Η μικρή Αννούλα κοιτούσε τα σχήματα που έκαναν τα αστέρια στον ουρανό για άλλη μια φορά. Άλλα μπλε, άλλα κόκκινα, άλλα πορτοκαλί και άλλα άσπρα. Πρόσεξε ότι μερικά από αυτά φαίνονταν να αναβοσβήνουν σαν τα λαμπάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου που βάζει ο μπαμπάς της κάθε χρόνο στο έλατο που κόβει από το δάσος. Μια θερμή ριπή ανέμου σάρωσε το ξέφωτο δίπλα από το σπίτι της και έκανε τα φύλλα των δέντρων γύρω της να σιγοψιθυρίσουν στο σκοτάδι το απόκοσμο και συνάμα όμορφο τραγούδι τους. Η μαμά της κάποτε της είχε πει ότι στα δέντρα έχουν τα σπίτια τους νεράιδες και ξωτικά που βγαίνουν μόνο τη νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι, όπως απόψε.

Η πανσέληνος φώτιζε τα πάντα γύρω της με το ασημένιο φως της. Ένα γαλάζιο αστέρι στα δεξιά της τρεμόσβησε τραβώντας τη προσοχή της. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη στο παχύ χορτάρι ανακάθισε για να δει καλύτερα. Το αστέρι φαινόταν να τρεμοσβήνει ακόμα, αλλά ήταν πιο μεγάλο, λες και ένας από τους καουμπόηδες από τις ιστορίες της μαμάς της το είχε τραβήξει με το σκοινί του. Όσο παρατηρούσε το αστέρι, εκείνο μεγάλωνε όλο ένα και περισσότερο και το φως του γινόταν όλο και πιο λαμπερό. Η Αννούλα φοβήθηκε. Είχε συνηθίσει τα αστέρια να είναι μικρά σαν τους κόκκους του αλατιού και της ζάχαρης και όχι τόσο μεγάλα.

Πήρε το δρόμο της επιστροφής σπρώχνοντας μια τούφα καστανά μαλλιά μακριά από το πρόσωπο της για να βλέπει καλύτερα. Φορούσε το νυχτικό της γιατί δεν ήθελε να αλλάξει ρούχα όταν βγήκε κρυφά από το παράθυρο του δωματίου της για να έρθει εδώ, στο ξέφωτο μέσα στο δάσος που όλα ήταν ήσυχα για να δει το φεγγάρι και τα αστέρια. Δεν είχε κάνει πολλά βήματα μακριά από το ξέφωτο, όταν αέρας δυνατός φύσηξε και έκανε τα φύλλα στα δέντρα να ουρλιάξουν στο πέρασμα του, όπως ουρλιάζουν οι λύκοι στο φεγγαρόφωτο, όπως ουρλιάζουν τα άγρια σκυλιά στο δάσος στην άλλη πλευρά του βουνού. Η Αννούλα άρχισε να τρέχει με τα απαλά της μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από το φόβο και την αγωνία.

Dream photography by Beata Rydén

Ξάφνου η γη άρχισε να τρέμει και ο αέρας δυνάμωσε. Το κορίτσι έπεσε στο έδαφος και έκλεισε τα αυτιά του με τις μικρές του παλάμες για να σταματήσει τον ήχο των φύλλων και του δάσους γύρω της. Από μέσα της παρακαλούσε η μαμά της να ανακάλυπτε ότι έλειπε από το κρεβάτι της και να την έψαχνε μέσα στο δάσος. Προτού προλάβει να φοβηθεί παραπάνω όλα σταμάτησαν.

Σηκώθηκε και με τα δάκρυα να σχηματίζουν αυλάκια στο πρόσωπο της αντίκρισε το ξέφωτο. Όλα γυάλιζαν γύρω της και στο κέντρο του ξέφωτου στεκόταν μια γυναίκα. Η Αννούλα την πλησίασε με μικρά και φοβισμένα βήματα. Παρατήρησε ότι η γυναίκα δεν πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ίδια. Ήταν μικροκαμωμένη, με λεπτά λευκά πόδια και λεπτή μέση. Τα μαλλιά της ολόξανθα, σχεδόν λευκά κάτω από το φως του φεγγαριού, έφταναν μέχρι τη μέση της πλάτης της σε εντυπωσιακές μπούκλες. Κοντοστάθηκε μερικά βήματα μακριά από το κορίτσι. Φορούσε ένα φουστάνι μέχρι πιο πάνω από το γόνατο σε λευκό και ασημί με πτυχές να τυλίγονται γύρω από τα πόδια της. Όμοιο ύφασμα δεν είχε ξαναδεί η Αννούλα. Η μητέρα της φορούσε πάντα ρούχα από μαλακό ύφασμα και δαντέλα όπως και η ίδια. Το φουστάνι του κοριτσιού έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από τα ίδια τα αστέρια.

“Συγνώμη…” Είπε σιγανά και με τρεμάμενη φωνή η Αννούλα. Το κορίτσι γύρισε αργά προς το μέρος της και την κοίταξε με δυο γαλάζια και πεντακάθαρα μεγάλα μάτια. Η Αννούλα πήρε βαθιά ανάσα στη θέα του αγγελικού προσώπου της. Τα μαλλιά της ήταν στερεωμένα πίσω με μικρά στρασάκια σε σχήμα αστεριού και φεγγαριού που έλαμπαν. Το πρόσωπο της ήταν λεπτό και λιγνό με απαλά ροζ μάγουλα και χείλη. Το φόρεμα της είχε τα ίδια στρασάκια με τα μαλλιά της και ήταν στενό στο πάνω μέρος.

“Γεια σου.” είπε με γλυκιά και γαλήνια φωνή η κοπέλα. Η Αννούλα την πλησίασε λίγο και κοίταξε τον ουρανό.

“Από που ήρθες;” ρώτησε η Αννούλα. Η κοπέλα κοίταξε με σύγχυση γύρω της και το στήθος άρχισε να ανεβοκατεβαίνει με δάκρυα να σχηματίζουν λιμνούλες στα μάτια.

“Δεν ξέρω…” ψιθύρισε. Η Αννούλα λυπήθηκε τη κοπέλα. Με τα μικρά της χεράκια έπιασε το χέρι της κοπέλας.

“Πώς σε λένε;” Η κοπέλα χαμογέλασε και γονάτισε για να φτάσει στο ύψος της Αννούλας.

“Στέλλα. Εσένα;” Η Αννούλα θαύμασε την εμφάνιση της κοπέλας και θυμήθηκε πάλι τις ιστορίες της μαμάς της για τις νεράιδες και τα εξωτικά.

“Άννα.” Η Στέλλα χαμογέλασε μόνο για λίγο όμως, μετά το πρόσωπο της συννέφιασε και έσκυψε το κεφάλι.

“Δεν ανήκω εδώ.” ψιθύρισε. Η Άννα χάιδεψε το φουστάνι της κοπέλας όπως ήθελε να κάνει από την πρώτη στιγμή. Ήταν απαλό σαν μεταξύ αν και νόμιζε ότι θα ήταν άγριο στην αφή.

“Είσαι νεράιδα;” ρώτησε η Αννούλα.

“Όχι. Δεν ανήκω εδώ.” ξαναείπε η Στέλλα.

“Είσαι ξωτικό;” ρώτησε με ενθουσιασμό η Άννα. Η κοπέλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

“Το σπίτι μου είναι εκεί πάνω.” Η Στέλλα έδειξε το γαλάζιο αστέρι που πλέον είχε φυσιολογικό μέγεθος και δεν αργόσβηνε όπως πριν.

“Το μπλε αστέρι;” είπε η Άννα.

“Ναι. Ήμουν με την αδερφή μου και κολυμπούσαμε στο ποτάμι όταν βρήκα μια σπηλιά και έπεσα εδώ.” Έδειξε το ξέφωτο γύρω με τα λεπτά της χέρια. Η Άννα συνοφρυώθηκε και το μυαλουδάκι της έπαιρνε χίλιες δύο στροφές για να σκεφτεί κάτι για να βοηθήσει.

“Θες να έρθεις στο σπίτι μου;” είπε χαρωπά. Η κοπέλα κοίταξε πάλι τον ουρανό και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Με αυτή τη κίνηση ένα από τα αστεράκια που στερέωναν τα μαλλιά της έπεσε μπροστά στα ποδαράκια της Άννας. Το πήρε με τα μικρά της χεράκια και χαμογέλασε στη θέα του.

“Σου αρέσει;” ρώτησε η Στέλλα.

“Είναι πολύ όμορφο. Και εσύ είσαι όμορφη.” είπε με λεπτή φωνή η Αννούλα. Η κοπέλα χαμογέλασε.

“Κράτησε το.” Η Άννα στερέωσε το αστεράκι στο νυχτικό της και προτού προλάβει να το θαυμάσει η γη άρχισε πάλι να τρέμει. Ενστικτωδώς έκλεισε με τα χεράκια της τα αυτιά της για να αποτρέψει τον ήχο από τα φύλλα των δέντρων να την φτάσει. Η Στέλλα έκανε το ίδιο. Τα δύο κορίτσια έπεσαν κάτω σφίγγοντας τα μάτια. Η Άννα άνοιξε για λίγο το ένα μάτι και είδε λαμπερό φως να τυλίγει τα πάντα γύρω της αλλά, τα ξαναέκλεισε για την πονούσε. Όλα σταμάτησαν, άνοιξε τα μάτια της και δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της όταν είδε ότι το κορίτσι είχε εξαφανιστεί. Το μόνο που είχε μείνει στη θέση του ήταν άλλο ένα αστεράκι από τα μαλλιά της. Το πήρε με τρεμάμενα χέρια και έφυγε τρέχοντας στο σπίτι της.

Το επόμενο πρωί η Άννα ρώτησε τη μαμά της αν ζουν όμορφες κοπέλες στα αστέρια και αν μπορούν να επισκεφτούν το χωριό τους. Η μητέρα της είπε ότι στα αστέρια ζουν άγγελοι που επισκέπτονται τη γη για να μιλήσουν στα μικρά παιδάκια. Η Αννούλα μες στη χαρά έτρεξε στο ξέφωτο με τα αστεράκια στα δικά της μαλλιά και περίμενε, όμως η κοπέλα δεν εμφανίστηκε ξανά από τότε. Η Άννα παρ’ όλα αυτά πήγαινε εκεί κάθε πανσέληνο και περίμενε να εμφανιστεί το κορίτσι με τα ασημένια μαλλιά και το όμορφο φουστάνι.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά