Διήγημα: “Αυτό που ξέρουν οι σκαλισμένες κολοκύθες” της Έλενας Στεργιοπούλου

by Έλενα Στεργιοπούλου

«Κάτι δεν πάει καλά με τον φωτισμό. Συμφωνείτε; Τζεν; Τζεν δεν ονομάζεστε;»

«Συγχωρείστε με, δεν σας άκουσα», λέει η Τζεν. Στέκεται στις μύτες των ποδιών της και προσπαθεί να στερεώσει στην κουπαστή της σκάλας μια κόκκινη γιρλάντα, που όλο της γλιστράει. Έχει τα χέρια τεντωμένα ψηλά, κι έτσι αναγκάζεται να γείρει το κεφάλι προς τα πίσω για να δει τον συνομιλητή της. Είναι ένας ισχνός άντρας, με ανάστημα κυπαρισσιού, με ημίψηλο καπέλο, και ρούχα που ακόμα και ο παππούς της θα τα θεωρούσε παλαιομοδίτικα. «Είπατε κάτι;»

«Ο φωτισμός. Είμαι σίγουρος ότι δεν είναι σωστός. Δεν βλέπετε κι εσείς κάτι περίεργο;»

Το μόνο που της φαίνεται περίεργο είναι οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια του, αλλά δεν του το λέει. Στερεώνει την άκρη της γιρλάντας και κάνει ένα βήμα πίσω, για να θαυμάσει το έργο της. Τρίβει τις παλάμες μεταξύ τους. Έπειτα κοιτάζει γύρω-γύρω την ευρύχωρη σάλα με τους καναπέδες, την κουνιστή πολυθρόνα και τη βιβλιοθήκη που καλύπτει ολόκληρο τον τοίχο. Όλα είναι λουσμένα στο φως της πανσελήνου. Μόνον ο προθάλαμος του σπιτιού είναι σκοτεινός. Σαν να θέλει να αποθαρρύνει τους μικρούς επισκέπτες, που σύντομα θα κατέφθαναν για «κέρασμα ή διαβολιά».

«Εννοείτε ότι είναι πολύ σκοτεινά; Πρώτη φορά συμμετέχω σε τέτοια γιορτή, κι έτσι δεν γνωρίζω ποιος είναι ο σωστός φωτισμός».

Ο άντρας κάνει έναν θόρυβο σαν να βγάζει αέρα από τη μύτη του. Μοιάζει ενοχλημένος. Παρακολουθεί τα δάχτυλά του, τον δείκτη και τον μέσο, που πιέζουν ακατάπαυστα τον κρόταφό του. Τότε μόνο συνειδητοποιεί ότι και τα δικά της δάχτυλα παίζουν με το μαντήλι που φορά στο λαιμό της. Το βλέμμα της διατρέχει ολόγυρα το δωμάτιο. Δεν βλέπει ούτε ψυχή, κανέναν που θα μπορούσε να τη βγάλει από την αμήχανη θέση.

«Με περιμένουν στην κουζίνα. Θα σκαλίσουμε κολοκύθες», ψιθυρίζει έπειτα από λίγο.

Όμως ο άντρας με το ημίψηλο δεν της δίνει πια σημασία. Το βλέμμα του είναι καρφωμένο προς το τζάκι, στη φωτιά που τριζοβολάει.

Αυτή τη γωνιά την έχει ήδη διακοσμήσει η οικοδέσποινα. Πυκνοπλεγμένοι ιστοί, αράχνες που αιωρούνται σαν αληθινές, ξύλινες σκούπες που ξαποσταίνουν πριν χρειαστεί να βγούνε για κυνήγι. Όλα μοιάζουν ρεαλιστικά, ακόμα και εκείνος ο μαύρος μπόγος, που μοιάζει με ανθρώπινο σώμα κουλουριασμένο. Το μόνο που θα άλλαζε η Τζεν στη διακόσμηση, είναι η γυάλα που στρογγυλοκάθεται στο ράφι του τζακιού. Είναι ξέχειλη με ένα πράσινο, παχύρευστο, ημιδιαφανές υγρό. Θυμίζει λιωμένα ζελεδάκια που δεν πρόφτασαν να φτάσουν σε χέρια παιδικά, για «κέρασμα». Όμως αυτό που την κάνει να ανατριχιάζει, πιο πολύ κι από το ίδιο το υγρό, είναι οι βολβοί των ματιών που στριφογυρνάνε μέσα του.

Αποστρέφει το βλέμμα της και αρχίζει να πηγαίνει προς την κουζίνα. Διασχίζει έναν μακρόστενο, σκοτεινό διάδρομο, γεμάτο με ιστούς αράχνης και κρεμασμένους σκελετούς. Προχωράει αργά και σκυφτά, για να μην τη χτυπήσουν, αν και έχει μάθει πια τον τρόπο να γίνεται άυλη.

Μετά από διάστημα που της φαίνεται σαν αιωνιότητα, η Τζεν φτάνει στην κουζίνα. Οι κολοκύθες είναι παραταγμένες στη σειρά, άδειες από το περιεχόμενό τους, έτοιμες για σκάλισμα. Ήδη δυο-τρεις γυναίκες είναι σκυμμένες από πάνω τους, απορροφημένες από τις κινήσεις των δαχτύλων τους.

«Έλα να σκαλίσεις κι εσύ», της λέει η Ολίβια, η οικοδέσποινα. Ξεχωρίζει από τις άλλες γιατί, όπως και ο άντρας με το ημίψηλο, φοράει κι αυτή ρούχα παλιάς εποχής. «Πλύνε μόνο τα χέρια σου, μην τη λεκιάσεις με αίμα».

Η Τζεν κοιτάζει απότομα τις παλάμες της. Τα μάτια της γουρλώνουν. Είναι πράγματι κατακόκκινες, πασαλειμμένες με αίμα. Πώς έγιναν έτσι; Νιώθει ξαφνικά το κεφάλι της ελαφρύ, τα πόδια της να τρέμουν. Αυτό μου έλειψε τώρα, να λιποθυμήσω. Γέρνει επάνω στον πάγκο και στηρίζεται με τον αγκώνα της. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μάλλον είναι αδύνατο να λιποθυμήσω. Τα πόδια της πατούν και πάλι σταθερά στο έδαφος. Τρίβει από τα χέρια της το ξεραμένο αίμα. Σε λίγο βρίσκεται ανάμεσα σε μια κοκκινομάλλα και σε μια γυναίκα με ξανθό κότσο, που της συστήνεται ως Σάντρα. Ντρέπεται να πιάσει κουβέντα, δεν ξέρει ακόμα τι επιτρέπεται να ρωτήσει και τι όχι. Αντ’ αυτού αφοσιώνεται στο σκάλισμα της κολοκύθας της.

«Είσαι πολύ σιωπηλή», της λέει η κοκκινομάλλα. «Μήπως σε ενόχλησε ο κύριος Χίγκινς;»

Η Τζεν σηκώνει το κεφάλι της. «Ποιος- ποιος είναι αυτός;»

«Ο κύριος με το ημίψηλο».

«Α, μάλιστα. Ας πούμε».

«Πάντα βρίσκει κάτι διαφορετικό σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές, κάτι παράξενο, που δεν του αρέσει. Τι βρήκε φέτος;»

«Κάτι έλεγε για τον φωτισμό, αλλά δεν κατάλαβα τι τον ενοχλούσε».

«Μη σε νοιάζει. Κανείς ποτέ δεν καταλαβαίνει τι τον ενοχλεί. Επί τη ευκαιρία, με λένε Λούσυ», λέει η κοκκινομάλλα.

«Λίγα τα λόγια σας για τον μπάτλερ μου!» λέει η Ολίβια.

Η Τζεν στρέφει το κεφάλι και τη βλέπει να γελάει. Έπειτα η ματιά της πέφτει στο σχέδιο που έχει σκαλίσει στην κολοκύθα της η Λούσυ. «Ωραίο άλογο», της λέει.

Διακρίνει στα μάτια της κοκκινομάλλας μια πινελιά μελαγχολίας, που όμως εξαφανίζεται αμέσως. «Ευχαριστώ», λέει εκείνη. «Για δείξε μου, εσύ τι σκαλίζεις;»

Η Τζεν στρέφει το βλέμμα προς την κολοκύθα ανάμεσα στα χέρια της. Δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι το έργο της είναι σχεδόν ολοκληρωμένο. Είναι το πρόσωπο ενός άντρα, φτιαγμένο με τόση λεπτομέρεια, λες και έχει το μοντέλο ζωντανό μπροστά της. Ψηλαφίζει τα λεπτά χείλη, το ρουφηγμένο μάγουλο, τις ρυτίδες στην άκρη των ματιών του. Νιώθει μια γλύκα στο στόμα της, η οποία πολύ σύντομα αλλάζει˙ γίνεται γλυκερή, μεταλλική, την πνίγει.

«Είναι αυτός που σε σκότωσε;» Η ερώτηση της Τζούλια πέφτει σαν χαστούκι στο πρόσωπο της Τζεν.

«Ο Μάικλ», ψιθυρίζει ασυναίσθητα.

Σκόρπιες αναμνήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό της. Ένα χαμογελαστό πρόσωπο που έκανε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Ένα μισοσκουπισμένο δάκρυ, που της υποσχέθηκε ότι θα ήταν το τελευταίο. Το βουητό στο αριστερό αυτί και το τσούξιμο στο μάγουλο από ακόμα ένα χαστούκι. Η μεταλλική γεύση του αίματος που κύλησε στην άκρη των χειλιών. Αίμα που δε θα κυλούσε ποτέ ξανά μετά από εκείνο το βράδυ. Το μαντήλι που της έκανε δώρο. Το μαντήλι που της πήρε τη ζωή. Το μαντήλι που φοράει στον λαιμό.

«Αυτός δεν είναι ο άντρας που βρήκαμε ξεκοιλιασμένο στον κήπο;» ακούγεται μια δυνατή φωνή, που την επαναφέρει στο τώρα.

Η οικοδέσποινα κάτι απαντά, μα η Τζεν δεν την ακούει. Κοιτάζει ενστικτωδώς τα χέρια της, που πριν ήταν κόκκινα με αίμα. Κόκκινα, σαν τη γιρλάντα που κρέμασε στην κουπαστή της σκάλας. Δεν έχει ξαναμυρίσει πιο απαίσια μυρωδιά˙ εντόσθια ανθρώπινα, ζεστά ακόμα. Τα αυτιά της βουίζουν. Τα καμπανάκια γίνονται όλο και πιο εκκωφαντικά. Κλείνει τα αυτιά, όμως εκείνα δε σταματούν.

«Ήρθαν οι πρώτοι επισκέπτες», λέει μελωδικά η Ολίβια.

Μάλλον δεν ήταν καμπανάκια. Μάλλον ήταν το κουδούνι.

Οι γυναίκες σχηματίζουν μια σειρά μέσα στον σκοτεινό διάδρομο, κρατώντας στα χέρια τις κολοκύθες τους. Η Τζεν τις ακολουθεί τελευταία, σαν υπνωτισμένη. Λίγο προτού φτάσουν στο καθιστικό, μια διαπεραστική κραυγή ταξιδεύει σε όλο το οίκημα. Ένα ποδοβολητό φτάνει σκουντουφλώντας μέχρι την εξώπορτα και μετά χάνεται στη νυχτερινή παγωνιά.

«Τι συνέβη», ρωτάει η Τζεν όταν βλέπει τις γυναίκες μαζεμένες γύρω από το τζάκι.

Εκείνες γυρνούν. Τα μάτια τους είναι καρφωμένα πάνω της. Μάτια κάτω από χαμηλωμένα φρύδια. Μάτια με μια στάλα δάκρυ στο εσωτερικό βλέφαρο. Μάτια μισόκλειστα, σαν να προσπαθούν να διακρίνουν κάτι. Και πίσω από τα βλέμματά τους, τα δικά της μάτια πέφτουν σε μια φιγούρα ξαπλωμένη μπροστά στο τζάκι. Ένας μαύρος μπόγος, που τώρα πια έχει αποκτήσει χέρια και πόδια και κεφάλι. Το κεφάλι του.

***

«Σταμάτα να ουρλιάζεις επιτέλους! Τζεν, σταμάτα!»

Μα δεν ουρλιάζω, σκέφτεται η Τζεν. Το στόμα της όμως είναι ορθάνοιχτο. Κοιτάζει γύρω της. Δεν είναι πια μέσα στο σπίτι. Προσπαθεί να πιαστεί από κάτι οικείο.

«Κοίταξέ με, σε παρακαλώ», λέει η Ολίβια. «Πες μου, τι θυμάσαι;»

Τι εννοεί;

Σαν να διαβάζει τη σκέψη της, η Ολίβια ξαναρωτά. «Τι θυμάσαι από όταν απέκτησες τη συνείδησή σου και σε προϋπάντησα στο σπίτι μου;»

Η Τζεν σιωπά. Σκαλίζει στις άκρες της μνήμης της. «Θυμάμαι απλά να βρίσκομαι μέσα στην αυλή σου, κάπου εδώ».

«Θυμάσαι ποια ήταν η πρώτη σου κουβέντα;»

«Ό- όχι».

«Είπες… ‘Τώρα δε θα είναι κίνδυνος πια για κανέναν’. Αναφερόσουν στον άντρα που βρήκαμε ανάμεσα στους θάμνους;»

Η Τζεν νιώθει σκηνές να φτερουγίζουν ολόγυρά της, σαν τις νυχτερίδες που βουτούν και υψώνονται ξανά προς τη λάμπα στην άκρη του δρόμου.

«Ναι», λέει σιγανά σαν να βγαίνει τώρα από βαθιά νάρκωση. «Εγώ- εγώ τον σκότωσα. Δεν ξέρω πώς. Δεν ξέρω καν πού ήμουν και τι έκανα πριν απ’ αυτό. Θυμάμαι μόνο πως ήθελα με αγωνία να προστατεύσω κάποιον».

«Το πρόσωπό του είναι ίδιο με αυτό που σκάλισες στην κολοκύθα σου. Οι κολοκύθες δείχνουν την αιτία θανάτου μας…»

Η Τζεν κλείνει τα μάτια. Μια τέτοια βραδιά, όσο ήταν ακόμα ζωντανή, θα έβγαινε στο μπαλκόνι και θα χάζευε την πανσέληνο.

«Ναι… Ο Μάικλ με σκότωσε. Ήταν ο άντρας μου. Με στραγγάλισε ένα βράδυ που γύρισε σπίτι πιωμένος». Νιώθει με τα δάχτυλά της την κοφτερή παγωνιά του μαντηλιού.

«Έλα να σου δείξω κάτι», λέει η Ολίβια.

Η Τζεν την ακολουθεί. Την παρακολουθεί όπως υπερίπταται και δοκιμάζει κι εκείνη να κάνει το ίδιο. Ωραία αίσθηση. Προτού το καταλάβει φτάνουν στην άκρη του μπροστινού κήπου του σπιτιού. Η πανσέληνος και η λάμπα του δρόμου δεν εξηγούν ικανοποιητικά το άπλετο φως που σχεδόν την τυφλώνει. Η Ολίβια στέκεται λίγο πριν την εξωτερική γωνία του σπιτιού και είναι γυρισμένη προς το μέρος της. Της κάνει νόημα να προχωρήσει. Η Τζεν κάνει άλλο ένα βήμα προς τα μπροστά. Παγώνει.

Ένα περιπολικό της αστυνομίας έχει εισβάλει στο πατημένο χώμα του κήπου. Τα φώτα του ξεγυμνώνουν τον μπροστινό τοίχο της έπαυλης και εισβάλουν στο σπίτι μέσα από τα τζάμια των παραθύρων. Παράμερα, ένας άντρας με στολή αστυνομικού είναι καθισμένος στα γόνατα. Μιλάει με ένα αγόρι, ντυμένο σαν φάντασμα, με ένα λευκό σεντόνι.

«Ωραία στολή! Πώς σε λένε;»

«Πήτερ».

«Πήτερ, είσαι σίγουρος ότι ο άντρας που βρήκες μέσα στο σπίτι είναι ο πατέρας σου;»

Το αγόρι κουνάει το κεφάλι του πάνω-κάτω μερικές φορές.

«Εντάξει», λέει ο αστυνομικός. «Πού είναι η μητέρα σου;»

«Είναι- Δεν-»

Ο αστυνομικός συνεχίζει να τον κοιτάζει.

«Έ- έχει πεθάνει», λέει το αγόρι.

Η Τζεν τινάζεται σαν να ηλεκτρίστηκε σε μάλλινη κουβέρτα. Θυμάται τώρα την ψυχή της, μια μπάλα καμωμένη από πούπουλα και φως, να αποκολλάται από το σώμα της. Ο Μάικλ κάθεται ακόμα στο στήθος του κοκαλωμένου κορμιού της. Βλέπει από το ταβάνι τον γιο της, με τα μάτια γουρλωμένα, να κοιτούν τη σκηνή. Θυμάται να μεταμορφώνεται σε ένα ζευγάρι φτερά αόρατα, και να προσκολλάται στην πλάτη του παιδιού της. Γιε μου, θα μείνω δίπλα σου, να σε προσέχω. Το υπόσχομαι. Μακάρι να είχα κάποιον να με πρόσεχε κι εμένα όσο ζούσα.

Βλέπει τον Πήτερ να φτιάχνει μόνος του τη στολή του Χαλοουίν. Σκίζει ένα λευκό σεντόνι για να φτιάξει τα μάτια ενός φαντάσματος. Θυμάται τον Μάικλ να γυρνάει πιωμένος για άλλη μια φορά. Τσακώνεται με τον Πήτερ, όταν του λέει ότι θα βγει για «κέρασμα ή διαβολιά». «Δεν είσαι πια παιδί», του φωνάζει. «Θα μείνεις μέσα να προσέχεις το σπίτι!» Το παιδί τον αψηφά και βγαίνει. Ο Μάικλ ακολουθεί το παιδί έξαλλος έξω από το σπίτι. Θυμάται το ένστικτό της να της φωνάζει να δράσει.

Σπρώχνει τον Μάικλ και εκείνος χάνει την ισορροπία του. Πέφτει επάνω σε έναν ξύλινο φράχτη με μυτερά τελειώματα. Ένα ξύλο τον τρυπάει στην κοιλιά. Φτάνει μέχρι τα σωθικά του. Χάνει τις αισθήσεις του. Με κόπο τον ξεσφηνώνει και τον σέρνει ανάμεσα σε μερικούς θάμνους λίγο πιο πέρα. Βάζει το χέρι μέσα στην πληγή του. Ψαχουλεύει τα εντόσθια και αρχίζει να τα τραβάει έξω. Είναι ζεστά.  Μοιάζουν με γιρλάντα˙ ή με μαντήλι. Η αχνή του ανάσα υγροποιείται στον κρύο αέρα. Τυλίγει τα εντόσθια γύρω από τον λαιμό του. Τα σφίγγει. Για να δεις πώς ένιωσα. Δεν βγαίνει πια ανάσα.

«Είσαι ένα πολύ γενναίο αγόρι», λέει ο αστυνομικός, επαναφέροντας τη Τζεν στο παρόν. «Περίμενε εδώ. Πρέπει να μπω μέσα», λέει κάνοντας ένα νόημα προς το οίκημα. «Ορίστε, πάρε ένα γλειφιτζούρι μέχρι να έρθω».

Η Τζεν γυρνάει το κεφάλι προς την Ολίβια. «Εγώ τον σκότωσα. Είμαι η ένοχη. Λες να με πιάσουν;»

«Είσαι φάντασμα, Τζεν. Δεν μπορούν να συλλάβουν φαντάσματα», λέει η Ολίβια γελώντας.

Η Τζεν χαμηλώνει το βλέμμα. Νιώθει τα χείλη της να τραβιούνται σε ένα ντροπαλό χαμόγελο. Νιώθει ένα μικρό μέρος από το βάρος που την πλακώνει να διαλύεται.

«Πήγαινε να καθίσεις δίπλα στο γιο σου», λέει η Ολίβια, σαν να διαβάζει τις σκέψεις της.

«Μα… Δε θα με δει, είμαι φάντασμα».

«Θα σε νιώσει. Πίστεψέ με. Είμαι φάντασμα εδώ και πάρα πολλά χρόνια».

«Κι εσύ;»

«Εγώ θα πάω μέσα να τακτοποιήσω τους αστυνομικούς, όπως και όλους τους περίεργους που θα μαζευτούν. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να απογειωθεί μια γιορτή φαντασμάτων».

Η Τζεν μένει για λίγη ώρα ακίνητη, σαν άγαλμα. Έπειτα προχωράει προς τον γιο της, με βήματα απαλά, σαν να θροΐζει απαλά το αγέρι στα χορταράκια. Κάθεται δίπλα του, σε ένα διακοσμητικό βραχάκι. Απλώνει το χέρι και του χαϊδεύει τα μαλλιά. Νιώθει το αγόρι να ανατριχιάζει. Στρέφει το βλέμμα του προς το μέρος της, ψάχνοντας ένα σημείο για να εστιάσει.

«Με νιώθεις;»

Τα μάτια του γιου της διαστέλλονται. Μια υποψία χαμόγελου φέρνει λακκάκια στα μάγουλά του. «Σήμερα είμαι κι εγώ φάντασμα, σαν κι εσένα», της λέει.

Ένας κόμπος φράζει τα λόγια στον λαιμό της. «Είμαι εδώ. Για σένα είμαι εδώ. Θα σε προσέχω πάντα».

«Το ξέρω», ψιθυρίζει το αγόρι. «Σ’ ευχαριστώ».

Η Τζεν ξέρει πως την ευχαριστεί και για έναν ακόμα λόγο. Χαμογελάει και σηκώνεται. Τώρα μπορεί να πάει στη γιορτή και να διασκεδάσει όπως κάνουν τα φαντάσματα, μια φορά τον χρόνο, την παραμονή της γιορτής των Αγίων Πάντων.

Προχωράει προς την είσοδο του σπιτιού, όταν βλέπει έναν αστυνομικό να βγαίνει τρέχοντας από εκεί, με τα χέρια να καλύπτουν το κεφάλι του. Ένας άλλος τον ακολουθεί αμέσως σκουντουφλώντας. Ενστικτωδώς, η Τζεν κάνει στην άκρη. Τους αφήνει να περάσουν και τους παρακολουθεί καθώς χάνονται στο τέρμα του δρόμου. Μετά τρέχει μέσα στο σπίτι. Βρίσκει την Ολίβια, τη Λούσυ, τη Σάντρα και τον κύριο Χίγκινς να γελούν πεσμένοι στο πάτωμα.

«Έι», τους λέει. «Δεν αφήσατε κανέναν για μένα;»

«Μην ανησυχείς, όλη η νύχτα είναι μπροστά μας», λέει η Ολίβια και της κλείνει το μάτι.

Της δείχνει έξω από το παράθυρο. Πράγματι, πίσω από τους προβολείς του περιπολικού που κάνουν τη νύχτα μέρα, ξεπροβάλλουν ήδη μερικοί περίεργοι νεαροί.

«Εγώ πάντως το έλεγα ότι κάτι δεν πάει καλά με τον φωτισμό φέτος», λέει ο κύριος Χίγκινς και το χαμόγελο ικανοποίησης φτάνει μέχρι το ημίψηλο καπέλο του.

Έμπνευση για το παραπάνω διήγημα στάθηκε το ακόλουθο άρθρο για τους θρύλους και τις παραδόσεις του Halloween: 9 Halloween Tales & Traditions σε συνδυασμό με μια άσκηση δημιουργικής γραφής στα πλαίσια του κύκλου “Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής του Φανταστικού” από τους Tales of the Wyrd.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά