Ποίημα: “Ο καθρέφτης της Ωραίας Ελένης” της Ιλέην Ρήγα

by Ιλέην Ρήγα

Εκεί, πάνω στο παγωμένο γυαλί
πόσα μυστικά σου ψιθύρισες ντροπιασμένα;

Όταν κρυφά, στα σκοτεινά,
ανάμεσα στα σεντόνια σου κρυμμένα
μετρούσες του Πάρη τα φιλιά
με φροντίδα αφημένα και λύσσα και ορμή.

Άραγε, ο Μενέλαος να μύρισε ποτέ
το άρωμα της απιστίας;
Εκείνο που σταγόνα τη σταγόνα
το δέρμα νοτίζει και τα μάτια και τα μαλλιά
και στον απέραντο του κορμιού λειμώνα
ευωδιάζει απ’ τ ’αναφιλητά.

Ροδοκοκκίνιζαν τα μάγουλα
και σμίγαν τα χείλη μπρος στο γυαλί
– μάρτυρας σιωπηλός, σκλάβος πιστός
στο κάλλος και την ηδονή.

Και μόνο η θαμπάδα απ’ της ανάσας τη ζεστασιά,
εκείνη μόνο αμείλιχτα μαρτυρά,
κάθε άγγιγμα κρυφό, κάθε άηχο αναστεναγμό.

Στην ομορφιά σου ανάθεμα, θεά καταραμένη,
και ζήλια και οργή
που πόλεμο ξεκίνησε και θάνατο συνάμα.

Τα νιάτα της Τροίας θυσίασες για μια αγκαλιά θερμή,
απόκληρη της Σπάρτης,
και κέντησες στου ονόματός σου την κάθε συλλαβή
με πόνο και ηδονή και δάκρυα και λήθη.

Και το ήξερε ο καθρέφτης σου εκείνη τη νυχτιά
πως μακριά θα έφευγες,
πως την κλίνη τη συζυγική απερίσκεπτα θα εγκατέλειπες
κι ούτε την κόρη σου την μικρή, τη δύσμοιρη Ερμιόνη
τολμούσες ν’ αποχαιρετίσεις.

Σαν αγρίμι ελεύθερο από χρυσά δεσμά
έτρεξες μες στη νυχτιά – με το άγρυπνο μάτι της πανσελήνου να σε κυνηγά.

Και ο καθρέφτης ήξερε, μα δεν έβγαλε μιλιά,
πως βασίλισσα δεν ήθελες να ‘σαι πια
πως η Σπάρτη σ’ έπνιγε καιρό
και ο Μενέλαος ξένος ήταν και αυτός,
απόμακρος, στου θρόνου τις έγνοιες χαμένος
σύζυγος αόρατος, μα βασιλιάς σωστός.

Μα στον απόηχο της μοναξιάς σου,
ο λόγος του Πάρη βάλσαμο και δούρειος ίππος ύπουλος
ζωντάνευε εικόνες καταπράσινες μιας παραδείσιας Τροίας,
όπου έρωτες φτερούγιζαν στους ουρανούς της,
και τριανταφυλλένιοι ορίζοντες στο λυκόφως
με ποίηση έντυναν τους ερωτευμένους∙
όνειρα κούρνιαζαν στους ίσκιους της
και νεράιδες λούζονταν στους ποταμούς της
και συ μέσα σ’ αυτό το παραμύθι λαχτάρησες να κρυφτείς.

Ο καθρέφτης είδε την ελπίδα στο βλέμμα σου να πυρώνει
Και κάτω απ’ την αέρινη νυχτικιά το καρδιοχτύπι
φούσκωνε τα ολόλευκα, ερωτικά σου στήθη
μέχρι που το όνειρο θαρρείς πως έγινε ανάμνηση ζωντανή,
μονάκριβη και αγαπημένη, που ήθελες να ξαναβρείς.

Αυτά σου έταξε ο γιος του Πριάμου
και ο γάργαρος Ευρώτας δεν ήταν αρκετός
ο Ταΰγετος μεγαλοπρεπής δεν ήταν, μα μικρός
πού θέληση να βρεις την Σπάρτη ν’ αγαπήσεις;

Σαν φάντασμα ο Μενέλαος στην κάμαρά σου μέσα
για νύχτες ξαγρυπνούσε
προσμένοντας μετανιωμένη να φανείς
κι όμορφη, σαν άγαλμα ψυχρή
από μάρμαρο ξακουστό σμιλεμένη
απόμακρη, μα δική του.
Ποιο πλοίο ν’ ανδρώσει, ποια μάχη να ηγηθεί
μπρος στον έρωτα ανούσια και μάταια η επιμονή.

Ο Μενέλαος το ξέρει πως μόνος πορευόταν
και πως το είδωλο στον καθρέφτη τώρα δεν είναι πια το δικό σου.

Σκυφτός και γερασμένος,
με το δηλητήριο της προδοσίας καυτό στα σωθικά
το πρόσωπο που αντικρίζει δεν είναι το δικό σου πια.

Άραγε, πόσα είδωλα βάφτισες «Ελένη»
από πείσμα, από φόβο, από έρωτα ανέλπιδο;

©Ιλέην Ρήγα 2018
Helen of Troy (1898) by Evelyn De Morgan

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά