της ψυχικά διαταραγμένης Άννας που φθονούσε ανέκαθεν την παιδική άσπονδη φίλη της Εύη, για την ομορφιά, την κοινωνικότητα και τις ερωτικές της επιτυχίες, σε τέτοιο βαθμό που φτάνει στη σχιζοφρένεια και στην επιθυμία να ταυτιστεί μαζί της και να αφήσει την οργή της για όσους θεωρεί ότι την εκμεταλλεύτηκαν να ξεχειλίσει. Αυτός ο διχασμός θυμίζει πολύ την ταύτιση μητέρας-γιου στο πρόσωπο του Norman Bates του Psycho. Επίσης, η σκηνογραφία θυμίζει αρκετά το μοτέλ του Bates με τη δολοφονία που λαμβάνει χώρα στη μεγάλη ξύλινη σκάλα του σπιτιού των Μαργκό (αρκετά βίαιη για την εποχή) να θυμίζει μια αντίστοιχη του Bates. Αλλά και η χρησιμοποίηση της πανέμορφης ψυχρής ξανθιάς Ντέπυς Μαρτίνη (1937- ) (Β΄ Σταρ Ελλάς το 1955) στο ρόλο της αντίζηλης Εύης Λινάρδου είναι κοντά στα χιτσκοκικά πρότυπα, ενώ εξαιρετική είναι και η Αθηνά Μιχαηλίδου (1918-2001) στο ρόλο της μητέρας.

Η ταινία προβλήθηκε τη σαιζόν 1961-1962 και έκοψε 26.526 εισιτήρια. Ήρθε στην 25η θέση σε 68 ταινίες. Έλαβε βραβείο Β΄ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (Αθηνά Μιχαηλίδου) και τιμητική διάκριση στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Νέου Δελχί. 

Βούλα Χαρίτου, Ντέπυ Μαρτίνη

Ο ΦΟΒΟΣ (1966)

Γαλλική αφίσα της ταινίας Ο φόβος

Παραγωγή: Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης
Σκηνοθεσία- σενάριο: Κώστας Μανουσάκης
Διεύθυνση φωτογραφίας: Νίκος Γαρδέλης
Μοντάζ: Γιώργος Τσαούλης
Σκηνογραφία: Πέτρος Καπουράλης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Παίζουν: Ανέστης Βλάχος, Έλλη Φωτίου, Αλέξης Δαμιανός, Μαίρη Χρονοπούλου, Σπύρος Φωκάς, Έλενα Ναθαναήλ, Θόδωρος Κατσαδράμης, Κώστας Γεννατάς, Γιώργος Σήφης
Διάρκεια: 115΄.

Υπόθεση: Ο καταπιεσμένος και ερωτικά στερημένος γιος μιας πλούσιας αγροτικής οικογένειας της υπαίθρου (Ανέστης Βλάχος) βιάζει και σκοτώνει την κωφάλαλη υπηρέτρια της οικογένειας (Έλλη Φωτίου) και καλύπτει το έγκλημά του θάβοντας το πτώμα στη λίμνη του χωριού με τη βοήθεια του αυταρχικού πατέρα του (Αλέξης Δαμιανός) και της μητριάς του (Μαίρη Χρονοπούλου), προκειμένου η οικογένεια να διατηρήσει την υπόληψή της στην τοπική κοινωνία. Έκτοτε ο νεαρός άνδρας κυριεύεται από τον φόβο και τις τύψεις του μέχρι την ανάδυση του πτώματος στην επιφάνεια που θα συμπαρασύρει στην καταστροφή όλη τα μέλη της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και τη νιόπαντρη ετεροθαλή αδερφή του (Έλενα Ναθαναήλ).

“Ο φόβος” είναι η τρίτη, τελευταία και καλύτερη ταινία του Κώστα Μανουσάκη (1929-2005),  με την οποία εισήλθε στο κλειστό κλαμπ των ελάχιστων Ελλήνων σκηνοθετών της εποχής που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν γνήσιοι κινηματογραφικοί δημιουργοί, όντας πραγματικοί γνώστες των μέσων τους. Το εύστοχο ντεκουπάζ, η ευρηματική πλανοθεσία και το εμπνευσμένο μοντάζ φανερώνουν έναν ταλαντούχο σκηνοθέτη που, βοηθούμενος από την εξαιρετική ατμοσφαιρική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη (1931- ) και την θαυμάσια μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου (1939- ), καταφέρνει να στήσει ένα εξαίσιο ψυχολογικό θρίλερ για έναν διαταραγμένο ενοχικό χαρακτήρα και ταυτόχρονα ένα νατουραλιστικό ηθογραφικό δράμα για την απόκρυψη των αμαρτιών των μικρών κλειστών κοινωνιών. Στην επιτυχία της ταινίας φυσικά συντελούν και οι πολύ καλές ερμηνείες προεξέχοντος του Ανέστη Βλάχου (1934- ) στην καλύτερη ίσως στιγμή της καριέρας του. Αποκορύφωμα της ταινίας είναι η τελευταία εκπληκτική σκηνή όπου το γαμήλιο πανηγύρι και ο χορός του γιου ανάμεσα στο υπόλοιπο χωριό, που φαίνεται σαν να τον περικυκλώνει, λαμβάνει τραγικές διαστάσεις και η κανονική ροή της δράσης διακόπτεται από διαδοχικά στοπ- καρέ υπό τη συνοδεία μιας υποβλητικής, τρομακτικής μουσικής υπόκρουσης. 

Ο Μανουσάκης είχε γυρίσει δύο χρόνια πριν την πολύ καλή Προδοσία (1964), που είχε συμμετάσχει στο Φεστιβάλ των Καννών και μετά τον Φόβο, που έκανε μόλις στα 37 του, ο οποιοσδήποτε θα στοιχημάτιζε ότι είχε ένα λαμπρό κινηματογραφικό μέλλον μπροστά του. Κι όμως, αυτή έμελλε να είναι η τελευταία του ταινία καθώς λόγω του ασυμβίβαστου χαρακτήρα του ερχόταν συχνά αντιμέτωπος με τα κινηματογραφικά κυκλώματα και τις κομματικές αγκυλώσεις της μεταπολιτευτικής εποχής.    

Η ταινία προβλήθηκε τη σαιζόν 1965-1966 και έκοψε 297.747 εισιτήρια. Ήρθε στην 16η θέση σε 101 ταινίες. Ήταν υποψηφιότητα για Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου και προβλήθηκε σε πολλά φεστιβάλ στην Ευρώπη και την Αμερική.  

Ανέστης Βλάχος, Έλλη Φωτίου

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΒΑ 2037 (1975)

Παραγωγή: Nίκος Νικολαΐδης- Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου
Σκηνοθεσία- Σενάριο: Nίκος Νικολαΐδης
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιώργος Πανουσόπουλος
Μοντάζ: Γιώργος Τριανταφύλλου
Σκηνογραφία: Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου
Παίζουν: Vera Tschechowa, John Moore, Νίκη Τριανταφυλλίδη
Διάρκεια: 100΄

Υπόθεση: Σε μια αστυνομοκρατούμενη κοινωνία ενός κοντινού δυστοπικού μέλλοντος όπου οι πολίτες ζουν υπό κατ’ οίκον περιορισμό, μια γυναίκα (Vera Tschechowa) αναμένει εδώ και καιρό την έγκριση για την μετακόμισή της σε νέα κατοικία. Καθώς οι μέρες περνούν χωρίς κάποια εξέλιξη αρχίζει να κυριεύεται από παραισθήσεις  λόγω του χρόνιου εγκλεισμού της και κάποιων μαρτυρικών περιστατικών του παρελθόντος που τη βασανίζουν ακόμα και νομίζει ότι κάποιοι προσπαθούν να παραβιάσουν την είσοδο και να της επιτεθούν. Τελικά, κάποια στιγμή ένας άνθρωπος της κυβέρνησης που ισχυρίζεται ότι την είχε γνωρίσει, χωρίς εκείνη να τον θυμάται, (John Moore) φτάνει στο σπίτι της και της μιλά για μια κοινή γνωστή τους που σκοτώθηκε. Αφού κάνουν έρωτα, τον σκοτώνει ανακαλώντας κάποια βασανιστική μνήμη και παραμένει κλεισμένη στο διαμέρισμα βυθισμένη στην παράνοια.   

Η Ευρυδίκη ΒΑ 2037 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Νίκου Νικολαΐδη (1939-2007) την οποία ακολούθησαν οι αγαπημένες από σημαντική μερίδα του κοινού “Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα” (1979) και “Γλυκιά συμμορία” (1983). Ουσιαστικά αποτελεί μια αντιστροφή του αρχαίου μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης, όπου ο Ορφέας έρχεται στο κλειστό διαμέρισμα-Άδη αδυνατώντας σώσει την Ευρυδίκη και τελικά εκείνη παραμένει εγκλωβισμένη στη φυλακή της.

Γυρισμένη με πενιχρά μέσα και σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα σε ένα διαμέρισμα η Ευρυδίκη ΒΑ 2037 ήταν ένα εντυπωσιακό ντεπούντο και μια πολύ προσωπική ταινία, μακριά τόσο από τον αμιγώς πολιτικό κινηματογράφο του Αγγελόπουλου και άλλων νέων σκηνοθετών όσο και από τις εμπορικές ταινίες του εμπορικού που πλέον έπνεε τα λοίσθια. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να χτίσει μια υποβλητική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα υπαινικτικού τρόμου- θυμίζοντας σε πολλά σημεία τις καλύτερες στιγμές της Αποστροφής (1965) του Πολάνσκι (1933- )- με τη βοήθεια της εξαιρετικής ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Γιώργου Πανουσόπουλου (1942- ) που εναρμονίζεται με την σκηνογραφία της Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου (1948- ), την έξυπνη χρήση της κλασικής μουσικής του Vivaldi και του Chopin και πάνω απ’ όλα με την επιβλητική παρουσία της Vera Tschechowa (1940- )  που σε μεγάλο βαθμό σηκώνει την ταινία στις πλάτες της.

Παρά τις θετικές κριτικές και τις διακρίσεις της, η ταινία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα διανομής και χρειάστηκε να περάσουν πέντε ολόκληρα χρόνια για να προβληθεί στις αίθουσες. Έλαβε βραβείο σκηνοθεσίας, σκηνογραφίας και μοντάζ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και συμμετείχε στα Φεστιβάλ Βερολίνου, Βιέννης, Βρυξελλών και Μπολόνιας.  

Vera Tschechowa

ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΙΝΔΥΝΟΣ (1983)

Παραγωγή- Σκηνοθεσία- Σενάριο: Γιώργος Σταμπουλόπουλος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Δημήτρης Παπακωνσταντής
Μοντάζ: Αριστείδης Καρύδης-Fuchs
Σκηνογραφία: Τάσος Ζωγράφος
Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Παίζουν: Τίτος Βανδής, Κατερίνα Ραζέλου, Δάνης Κατρανίδης, Ανδρέας Βάϊος, Δώρα Σιτζάνη, Κώστας Χαλκιάς 
Διάρκεια: 108΄

Υπόθεση: Ο Σιδέρης (Τίτος Βανδής), παλιός παρακρατικός ακροδεξιός, οι δυο γιοι του (Ανδρέας Βάϊος, Κώστας Χαλκιάς) και η κόρη του (Κατερίνα Ραζέλου) ζουν απομονωμένοι σε μια καλύβα δίπλα σε ένα νταμάρι κάπου στην ελληνική επαρχία και στήνουν ενέδρες θανάτου σε διερχόμενα αυτοκίνητα με σκοπό τη ληστεία, έχοντας την ανοχή της χωροφυλακής και της τοπικής κοινωνίας που τον φοβάται. Παράλληλα, είναι δυνάστης απέναντι στα παιδιά του και διατηρεί αιμομικτική και χρησιμοθηρική σχέση με την κόρη του. Ο μεγάλος του γιος, πνευματικά καθυστερημένος, θέλει να πάρει τη θέση του στις «δουλειές» και στο κρεβάτι της αδερφής του και ο μικρότερος προσπαθεί να δραπετεύσει από αυτό το ζοφερό περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται κι ένας τοπογράφος της Νομαρχίας (Δάνης Κατρανίδης) που προσπαθεί να αλλάξει τις ισορροπίες.

O Γιώργος Σταμπουλόπουλος (1936- ) στην καλύτερη ταινία του, μετά το θαυμάσιο ντεμπούτο του με την “Ανοιχτή επιστολή” (1967), σκηνοθετεί μια ακραία ρεαλιστική και σκληρή ταινία πάνω στην φασιστική βία και την υπόθαλψη της από τις διεφθαρμένες αρχές και μια κλειστή επαρχιακή κοινωνία· θέμα που εξετάζει και “ο Φόβος”. Παράλληλα, είναι και ένα στιβαρό ψυχολογικό θρίλερ που δανείζεται στοιχεία από κάποιες αμερικανικές ταινίες τρόμου και θρίλερ χαμηλού προϋπολογισμού της δεκαετίας του ‘70 (Τhe hills have eyes, Deliverance) για να κάνει μια πολιτικοκοινωνική καταγγελία. To “Προσοχή Κίνδυνος” διαθέτει μια αποπνικτική νοσηρή ατμόσφαιρα, επιτυχημένο μοντάζ που προσδίδει γρήγορο ρυθμό και ένταση, πολύ καλές ερμηνείες προεξέχοντος του Τίτου Βανδή και μια εξαιρετική μουσική επένδυση. 

Όπως και ο Κώστας Μανουσάκης, ο Γιώργος Σταμπουλόπουλος αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση ταλαντούχου και ασυμβίβαστου δημιουργού που γύρισε λιγοστές ταινίες, λόγω των πολιτικά τολμηρών του θεμάτων και των συχνών του συγκρούσεων με το εγχώριο κινηματογραφικό κατεστημένο και την αυστηρή λογοκρισία που λάμβανε χώρα μέχρι και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘80.    

Η ταινία προβλήθηκε τη σαιζόν 1983-1984 και έκοψε 33.986 εισιτήρια. Ήρθε στην 21η θέση σε 33 ταινίες. Πήρε τα βραβεία Α΄ και Β΄ ανδρικού ρόλου, μοντάζ, special effects και μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, συμμετείχε στα Φεστιβάλ Βερολίνου και Μονάχου και έλαβε τιμητική διάκριση σεναρίου στο Φεστιβάλ Αλεξάνδρειας.

Ανδρέας Βάιος, Κατερίνα Ραζέλου, Τίτος Βανδής, Κώστας Χαλκιάς

ΙΣΤΟΡΙΑ 52 (2008)

Παραγωγή: Αλέξης Αλεξίου, Tugo Tugo Productions
Σκηνοθεσία: Αλέξης Αλεξίου
Σενάριο: Αλέξης Αλεξίου, Έφη Γαβρίλου
Διεύθυνση φωτογραφίας: Χρήστος Καραμάνης
Μοντάζ: Πάνος Βουτσαράς
Σκηνογραφία: Πηνελόπη Βαλτή
Μουσική: Peekay Tayloh,Γιάννης Βεσλεμές
Παίζουν: Γιώργος Κακανάκης, Σεραφίτα Γρηγοριάδου, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Αργύρης Θανασούλας, Γιασεμή Κηλαηδόνη, Ορφέας Ζαφειρόπουλος, Γιώργος Καραμίχος.
Διάρκεια: 98΄

Υπόθεση: Ο Ιάσονας και η Πηνελόπη γνωρίζονται στο σπίτι του τελευταίου, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου με κοινούς τους φίλους. Γρήγορα αναπτύσσεται ένα ισχυρό ερωτικό συναίσθημα μεταξύ τους και η Πηνελόπη μετακομίζει στο σπίτι του Ιάσονα. Ωστόσο, κάποια μέρα η Πηνελόπη τον εγκαταλείπει ξαφνικά και ο Ιάσονας, αδυνατώντας να θυμηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί, αναβιώνει πολλές φορές την γνωριμίας τους. Τα όρια ανάμεσα στη φαντασία του και την πραγματικότητα συγχέονται μέσα στο μυαλό του και τελικά παραμένει κλεισμένος στο διαμέρισμά του και βυθίζεται στην παράνοια ή/και σε μια παράξενη χωροχρονική δίνη.

 Στο πολύ ενδιαφέρον ντεμπούτο του ο Αλέξης Αλεξίου (1976- ) αφηγείται ένα δράμα για την ερωτική απώλεια και ταυτόχρονα ένα ψυχολογικό θρίλερ για την σταδιακή καταβύθιση ενός άνδρα στην τρέλα χρησιμοποιώντας παράλληλα και κάποια στοιχεία του φανταστικού. Εμπνευσμένος από το Δανέζικο Δόγμα 95 ο σκηνοθέτης χτίζει μια υποβλητική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα- η ταινία είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γυρισμένη στο διαμέρισμα του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα- με τη βοήθεια της σκοτεινής φωτογραφίας και των αρκετά καλών ερμηνειών του πρωταγωνιστικού ζεύγους. Η ιστορία 52 είναι ένα σπάνιο εγχώριο αξιόλογο δείγμα στο χώρο του μοντέρνου ερωτικού και ψυχολογικού θρίλερ και μια από τις πιο αξιοσημείωτες ανανεωτικές προσπάθειες λίγο πριν την εμφάνιση του Κυνόδοντα (2009). Επιπλέον, ο Αλεξίου συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ελπιδοφόρες παρουσίες του ελληνικού σινεμά παρουσιάζοντας το 2015 το, ακόμα καλύτερο, νεονουάρ Τετάρτη 04:45. 

Συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ και στο Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου Βρυξελλών.    

Γιώργος Κακανάκης

Τέλος, αξίζει να γίνει μια σύντομη αναφορά και σε μερικές ακόμα αξιόλογες ταινίες που γειτνιάζουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, με το είδος του ψυχολογικού θρίλερ.

  • Το υποτιμημένο και ξεχασμένο σήμερα «Χωρίς μάρτυρες» (1983) του Νίκου Παπαμαλή, που αρκετοί θεωρούν το δεύτερο καθαρόαιμο ελληνικό ψυχολογικό θρίλερ μετά τον Εφιάλτη.
  • Τη δυναμική ψυχογραφία ενός καταπιεσμένου νεαρού νεκροθάφτη που φτάνει στην παράκρουση και τον φόνο μιας νεαρής στο «Ναι μεν, αλλά» του Παύλου Τάσιου (1942-2011).
  • Το εξαιρετικό μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Τώνιας Μαρκετάκη (1942-1994) με το βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα ψυχολογικό και δικαστικό δράμα «Ιωάννης ο βίαιος» (1973), σχετικά με ένα ακόμα διαταραγμένο και σεξουαλικά στερημένο νεαρό και τη σύγκρουσή του με το κοινωνικό του περιβάλλον. 
  • Την ατμοσφαιρική «Νύχτα με τη Σιλένα» (1986) του Δημήτρη Παναγιωτάτου (1949-) που συνδυάζει τον χιτσκοκικό ερωτισμό με την αισθητική του νεονουάρ.
  • Το πολύ καλό ψυχολογικό-υπαρξιακό, καφκικού κλίματος, θρίλερ «Στη σκιά του φόβου» (1988) του Γιώργου Καρυπίδη (1946-2019) γύρω από την πραγματικότητα και τις ψευδαισθήσεις ενός μουσικού που καταδιώκεται -ή έτσι νομίζει- από τις αρχές.

ΠΗΓΕΣ

Κολιοδήμος, Δ. (2007), Η Ελλάδα μετά τα μεσάνυχτα, Αθήνα
www.imdb.com
www.retrodb.gr
www.tainiothiki.gr

Cover image: Figure In The Dark by MikkoLagerstedt (DeviantArt)

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά